Σύμφωνα με την JPMorgan Chase & Co., οι προοπτικές για την παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση είναι πιθανό να είναι πιο ασταθείς από ό,τι περίμεναν οι επενδυτές.
«Έχουμε κάνει μια μικρή αναπροσαρμογή», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Τζέιμς Γιανόσκι, ο συνδιευθυντής της ομάδας φυσικών πόρων της JPMorgan με έδρα το Λονδίνο. Η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια «θα πραγματοποιηθεί, αλλά θα είναι πιο μακροχρόνια από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως, με μεγαλύτερη αστάθεια και με ορισμένους υποτομείς να προχωρούν ταχύτερα από άλλους».
Ο ίδιος αναφέρει ότι η JPMorgan δε σχεδιάζει να αποσυρθεί από τη χρηματοδότηση εταιρειών που συνδέονται με την ενεργειακή μετάβαση, σημειώνοντας ότι η τράπεζα διοργανώνει μια σύνοδο τον Μάρτιο με σκοπό να βοηθήσει τις εταιρείες καθαρών τεχνολογιών να συγκεντρώσουν κεφάλαια για την ανάπτυξη του μετοχικού τους κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα, το γεωπολιτικό, επιχειρηματικό και οικονομικό πλαίσιο σημαίνει ότι τα ορυκτά καύσιμα συνεχίζουν να προσελκύουν κεφάλαια, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ανόδου της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων που απαιτούνται για την τροφοδοσία της.
Υπάρχει ακόμα αύξηση στο ποσό των κεφαλαίων που διατίθενται στην οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, δήλωσε ο Γιανόσκι, ο ρόλος του οποίου στην επενδυτική τραπεζική μονάδα της JPMorgan καλύπτει την παγκόσμια ενέργεια, την ηλεκτρική ενέργεια, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την εξόρυξη. «Ωστόσο, η προβλεπόμενη τάση που υποδείκνυει μείωση των παραδοσιακών ορυκτών καυσίμων και στη συνέχεια σταθεροποίησή τους δεν έχει υλοποιηθεί».
Είναι σαφές ότι «το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα παραμείνουν ένα σημαντικό μέρος του ενεργειακού μείγματος στο άμεσο μέλλον», δήλωσε. «Επομένως, δε μιλάμε πραγματικά για μετάβαση ή αντικατάσταση σε αυτό το σημείο, αλλά περισσότερο για μια προσθήκη για την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης».
Οι προοπτικές για μια μετάβαση από τις τεχνολογίες υψηλών εκπομπών άνθρακα προς καθαρότερες, πιο πράσινες εναλλακτικές λύσεις έχουν περιπλεγεί από ένα μείγμα πολιτικών αντιδράσεων στις ΗΠΑ, ανησυχιών για την ανταγωνιστικότητα στην Ευρώπη και την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η καθαρή ενέργεια προσελκύει επενδύσεις ρεκόρ, οι πράσινες μετοχές έχουν υψηλές αποδόσεις και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι γενικά η φθηνότερη μορφή ενέργειας. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εναντιωθεί σε τομείς όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, καθώς προσπαθεί να ενισχύσει την παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου και ακόμη και άνθρακα.
Υπάρχουν ακόμη συμφωνίες μετάβασης που πρέπει να γίνουν, αν και με κάπως διαφορετικό επίκεντρο από αυτό που θα περίμενε κανείς, σημείωσε ο Γιανόσκι. «Σήμερα η συζήτηση δεν αφορά μόνο την ενεργειακή μετάβαση, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια, την ενεργειακή κυριαρχία και την οικονομική προσιτότητα», τόνισε.
Η JPMorgan εξετάζει ευκαιρίες χρηματοδότησης στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, δήλωσε. Η τράπεζα ενδιαφέρεται επίσης να συνάψει συμφωνίες για τη χρηματοδότηση του εκσυγχρονισμού του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας και της αποθήκευσης μπαταριών.
Καμία τράπεζα δεν είναι μεγαλύτερη από την JPMorgan όσον αφορά τη χρηματοδότηση ενεργειακών συμφωνιών συνολικά, σύμφωνα με το BloombergNEF. Για κάθε δολάριο που η JPMorgan παρείχε στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων διέθεσε 69 σεντς σε πράσινα έργα, σύμφωνα με μια έκθεση του BNEF του Σεπτεμβρίου που εξετάζει τις συναλλαγές μέχρι το τέλος του 2024.
Για να έχει ο κόσμος την ευκαιρία να περιορίσει την υπερθέρμανση του πλανήτη στο κρίσιμο όριο των 1,5 °C, οι κατανομές κεφαλαίων σε πράσινα έργα πρέπει να είναι τετραπλάσιες από το ποσό που δαπανάται για ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg.
Ο Γιανόσκι υποστηρίζει ότι η JPMorgan συνεχίζει «να επιδιώκει να χρηματοδοτήσει ενεργά το τμήμα της επιχείρησης με χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα και να προσπαθεί να το επεκτείνει». Ωστόσο, η τράπεζα «έχει επενδύσει λιγότερο κεφάλαιο σε αυτόν τον τομέα από ό,τι ελπίζαμε, καθώς ορισμένοι πελάτες απέσυραν ή ανέβαλαν έργα τον τελευταίο καιρό».
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: ΕΚΤ: Χωρίς βιασύνη οι αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική παρά τις πιέσεις από την αγορά


