Οι νομισματικές και γεωπολιτικές προκλήσεις του 2024

Οι οικονομικοί και νομισματικοί κίνδυνοι και οι γεωπολιτικές προκλήσεις θα βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της επενδυτικής κοινότητας και της πολιτικής σκηνής μέσα στο 2024

Του Βρασίδα Νεοφύτου*

Με τη νέα χρονιά, αναμένεται να κυριαρχήσουν 2 τάσεις στην παγκόσμια οικονομία:

1. Η αισιοδοξία για την επικείμενη και πολυπόθητη μείωση των επιτοκίων από τις κυριότερες Κεντρικές Τράπεζες λόγω υποχώρησης του πληθωρισμού (νομισματική χαλάρωση).

2. Η αρνητική επίδραση στις χρηματαγορές από τις ένοπλες συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, η ένταση Βενεζουέλας-Γουιάνας και ο ανταγωνισμός για τα «Πράσινα» μέταλλα (γεωπολιτικός κίνδυνος).

Ευνοϊκό το μακροοικονομικό περιβάλλον για τη μείωση επιτοκίων

Αν και κανένας κεντρικός τραπεζίτης δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι δεν θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιγξη (αύξηση επιτοκίων) για τον περιορισμό του πληθωρισμού ή για οποιοδήποτε άλλο απροσδόκητο λόγο, αυτό που διαφαίνεται είναι ότι ο κύκλος των επιτοκιακών αυξήσεων θα κλείσει μέσα στο 2024, χάρη στο ασθενές μακροοικονομικό περιβάλλον και στον μειωμένο πληθωρισμό.

Τόσο στις ΗΠΑ, αλλά όσο και στην Ευρωζώνη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, (οι 3 κύριες δυτικές οικονομίες) ο πληθωρισμός μειώθηκε δραστικά μεταξύ του 2%-4% (στόχος είναι το 2%), ενώ η οικονομική δραστηριότητα σε Ε.Ε. και ΗΒ δέχεται πιέσεις (Βιομηχανία και Υπηρεσίες), ενώ η αγορά εργασίας αδυνατεί.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB) και η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) θα αναγκαστούν να χαλαρώσουν τις αυστηρές πιστωτικές συνθήκες στους επόμενους μήνες.

Το κατά πόσο θα υπάρξει πρόωρη έναρξη του κύκλου μείωσης των επιτοκίων θα εξαρτηθεί από τον ρυθμό μείωσης του πληθωρισμού και στις μακροοικονομικές αδυναμίες στους επόμενους μήνες.

Η αγορά ήδη τιμολογεί έως και 4-6 μειώσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ το 2024. Όμως αυτό το στοίχημα ίσως αποδειχθεί υπερβολικό, καθώς η οικονομία και η αγορά εργασίας των ΗΠΑ βρίσκονται σε πολύ ικανοποιητικό ρυθμό σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες του κόσμου, ειδικά της Ευρώπης.

Οι ΗΠΑ παρέμειναν ανθεκτικές απέναντι στην εντονότερη σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής των τελευταίων 40 ετών, ενώ οι χρηματιστηριακοί δείκτες της Wall Street ανέβηκαν σε υψηλά διετίας προεξοφλώντας τις μειώσεις επιτοκίων (ίσως από τον Μάρτιο) και τα υψηλά εταιρικά έσοδα κατά το 2023.

ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχουν διαφορετικές αντιμετωπίσεις

Η αμερικανική οικονομία έχει ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στηριζόμενη στην ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, στην ανάκαμψη των επιχειρηματικών επενδύσεων, στη μειωμένη ανεργία και η υψηλή δημοσιονομική ώθηση, τα οποία θα σταθούν εμπόδιο στο έργο της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ για επιθετικές μειώσεις επιτοκίων.

Εξού και η ταχύτητα μείωσης των επιτοκίων αναμένεται να είναι μεγαλύτερη στην Ευρώπη αντί στις ΗΠΑ λόγω αδύνατων μακροοικονομικών στοιχείων, καθώς οι οικονομίες της βόρειας Ευρώπης και ειδικά της Γερμανίας βρίσκονται ήδη στα πρόθυρα της ύφεσης.

Η ευρωπαϊκή οικονομία επιδεινώνεται σταθερά τους τελευταίους μήνες λόγω υψηλών επιτοκίων και πληθωρισμού, ενώ η ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης-Γερμανία, εμφανίζει αρνητικό πρόσημο, το οποίο θα αναγκάσει την ΕΚΤ να ξεκινήσει τον πιο επιθετικό κύκλο νομισματικής χαλάρωσης.

Ενδεικτικό της οικονομικής ύφεσης στην Ευρωζώνη, είναι ότι η βιομηχανική ανάπτυξη στις τρεις ατμομηχανές της ηπείρου, Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας παρουσιάζει αρνητικό πρόσημο λόγω ενεργειακού κόστους και υψηλών πρώτων υλών, με αποτέλεσμα οι οικονομίες τους να μείνουν ουσιαστικά στάσιμες σε ρυθμούς ανάπτυξης το 2023 (σε τεχνική ύφεση μετά από 2 αρνητικά τρίμηνα στο ΑΕΠ τους).

Το Bloomberg προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB) θα μειώσει τα επιτόκια κατά 150 μονάδες βάσης μέχρι το τέλος του 2024 (έως και έξι περικοπές 25 μονάδων βάσης), οι οποίες θα οδηγήσουν το καταθετικό επιτόκιο από το 4% στο 2,5%, αν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Γεωπολιτικές προκλήσεις

Οι γεωπολιτικοί προβληματισμοί θα βρίσκονται επίσης στο προσκήνιο και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών, καθώς οι συγκρούσεις τόσο στην Ουκρανία αλλά και όσο στη Μέση Ανατολή αναμένεται να δώσουν νέα αστάθεια στις τιμές του πετρελαίου και των υπόλοιπων εμπορευμάτων που η εφοδιαστική τους ασφάλεια βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των συγκρούσεων.

Ο ρόλος του γεωπολιτικού κινδύνου αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια στην οικονομική ανάλυση, καθώς η έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 προκάλεσε προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα προϊόντων της ενέργειας και τροφίμων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σιτάρι, ηλιέλαιο κ.ά.), με αποτέλεσμα την εκτόξευση του παγκόσμιου πληθωρισμού σε υψηλά 40 ετών.

Το αρνητικό για την παγκόσμια οικονομία είναι ότι βρίσκονται σε εξέλιξη πολεμικές συγκρούσεις και εντάσεις σε περιοχές στον πλανήτη κομβικές για την εφοδιαστική αλυσίδα βασικών πρώτων υλών και ενέργειας.

Η Ευρώπη ήταν εξαρτημένη από την προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου και φθηνών πετρελαϊκών υποπροϊόντων (βενζίνη, νάφθα, κηροζίνη, ντίζελ, πετροχημικά, λιπάσματα και φυτοφάρμακα), ενώ η Ουκρανία ήταν ο σιτοβολώνας της Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.

Εντούτοις, το σημαντικότερο γεωπολιτικό μέτωπο για το 2024 θα είναι η ένταση στη Μέση Ανατολή, παρότι το Ισραήλ και η Γάζα δεν παράγουν πετρέλαιο ή σημαντικές ποσότητες τροφίμων όπως η Ρωσία και η Ουκρανία.

Αυτό που θα χρήζει προσοχής είναι ο κίνδυνος να επεκταθεί η ένταση εκτός Ισραήλ και να εξελιχθεί σε ένα περιφερειακό πόλεμο με την είσοδο του Ιράν, Υεμένης, Λιβάνου και άλλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Μέσης Ανατολής.

Γίνεται αντιληπτό, ότι ένα πιθανό κλείσιμο ενός από τα τρία κυριότερα ναυτικά περάσματα-διόδους στη Μέση Ανατολή, των Στενών του Ορμούζ (σύνδεση Περσικού Κόλπου-Ασία και παγκόσμιες αγορές, τα Στενά της Υεμένης και η Διώρυγα του Σουέζ (σύνδεση Ερυθράς Θάλασσας-Μεσόγειος) είναι πιθανόν να μπλοκάρει ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πορεία των τιμών πολλών ενεργειακών προϊόντων και πληθωρισμού.

Πέραν των πολέμων σε Ισραήλ και Ουκρανία, υπάρχουν εν εξελίξει συγκρούσεις και εντάσεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, οι οποίες μπορούν να παίξουν τον δικό τους ρόλο στην αγορά το 2024.

Γεωπολιτικές εντάσεις που πολύ πιθανόν να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα το επόμενο διάστημα είναι αυτές της Κίνας-Ταϊβάν, Βενεζουέλας-Γουιάνας, Σερβίας-Κόσοβο, η περιοχή του Σαχέλ, στο Νακόρνο Καραμπάχ και οι εμφύλιοι στη Λιβύη, Συρία, Σουδάν και Υεμένη.

Ένταση μεταξύ Βενεζουέλας-Γουιάνας το 2024;

Η ένταση (proxy war) που αναμένεται να έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον θα είναι αυτή μεταξύ της Βενεζουέλας και της μικρής-αλλά-πλούσιας σε κοιτάσματα πετρελαίου Γουιάνας στη Νότια Αμερική.

Από τη μια, η Βενεζουέλα με δεκαετίες δυτικών κυρώσεων λόγω καλών σχέσεων με Ρωσία, Ιράν, Κούβας και Κίνας και από την άλλη η Γουιάνα, μια φιλοδυτική και πρώην βρετανική αποικία, η οποία θα είναι η νέα αναδυόμενη χώρα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.

Η Γουιάνα είναι το μόνο έθνος της Νότιας Αμερικής στο οποίο τα αγγλικά είναι η επίσημη γλώσσα και μέρος της αγγλόφωνης Καραϊβικής, σε αντίθεση με τη Λατινική Αμερική που ομιλείται η ισπανική και η πορτογαλική γλώσσα (Βραζιλία).

Το παρατσούκλι της Γουιάνας είναι το «Κουβέιτ της Λατινικής Αμερικής» λόγω του μικρού μεγέθους και του πληθυσμού της που δεν ξεπερνά το 1 εκατ. κατοίκους, που όμως ανακάλυψε πριν λίγα χρόνια τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, σε μια αραιοκατοικημένη περιοχή που η Βενεζουέλα διεκδικεί εδώ και 120 χρόνια και η οποία ονομάζεται Essequibo, με τα πυκνά τροπικά δάση (ζούγκλα) και τα πολλά γλυκά νερά.

Τα κοιτάσματα πετρελαίου ανακαλύφθηκαν από τις αμερικανικές Exxon και Hess (εξαγοράστηκε από την Chevron), με παραγωγή πέραν των 400.000 βαρελιών την ημέρα που καταλήγουν κυρίως στα αμερικανικά διυλιστήρια του Κόλπου του Μεξικού για επεξεργασία.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η Γουιάνα αρνήθηκε πρόσφατα να ενταχθεί στον πετρελαϊκό καρτέλ του ΟΠΕΚ λόγω φιλοδυτικών σχέσεων, ενώ η Βενεζουέλα είναι ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ παρότι έχει χάσει την παλιά της αίγλη και παραγωγή λόγω των δυτικών κυρώσεων.

Η ένταση αυτή ίσως να εξελιχθεί σε εισβολή από τη μεριά της Βενεζουέλας για ενδεχόμενη προσάρτηση (annexation) της επαρχίας Essequibo από τη Γουιάνα, όπως ακριβώς έκανε η Ρωσία με την Κριμαία της Ουκρανίας το 2014.

Αυτό το γεγονός θα ξυπνήσει τα αντανακλαστικά των ΗΠΑ και της Βραζιλίας, οι οποίες έχουν απειλήσει τη Βενεζουέλα με αποστολή στρατού και ναυτικού για την αποτροπή αυτού του σεναρίου, με απροσδόκητες συνέπειες για τις τιμές πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά.

Νέος «Πράσινος» ενεργειακός χάρτης

Η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια και στην Πράσινη εποχή (COP 28) με τη χρησιμοποίηση φιλικές-προς-το περιβάλλον τεχνολογίες (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας-ΑΠΕ) θα ξανασχεδιάσει τον νέο ενεργειακό χάρτη για τα επόμενα 30 χρόνια. Ήδη, οι μεγάλες δυνάμεις καλοβλέπουν χώρες σε Αφρική και Λατινική Αμερική με πλούσια κοιτάσματα από τα λεγόμενα «Πράσινα» μέταλλα όπως ο χαλκός, λίθιο, κοβάλτιο, μαγκάνιο, νικέλιο, γραφίτης και οι σπάνιες γαίες, αναγκαία για τις Πράσινες τεχνολογίες. Μέσα στο 2024, αναμένεται να ενταθεί ο ανταγωνισμός για Πράσινους πόρους μεταξύ των δύο πόλων- δυτικοί σύμμαχοι (ΗΠΑ-Ε.Ε. -ΝΑΤΟ) εναντίον του τόξου Κίνας-Ρωσίας (BRICS), να αναδιαμορφώνει τη γεωπολιτική και το εμπόριο και να επανασχεδιάζει τον χάρτη των ενεργειακών πόρων.

Επίλογος

Το 2024 θα είναι μια ενδιαφέρουσα χρονιά για τους υπεύθυνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής των Κεντρικών Τραπεζών, καθώς θα πρέπει να ζυγίσουν σωστά τον κίνδυνο επανεμφάνισης των πληθωριστικών πιέσεων με το αδύναμο μακροοικονομικό περιβάλλον (επιδείνωση στην κατανάλωση και την απασχόληση). Οι προσδοκίες για μεγάλες μειώσεις επιτοκίων αναμένεται να είναι διαφορετικές σε ΗΠΑ και Ευρώπη, καθώς η οικονομία των ΗΠΑ είναι ισχυρότερη από το αναμενόμενο, σε σύγκριση με την αδύναμη οικονομία της Ευρωζώνης και ειδικά της Γερμανίας. Όμως, όλα τα σενάρια μπορούν να ανατραπούν το 2024, καθώς οι πιθανότητες ενός γεωπολιτικού ατυχήματος στη Μέση Ανατολή ή μιας πιο σοβαρής οικονομικής επιβράδυνσης σε Κίνα, Ευρώπη και ΗΒ θα είναι αυξημένες (καθώς οι επιπτώσεις των επιτοκιακών αυξήσεων γίνονται αισθητές με καθυστέρηση).

*Υπεύθυνου Επενδυτικής Έρευνας στην Exclusive Capital

Διαβάστε επίσης: Η χρονιά των Confidential, του πληθωρισμού και της εξόδου από τα «σκουπίδια»

-

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ