Offcanvas
Offcanvas
Η Ευρώπη κινδυνεύει να πληρώσει το υψηλότερο τίμημα, σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Ο πόλεμος στο Ιράν κλιμακώνεται και οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό επανεμφανίζονται, φέρνοντας στο προσκήνιο τις αποφάσεις των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών για τον αντίκτυπο της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία και στις τιμές καταναλωτή.
Η αμερικανική Fed συνεδριάζει σήμερα, ενώ η ΕΚΤ, η Τράπεζα, η Τράπεζα της Αγγλίας και της Ιαπωνίας θα εκδώσουν αύριο τις ανακοινώσεις τους την Πέμπτη.
«Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου ασκεί ανοδική πίεση στον πληθωρισμό και αυτή η εξέλιξη μεταβάλλει εντελώς τα σχέδια των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του κόσμου» λένε στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς.
«Το μεγάλο ερώτημα που αντιμετωπίζουν τώρα οι αγορές, και ένα στο οποίο η ΕΚΤ και η Fed θα πρέπει να δώσουν απάντηση, είναι πώς έχει αλλάξει το τοπίο των επιτοκίων μετά την έναρξη του πολέμου και τις επακόλουθες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου», προσθέτουν.
Οι αναλυτές της Unicredit αναμένουν ότι «οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες θα περιμένουν να δουν αυτή τη φορά και να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο της απότομης αύξησης των τιμών της ενέργειας στον πληθωρισμό».
Η Fed αναμένεται να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, «αν και βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση», λέει η οικονομολόγος Νικόλ Σέρβι της Wells Fargo.
«Πονοκέφαλος» στην Φρανκφούρτη
Στη Φρανκφούρτη, η ΕΚΤ θεωρούσε πριν τον πόλεμο ότι βρισκόταν σε καλή θέση τους τελευταίους μήνες για να διατηρήσει τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη εντός του εύρους-στόχου 2%. Ωστόσο, οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και οι αντίποινα της Τεχεράνης στην περιοχή του Κόλπου, κρίσιμη για τον παγκόσμιο εφοδιασμό με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, έχουν βυθίσει τις αγορές ενέργειας σε σημαντική αναταραχή.
«Μόνο και μόνο μια ματιά στα πρατήρια βενζίνης σε όλη την Γηραιά ήπειρο είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς ότι έρχεται αύξηση στον πληθωρισμό», λένε στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς.
«Ο χρόνος είναι πάντως μια κρίσιμη μεταβλητή: όσο περισσότερο χρονικό διάστημα κρατήσει ο πόλεμος, τόσο περισσότερες έκτακτες επιχειρήσεις θα χρειαστούν, μερικές από τις οποίες δεν έχουν επιχειρηθεί ποτέ πριν, για να περιοριστούν οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης», προσθέτουν οι ίδιες πηγές.
Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν, η Ευρώπη κινδυνεύει να πληρώσει το υψηλότερο τίμημα, σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. « Η Αμερική δεν είναι άτρωτη στις αυξήσεις τιμών από την «εκτόξευση» του αργού, αλλά, σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν έχει πραγματικό πρόβλημα έλλειψης πετρελαίου».
Η ΕΕ μπορεί να αντέξει τρεις μήνες αβεβαιότητας με μέτρα που μπορούν να περιορίσουν την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Αλλά μετά από αυτό το διάστημα, η ΕΕ θα αναγκαστεί να καταφύγει σε έκτακτα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της νομισματικής πολιτικής, για να μειώσει τον αντίκτυπο μιας υφεσιακής τάσης που θα επιδείνωνε την τρέχουσα, ήδη στάσιμη, κατάσταση.
Αναστολή Συμφώνου Σταθερότητας
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να αναγκαστεί να αναστείλει και πάλι τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για μέτρα που μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος για τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις και να αποτρέψουν την ύφεση», εκτιμούν παράγοντες της αγοράς.
Τα κράτη μέλη πρέπει να προετοιμαστούν να αναλάβουν χρέη για να μειώσουν τους φόρους στις τιμές των καυσίμων και στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Αυτό το χρέος, ωστόσο, δεν μπορεί να επιβαρύνει τους ήδη αποσταθεροποιημένους προϋπολογισμούς πολλών ευρωπαϊκών κρατών. Ενδεχομένως να απαιτείται μια καινοτομία στην ποσοτική χαλάρωση, μέσω της απορρόφησης του εθνικού χρέους από την ΕΚΤ και της σημαντικής αναβολής της αποπληρωμής του, για παράδειγμα, σε διάστημα 50 ετών. Αυτό θα εξουδετέρωνε την κορύφωση του αντίκτυπου των τιμών της ενέργειας στην οικονομία.
Χωρίς πανικό
Η ΕΚΤ πιθανότατα θα αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια για έκτη συνεχόμενη συνεδρίαση, καθώς «θέλει να καταστήσει σαφές ότι δεν πανικοβάλλεται», σύμφωνα με τον οικονομολόγο Τζακ Αλεν-Ρέινολτς της Capital Economics. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ «δεν θα αντιδράσει πρόωρα στις κινήσεις των τιμών της ενέργειας». Αυτές οι κινήσεις είναι «πολύ ακραίες, αλλά και πολύ ασταθείς». Παραμένει ασαφές πώς αυτό θα επηρεάσει τον πληθωρισμό μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. « Εάν ο πληθωρισμός αυξηθεί, η ΕΚΤ θα είναι διατεθειμένη να αυξήσει τα επιτόκια και, αντίστροφα, εάν ο πληθωρισμός δείξει σημάδια υποχώρησης, πιθανότατα θα κάνει πίσω», λέει η Αλεν-Ρέινολτς.
Ο πόλεμος, έχει αλλάξει ωστόσο, τα πάντα: η εκτεταμένη ρευστοποίηση των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης αντανακλά τους φόβους της αγοράς ότι η ΕΚΤ μπορεί να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια ως απάντηση σε μια πιθανή αύξηση του πληθωρισμού. Οι επενδυτές θεωρούν πλέον το πιο πιθανό σενάριο η κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές φέτος, κατά 25 μονάδες βάσης, κάθε φορά. Εάν υλοποιηθεί αυτό το σενάριο της αγοράς, η πρώτη αύξηση των επιτοκίων θα πραγματοποιηθεί στη συνεδρίαση του Ιουνίου και η δεύτερη στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου.
Η περίπτωση της Fed είναι πιο περίπλοκη, καθώς ο απερχόμενος πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, οχυρώνεται « πίσω από τα δεδομένα» για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των κατηγοριών του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιμένει ότι η Fed πρέπει να μειώσει τα επιτόκια και διατηρεί ένα συνεχές μπαράζ πιέσεων.
Η αγορά έχει αλλάξει πάντως την πρόβλεψή της- από δύο μειώσεις επιτοκίων των 25 μονάδων βάσης κάθε φορά τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο- στην αναμονή μόνο μίας, εν μέσω φόβων για αύξηση του πληθωρισμού. Ο Τραμπ θα συνεχίσει να ζητά μειώσεις, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο κίνδυνος περαιτέρω αυξήσεων των τιμών δεν δικαιολογεί τη μείωση των επιτοκίων αυτή τη στιγμή.