Το ράλι στις τιμές της ζάχαρης και των επεξεργασμένων τροφίμων

Οι αιτίες για τη λιγότερη προσφορά ζάχαρης

Του Βρασίδα Νεοφύτου*

Η τιμή της ζάχαρης εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 11 ετών στις διεθνείς αγορές, καθώς η μειωμένη προσφορά λόγω κακών καιρικών συνθηκών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση μετά την πανδημία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η τιμή της ζάχαρης σκαρφάλωσε πέραν από τα $0,25 σεντς ανά λίβρα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης για πρώτη φορά από τα μέσα του 2012, με παρόμοια ανοδική κίνηση και στις αγορές της Ευρώπης και Ασίας.

Η άνοδος της τιμής είναι εντυπωσιακή-κοντά στα 150% μέσα σε 36 μήνες- αν αναλογιστεί κανείς ότι διαπραγματευόταν κοντά στα χαμηλά των $0,10 σεντ τον Απρίλιο του 2020. Η μεγάλη πτώση οφειλόταν στην κατακόρυφη υποχώρηση της ζήτησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς οι καταναλωτές αγόραζαν λιγότερα αναψυκτικά και επιδόρπια, όπως επίσης και στην περιορισμένη βιομηχανική παραγωγή επεξεργασμένων τροφίμων.

Οι αναλυτές εμπορευμάτων θεωρούν ότι οι υψηλές τιμές ενδεχομένως να παραμείνουν για αρκετό χρονικό διάστημα λόγω λιγότερης σοδειάς ζαχαροκάλαμου (από το οποίο παράγεται η ζάχαρη μετά από επεξεργασία) σε Ινδία και Βραζιλία και ίσως δοκιμάσει να προσεγγίσει τα ιστορικά υψηλά των $0,36 του 2011 αν ευνοήσουν οι συγκυρίες.

Η ζάχαρη αποτελεί μια από τις πρώτες ύλες για την κατασκευή και επεξεργασία για πολλά από τα βασικά καταναλωτικά προϊόντα της καθημερινότητάς μας που τα βρίσκουμε σε υπεραγορές, φούρνους και ζαχαροπλαστεία και η ανοδική πορεία της τιμής της αντικατοπτρίζει την αύξηση και διατήρηση του πληθωρισμού τροφίμων στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες.

Η ετυμολογία και ιστορία της ζάχαρης

Η λέξη ζάχαρη προέρχεται ετυμολογικά από τη σανσκριτική (ινδική) λέξη «śarkara», που αρχικά σήμαινε άμμος ή χαλίκι και καλλιεργείται στην Ινδία και στα τροπικά νησιά του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού (Παπούα-Νέα Γουινέα) ήδη από το 1000 π.Χ..

Οι παραγωγοί συνθλίβουν τα κοτσάνια ζαχαροκάλαμου για να πάρουν τον χυμό του και στη συνέχεια εξατμίζουν τον χυμό για να δημιουργήσουν κρυστάλλους ζάχαρης, που είναι γνωστή και σαν «ακατέργαστη ζάχαρη», πριν να ραφιναριστεί στο τελικό προϊόν.

Σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία, Ινδίες και τη Μέση Ανατολή, η ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο χρησιμοποιήθηκε για αιώνες στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική πριν εισαχθεί στην Ευρώπη από τους Έλληνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς και Άραβες (στη νότιο Ισπανία), όπου το μέλι ήταν το μόνο διαθέσιμο γλυκαντικό.

Η καλλιέργεια της επεκτάθηκε και στις νέες χώρες που ανακαλύφθηκαν μετά τον 15ο αιώνα μετά την ανακάλυψη της Αμερικής και της Νότιας Αφρικής, με τους Πορτογάλους να παίρνουν τα ζαχαροκάλαμα στη Βραζιλία, ενώ οι Άγγλοι στη Βόρεια Αμερική.

Οι Ισπανοί πήραν μαζί τους ζαχαροκάλαμο στις νέες αποικίες τους στην Καραϊβική και Λατινική Αμερική, όπου έγινε η βάση στο λεγόμενο «Τριγωνικό Εμπόριο» σκλάβων, ζάχαρης και ρουμιού.

Η ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο ήταν σημαντικό στοιχείο στο παγκόσμιο εμπόριο στην αρχαιότητα, καθώς οι πρώτες εξαγωγές ζάχαρης στην Ευρώπη γίνονταν από τους Έλληνες εμπόρους που κυριαρχούσαν στα αρχαία Ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής και Βακτηρίας -που δημιουργήθηκαν από τον Μέγα Αλέξανδρο και τους διαδόχους του- καθώς ήταν σε επαφή με τις ινδικές ηγεμονίες και μετέπειτα από τους Ρωμαίους και Σταυροφόρους που κατέκτησαν τη Μέση Ανατολή και Κύπρο.

Η ιστορία της ζάχαρης στην Κύπρο

Η Κύπρος ήταν φημισμένη για την εκτεταμένη καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου και την ποιοτική της ζάχαρη κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας-Ενετοκρατίας 1192 μ.Χ- 1571 μ.Χ. Το ζαχαροκάλαμο αποτελούσε μια πολύ σημαντική καλλιέργεια της κυπριακής γεωργίας και ένα από τα σημαντικότερα εξαγωγικά προϊόντα του νησιού, που έφερε πολύ πλούτο στις φεουδαρχικές οικογένειες που έλεγχαν το εμπόριο.

Η βενετική οικογένεια Κορνάρο εξελίχθηκε σ’ έναν από τους μεγαλύτερους καλλιεργητές ζαχαροκάλαμου και παραγωγής ζάχαρης στην Κύπρο, καθώς κατείχε τις μεγαλύτερες φυτείες στις εύφορες περιοχές της Επισκοπής και Κολοσσίου, όπως επίσης διέθετε και μύλο ζαχαροκάλαμου και διυλιστήριο ζάχαρης στην περιοχή του κάστρου.

Μάλιστα, στην Κύπρο και ειδικά στις περιοχές της δυτικής Λεμεσού, παραγόταν τόση πολλή ζάχαρη από την οποία θα μπορούσε να εφοδιαστεί ολόκληρη η Ευρώπη της τότε εποχής, ώστε οι χριστιανοί της Δύσης να μη χρειάζεται ν’ αγοράζουν πια ζάχαρη από τα εχθρικά αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.

Οι αιτίες για τη λιγότερη προσφορά ζάχαρης:

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ζάχαρης, περίπου το 80% της παγκόσμιας παραγωγής ζάχαρης προέρχεται από ζαχαροκάλαμο (sugar cane) και κυρίως από Βραζιλία και Ινδία, ενώ το υπόλοιπο 20% προέρχεται από τα παντζάρια - ή αλλιώς τα ζαχαρότευτλα (beet sugar) – τα οποία παράγουν κυρίως χώρες της Βόρειας Ευρώπης όπως η Ουκρανία, Πολωνία, Γερμανία και Ολλανδία λόγω του ευνοϊκού ψυχρού κλίματος.

Άρα οι αιτίες που οδηγούν στη μείωση της προσφοράς ζάχαρης σήμερα είναι οι εξής:

1. Μειωμένη παραγωγή σε Ασία και Βραζιλία: Το ζαχαροκάλαμο είναι ένα φυτό που καλλιεργείται στις τροπικές χώρες για την παραγωγή ζάχαρης, η οποία εξάγεται από το φυτό μετά από μια διαδικασία άλεσης και καθαρισμού. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο βλαστός είναι ευαίσθητος σε ακραία καιρικά φαινόμενα.

Κορυφαίες χώρες παραγωγής ζάχαρης όπως η Βραζιλία και η Ινδία και κατά δεύτερον η Κίνα, η Ταϊλάνδη και το Πακιστάν μαστίζονται από μη εποχικά καιρικά φαινόμενα αυτή την περίοδο, όπως ακραίους καύσωνες, έντονες βροχοπτώσεις και μουσώνες, με αποτέλεσμα τις λιγότερες του αναμενομένου συγκομιδές ζαχαροκάλαμων.

Οι μη αναμενόμενες για την εποχή έντονες βροχοπτώσεις στην Ινδία και ειδικά στην καρδιά του ζαχαροκάλαμου, την περιοχή της Μαχαράστρα, η οποία αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα τρίτο της παραγωγής ζάχαρης της χώρας, έπληξαν τη σοδειά, με αποτέλεσμα να αναμένεται σημαντική μείωση παραγωγή ζάχαρης κατά σχεδόν 3% για το καλλιεργητικό έτος που εκτείνεται από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2023.

2. «Ελ Νίνιο»: Επιπλέον, οι αναλυτές φοβούνται την επιρροή του καιρικού φαινομένου «Ελ Νίνιο», το οποίο ενδεχομένως να αυξήσει τη συχνότητα των ακραίων καιρικών συνθηκών και να χειροτερέψει τις προοπτικές παραγωγής ζαχαροκάλαμων σε Λατινική Αμερική και Κεντρική Ασία.

Σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας, υπάρχει πιθανότητα 62% να εμφανιστούν συνθήκες «Ελ Νίνιο» από τον Μάιο έως τον Ιούνιο.

3. Μείωση παραγωγής στην Ευρώπη: Η μειωμένη παγκόσμια παραγωγή ζάχαρης επιδεινώθηκε φέτος από μια άσχημη παραγωγή παντζαριών στην Ευρώπη, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, την έντονη ξηρασία κατά την καλοκαιρινή περίοδο του 2022 και τη διαχρονική μείωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.

4. Μειωμένα αποθέματα ζάχαρης: Μεγάλος κίνδυνος για την αγορά είναι και τα μειωμένα αποθέματα ζάχαρης σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα χαμηλά αποθεματικά θα αποτελέσουν πρόβλημα για την αγορά εάν οι εξαγωγές από Βραζιλία και Ινδία μειωθούν λόγω κάποιου απροσδόκητου σοκ, όπως ακραία καιρικά φαινόμενα ή το «Ελ Νίνιο».

Ο διακρατικός Διεθνής Οργανισμός Ζάχαρης ανέφερε ότι η αγορά θα εμφανίσει συνολικά ένα έλλειμμα της τάξεως των 5 εκατομμυρίων μετρικών τόνων το τρέχον έτος λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Αυξημένη ζήτηση για ζάχαρη και βιοκαύσιμα

Μετά τη μεγάλη πτώση της παγκόσμιας κατανάλωσης ζάχαρης στα μέσα του 2020 λόγω της πανδημίας, από τότε κινείται έντονα ανοδικά, καταγράφοντας τα πρώτα διαδοχικά ετήσια κέρδη στην κατά κεφαλήν κατανάλωση ζάχαρης και άλλων θερμιδικών γλυκαντικών από τη δεκαετία του 1990, με πρωταθλητές το Ισραήλ, Μαλαισία, ΗΠΑ και Κίνα.

Μεγάλοι καταναλωτές ζάχαρης είναι και οι μουσουλμανικές χώρες λόγω θρησκευτικής παράδοσης στα γλυκά και σιροπιαστά κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού. Αυτό το γεγονός θα επιδεινώσει την επισιτιστική κρίση λόγω της εκτίναξης στις τιμές της ζάχαρης, ειδικά σε φτωχές μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής.

Ακόμη ένας παράγοντας που ωθεί τις τιμές ζάχαρης υψηλότερα, είναι η μεγάλη ζήτηση ζαχαροκάλαμου και των υπολειμμάτων του προς την παραγωγή βιοαιθανόλης μέσω της αλκοολικής ζύμωσης, το πρώτο βιοκαύσιμο που χρησιμοποιήθηκε σαν υποκατάστατο της βενζίνης και ντίζελ σε οχήματα.

Η βιοαιθανόλη είναι ένα άχρωμο διαυγές υγρό καύσιμο, υψηλής ενεργειακής περιεκτικότητας (υψηλά οκτάνια) και καθαρότερο περιβαλλοντικά από τα συνηθισμένα ορυκτά καύσιμα, καθώς προκαλεί ελάχιστη περιβαλλοντική μόλυνση.

Η ενεργειακή κρίση και οι περικοπές στην παραγωγή πετρελαίου από το ΟΠΕΚ, ενθάρρυνε την εκτροπή του ζαχαροκάλαμου προς την παραγωγή αιθανόλης αντί στη βιομηχανία τροφίμων, εντείνοντας την έλλειψή της στην αγορά.

Πληθωρισμός τροφίμων και η ακρίβεια στα επεξεργασμένα τρόφιμα

Ο πληθωρισμός τροφίμων ξεκίνησε πολύ πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα ξεκίνησαν από τα μέσα του 2021, όταν οι παγκόσμιες οικονομίες άνοιξαν λόγω της άρσης των περιορισμών του κορωνοϊού, με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν αρχικώς οι τιμές στις εισαγόμενες πρώτες ύλες όπως η ζάχαρη, ο καφές, το κακάο, το σιτάρι και άλλα.

Όμως, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, προκάλεσε μια απροσδόκητη μεγάλη και διαρκή εκτίναξη των τιμών πετρελαίου, φυσικού αερίου, άνθρακα και ηλεκτρισμού, που συμπαρέσυρε ανοδικά το κόστος παραγωγής και εργασίας στη βιομηχανία τροφίμων.

Στην Κύπρο, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, ανακοίνωσε το αναβαθμισμένο Παρατηρητήριο Τιμών Καταναλωτικών Προϊόντων για τον μήνα Μάρτιο 2023, όπου καταδεικνύει ότι οι λιανικές τιμές στα τρόφιμα παρουσιάζουν αυξήσεις σε ποσοστό 9% για την  περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου, πριν πέσουν στο 7,1% τον επόμενο μήνα.

Παρότι οι τιμές ενέργειας έχουν μειωθεί εντυπωσιακά τους τελευταίους μήνες, οι αυξανόμενες τιμές της ζάχαρης θα προκαλέσουν περαιτέρω άνοδο στις λιανικές τιμές των ζαχαρωτών ροφημάτων και αναψυκτικών με βάση τη ζάχαρη, όπως επίσης στις τιμές των επεξεργασμένων τροφίμων στις υπεραγορές όπως είναι το κακάο σε σκόνη, μπάρες σοκολάτας, παιδικές τροφές, δημητριακά, σιρόπια, κονσέρβες, μπισκότα, κέικ, αλμυρά σνακ που περιέχουν μεγάλες ποσότητες ζάχαρης (σάκχαρα).

Ο πληθωρισμός στα επεξεργασμένα τρόφιμα θα κτυπήσει άμεσα τα νοικοκυριά, καθώς οι γρήγοροι ρυθμοί της μοντέρνας καθημερινής ζωής μας έχουν αυξήσει την κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, τα οποία δεν είναι μόνο γεύματα μικροκυμάτων και έτοιμα γεύματα, αλλά είναι οποιαδήποτε τρόφιμα που έχουν τροποποιηθεί με κάποιο τρόπο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας.

Το υψηλό κόστος στα επεξεργασμένα τρόφιμα προέρχεται από το γεγονός ότι οι εισαγόμενες και ακριβές πρώτες ύλες όπως είναι η ζάχαρη, το αλάτι και το λίπος προστίθενται συχνά στα κατεργασμένα τρόφιμα για να κάνουν τη γεύση τους πιο ελκυστική και να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής τους, Επίσης σε άλλες περιπτώσεις συμβάλλουν στη δομή του προϊόντος όπως η προσθήκη της ζάχαρης στους χυμούς, στα γλυκά, στις σοκολάτες, στις πίτες, στα μπισκότα, αναψυκτικά και άλλα.

Η επεξεργασία των τροφίμων με τη μορφή της κονσερβοποίησης, το ψήσιμο, την κατάψυξη και την αποξήρανση έχει ως σκοπό τη συντήρησή τους, ειδικά όταν πρόκειται για εύκολα αλλοιωμένα τρόφιμα και πρώτες ύλες όπως για παράδειγμα το κρέας, το ψάρι, τα λαχανικά και τα φρούτα, τα οποία περιέχουν μικρές ή μεγάλες ποσότητες ζάχαρης ή σιρόπια με βάση τη ζάχαρη.

*Υπεύθυνου Επενδυτικής Έρευνας στην Exclusive Capital

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ