Offcanvas
Offcanvas
Ενέργεια
Economist: Γιατί η κρίση στη Μ. Ανατολή βρήκε την Ευρώπη απροετοίμαστη και εκτεθειμένη σε νέο ενεργειακό σοκ
16-03-2026
Η σύγκρουση με το Ιράν φέρνει την Ευρώπη αντιμέτωπη με νέο ενεργειακό σοκ, υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και βαθιές πολιτικές διαιρέσεις, ενώ οι οικονομίες της παραμένουν εύθραυστες
Πάνω που η Ευρώπη είχε αρχίσει να ανακάμπτει από τις συνέπειες της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η αμερικανική και ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν την φέρνει τώρα αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία. Η απότομη άνοδος στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου τις τελευταίες δύο εβδομάδες απειλεί να φρενάρει την οικονομική ανάπτυξη — η οποία ήδη κινείται σε χαμηλά επίπεδα — και να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν καταστροφικό για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, που ήδη πιέζονται από τους αμερικανικούς δασμούς και τον ανταγωνισμό από την Κίνα. «Για την Ευρώπη αυτή η κρίση είναι, φυσικά, υπαρξιακή», σημειώνει στον Economist ο Σιμόνε Ταλιαπιέτρα, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο think tank Bruegel.
Δεδομένων των διακυβευμάτων, θα περίμενε κανείς μια ισχυρή ευρωπαϊκή αντίδραση. Αντίθετα, η αντίδραση υπήρξε συγκρατημένη. Στο διπλωματικό πεδίο, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν διχαστεί ως προς το αν πρέπει να χαιρετίσουν τις επιθέσεις ή να τις καταδικάσουν. Οι ένοπλες δυνάμεις της Ευρώπης είναι ήδη υπερφορτωμένες· ακόμη κι αν ήθελαν να ανταποκριθούν στο αίτημα του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στις 14 Μαρτίου για βοήθεια στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, oι ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις δύσκολα θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά εκεί όπου ακόμη και το αμερικανικό ναυτικό αντιμετωπίζει δυσκολίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι εθνικές κυβερνήσεις βρίσκονται έτσι να προσπαθούν εσπευσμένα να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από έναν πόλεμο στον οποίο δεν έχουν καμία επιρροή — και στον οποίο είναι ασυνήθιστα ευάλωτες, αναφέρει ο Economist.
Ο κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται κυρίως από την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ιδιαίτερα το φυσικό αέριο. Μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών των εισαγωγών προέρχεται από τη Μέση Ανατολή — περίπου 200 εκατ. κυβικά μέτρα από το σύνολο των 6,5 δισ. κυβικών μέτρων που εισάγει εβδομαδιαίως η Ευρώπη. Ωστόσο, η Γηραιά Ήπειρος έχει αφήσει τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου να μειωθούν σχεδόν όσο χαμηλά είχαν φτάσει το 2022.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2022 να απεξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο, το οποίο αγόραζε μέσω πολυετών συμβολαίων, την έχει καταστήσει πιο εκτεθειμένη στη διεθνή αγορά spot. Η Ένωση σχεδιάζει να τερματίσει έως το τέλος του έτους τις εναπομείνασες εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου και από το επόμενο έτος το φυσικό αέριο μέσω αγωγών. Η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου, κυρίως με αμερικανικό LNG, είχε ήδη οδηγήσει σε σχεδόν διπλασιασμό των τιμών, περίπου στα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ο πόλεμος τις έχει ωθήσει ακόμη υψηλότερα: στις 13 Μαρτίου είχαν φτάσει τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται πάντως σε καλύτερη θέση από ό,τι το 2022, όταν η ισχυρή ζήτηση και η έλλειψη εργατικού δυναμικού συνδυάστηκαν με το ενεργειακό σοκ και εκτόξευσαν τον ετήσιο πληθωρισμό στο 11%. Σήμερα, ένας σύντομος πόλεμος θα οδηγούσε το ΑΕΠ «οριακά χαμηλότερα», εκτιμά ο Όλιβερ Ράκαου της Oxford Economics. Μια παρατεταμένη διακοπή στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε όμως να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας, αν η τιμή του πετρελαίου φτάσει τα 140 δολάρια το βαρέλι για δύο μήνες, η οικονομική ανάπτυξη το 2026 θα είναι κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από ό,τι θα μπορούσε να ήταν, ενώ ο μέσος πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα φτάσει το 4,3%, από 1,9% πέρυσι.
Οι κυβερνήσεις έχουν ελάχιστο δημοσιονομικό περιθώριο για στήριξη. Το 2022, μετά από μια δεκαετία χαμηλών επιτοκίων, είχαν δαπανήσει πολλά χρήματα, για να προστατεύσουν καταναλωτές και επιχειρήσεις. Σήμερα, τα δημόσια χρέη είναι υψηλά και οι προϋπολογισμοί πιεσμένοι. Η Γερμανία έχει ήδη τροποποιήσει τους αυστηρούς κανόνες για τα ελλείμματα, προκειμένου να αυξήσει τις δαπάνες για άμυνα και υποδομές. Στη Γαλλία το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ.
Όσο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παραμένει επιφυλακτική μετά το κύμα πληθωρισμού που ακολούθησε την πανδημία. Οι αγορές εκτιμούν ότι ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση επιτοκίων φέτος, αν και αυτό ίσως αποδειχθεί λανθασμένο. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, δήλωσε στις 6 Μαρτίου ότι οι κεντρικές τράπεζες «πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να παρεμβαίνουν υπερβολικά για να ρυθμίσουν την οικονομία». Ωστόσο, όσο περισσότερο δαπανούν οι κυβερνήσεις για να προστατεύσουν τους καταναλωτές, «τόσο περισσότερο η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να παρέμβει», σημειώνει ο Ράκαου.
Οι οικονομικοί κίνδυνοι υποδηλώνουν ότι οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να πιέσουν για τον τερματισμό του πολέμου. Αντί γι’ αυτό, παραμένουν διχασμένοι. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει επανειλημμένα εκφράσει στήριξη στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις· στις 9 Μαρτίου δήλωσε ότι «δεν πρέπει να χυθεί ούτε ένα δάκρυ για το ιρανικό καθεστώς». Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς αρχικά έδειξε να μην ανησυχεί ιδιαίτερα για το κλείσιμο «του κέντρου της διεθνούς τρομοκρατίας». Ο αντικαγκελάριός του όμως, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, δήλωσε ότι αμφιβάλλει αν ο πόλεμος είναι σύμφωνος με το διεθνές δίκαιο. Άλλοι ηγέτες καταδίκασαν εξαρχής τις επιθέσεις. «Αυτός ο πόλεμος είναι παράνομος και αντίθετος στα συμφέροντα της ανθρωπότητας», έγραψε ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ.
Οι αντιφατικές διπλωματικές αντιδράσεις οφείλονται εν μέρει στον φόβο ότι η αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει τον Τραμπ να περιορίσει τη στήριξη προς την Ουκρανία. Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποσύρει τη συνεργασία σε πληροφορίες ή να σταματήσει την πώληση προηγμένων όπλων που μεταβιβάζονται στις ουκρανικές δυνάμεις. Η ευρωπαϊκή στρατηγική στο ζήτημα του Ιράν καθοδηγείται από «την επιθυμία να διατηρηθεί ικανοποιημένος ο ‘πατέρας’ Τραμπ», υποστηρίζουν οι αναλυτές Ζουλιέν Μπαρνς-Ντέισι και Έλι Γερανμαγιέχ του European Council on Foreign Relations.
Η προσπάθεια κατευνασμού των Ηνωμένων Πολιτειών στο ζήτημα του Ιράν, προκειμένου να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη στην Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν η σύγκρουση στον Κόλπο είναι σύντομη. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο περισσότερο ωφελείται η Ρωσία. Στις 12 Μαρτίου, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι τιμές του πετρελαίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν 30ήμερη εξαίρεση από τις κυρώσεις που επιτρέπει σε χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη εν πλω. Η εξέλιξη αυτή ανησυχεί τους Ευρωπαίους ηγέτες, ακόμη και εκείνους που αρχικά υποστήριξαν τις επιθέσεις. Ο Μερτς χαρακτήρισε την απόφαση «λανθασμένη», ενώ νωρίτερα είχε δηλώσει ότι η Ευρώπη «δεν έχει κανένα συμφέρον σε έναν ατελείωτο πόλεμο».
Ακόμη χειρότερα, οι Ευρωπαίοι κινδυνεύουν να εμπλακούν παρά τη θέλησή τους. Οι πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις του Ιράν σε χώρες του Κόλπου, καθώς και πλήγμα σε βρετανική βάση στην Κύπρο και προσπάθειες επίθεσης στην Τουρκία, έχουν οδηγήσει ευρωπαϊκές χώρες να αποστείλουν αμυντικές δυνάμεις στην περιοχή. Η Βρετανία και η Γαλλία έχουν στείλει μαχητικά αεροσκάφη στον Κόλπο. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ολλανδία έχουν αποστείλει πολεμικά πλοία και αεροσκάφη για την άμυνα της Κύπρου. Η Γαλλία έχει επίσης αναπτύξει αεροπλανοφόρο και μεγάλο μέρος του στόλου της στην ανατολική Μεσόγειο.
Το πόσο αποτελεσματικές θα είναι αυτές οι κινήσεις παραμένει ασαφές. Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι τα γαλλικά πλοία θα μπορούσαν να συνοδεύουν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, αλλά μόνο «αφού περάσει η πιο έντονη φάση της σύγκρουσης». «Η Ευρώπη με δυο λόγια», σχολιάζει ο Μπαρνς-Ντέισι: «Θα στείλουμε ολόκληρο τον στόλο μας στον Κόλπο και μετά θα περιμένουμε μέχρι να διαχειριστούν άλλοι την κατάσταση».
Πηγή: newmoney.gr