Η Ευρώπη «έχει χάσει το διαδίκτυο», προειδοποιεί ο επικεφαλής της βελγικής κυβερνοασφάλειας Μιγκέλ ντε Μπρούικερ, περιγράφοντας μια ήπειρο τεχνολογικά εξαρτημένη από αμερικανικούς κολοσσούς στο cloud, στην τεχνητή νοημοσύνη και στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές. Το αποτέλεσμα, όπως λέει, είναι ότι η ψηφιακή κυριαρχία της ΕΕ παραμένει περισσότερο σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Ο διευθυντής του Centre for Cybersecurity Belgium (CCB) δηλώνει στους Financial Times ότι σήμερα είναι «πρακτικά αδύνατο» τα δεδομένα να αποθηκεύονται πλήρως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η αγορά υποδομών ελέγχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από αμερικανικές εταιρείες. «Έχουμε χάσει όλο το cloud, έχουμε χάσει το διαδίκτυο, ας είμαστε ειλικρινείς», σημειώνει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ο στόχος για «100% πληροφορίες εντός ΕΕ» είναι μη ρεαλιστικός.
Ο Ντε Μπρούικερ υπογραμμίζει ότι ο κυβερνοχώρος είναι πλέον σχεδόν εξ ολοκλήρου εμπορευματοποιημένος και ιδιωτικός, γεγονός που καθιστά τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βαθιά εξαρτημένες από εταιρείες, στην πλειονότητά τους αμερικανικές. Αν και δεν θεωρεί την εξάρτηση αυτή «τεράστιο πρόβλημα ασφάλειας» από μόνη της, εκτιμά ότι η Ευρώπη χάνει το τρένο των κρίσιμων τεχνολογιών, όπως το cloud και η τεχνητή νοημοσύνη, που είναι απαραίτητες για την άμυνα απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις.
Το δίλημμα της ψηφιακής κυριαρχίας
Ο Βέλγος αξιωματούχος ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ προσεγγίζει τη λεγόμενη «τεχνολογική κυριαρχία», σημειώνοντας ότι η σχετική συζήτηση συχνά παίρνει «θρησκευτικό» χαρακτήρα και στερείται σαφήνειας. «Σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να ορίσουμε με σαφήνεια τι σημαίνει για εμάς κυριαρχία στον ψηφιακό τομέα», τονίζει, καλώντας τις Βρυξέλλες να εγκαταλείψουν τη λογική της άμυνας απέναντι στους hyperscalers των ΗΠΑ και να επενδύσουν σε δικές τους ισχυρές υποδομές.
Κατά τον ίδιο, το παράδειγμα που θα έπρεπε να εμπνεύσει την ΕΕ είναι η δημιουργία της Airbus, η οποία οικοδομήθηκε ως πανευρωπαϊκό βιομηχανικό εγχείρημα με ισχυρή πολιτική στήριξη. «Χρειαζόμαστε μια αντίστοιχη πρωτοβουλία σε επίπεδο ΕΕ στον κυβερνοχώρο», σημειώνει, καλώντας τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν ιδιωτικές πρωτοβουλίες κλίμακας σε πεδία όπως το cloud και οι τεχνολογίες ψηφιακής ταυτότητας.
Ευρώπη: Ο ρόλος της ρύθμισης
Ο Ντε Μπρούικερ δεν κρύβει την ανησυχία του για το πώς η ευρωπαϊκή ρύθμιση τείνει να λειτουργεί ως τροχοπέδη στην καινοτομία, φέρνοντας ως παράδειγμα τον κανονισμό για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act). Όπως υποστηρίζει, η νομοθεσία που σχεδιάστηκε για να ελέγξει μια ταχέως αναπτυσσόμενη τεχνολογία τελικά «μπλοκάρει» την ανάπτυξη ευρωπαϊκών λύσεων σε έναν τομέα όπου οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις προπορεύονται.
Παρά ταύτα, αναγνωρίζει ότι στην Ευρώπη υπάρχουν ήδη παίκτες-κλειδιά στην ψηφιακή υποδομή, όπως η OVHcloud στη Γαλλία και η Schwarz Digital στη Γερμανία, οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν πυρήνα μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η συζήτηση για την απεξάρτηση από κολοσσούς όπως η Amazon και για την ενίσχυση της «τεχνολογικής κυριαρχίας» της ΕΕ, όπως λέει, πρέπει να μετακινηθεί από τη ρητορική στις στοχευμένες επενδύσεις.
Κυβερνοεπιθέσεις και γεωπολιτική πίεση στην Ευρώπη
Ως έδρα ευρωπαϊκών θεσμών και του ΝΑΤΟ, το Βέλγιο βρίσκεται στο επίκεντρο ενός αυξανόμενου κύματος υβριδικών επιχειρήσεων, που αποδίδονται στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Μόνο πέρυσι, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με πέντε μεγάλα κύματα επιθέσεων DDoS, διάρκειας ημερών, τα οποία στόχευαν καθημερινά έως και 20 οργανισμούς, από επιχειρήσεις έως δημόσιες υπηρεσίες.
Οι επιθέσεις αποδίδονται σε «Ρώσους hacktivists» και συνδέονται συχνά χρονικά με δηλώσεις Ευρωπαίων πολιτικών εναντίον της Ρωσίας, ακόμη και όταν δεν πρόκειται για Βέλγους αξιωματούχους αλλά για στελέχη της ΕΕ στις Βρυξέλλες. Παρά την ένταση, ο Ντε Μπρούικερ υποβαθμίζει τον άμεσο αντίκτυπο αυτών των ενεργειών, καθώς τις χαρακτηρίζει κυρίως διαταρακτικές και όχι κλοπές δεδομένων: στόχος τους είναι να «παραλύσουν προσωρινά» ιστοσελίδες και πύλες.
Η αναγκαία, αλλά προβληματική, εξάρτηση από τις ΗΠΑ
Ο Βέλγος επικεφαλής κυβερνοασφάλειας υπενθυμίζει ότι οι αμερικανικοί hyperscalers ήταν καθοριστικοί για τη διάσωση δεδομένων από ρωσικές επιθέσεις μετά την εισβολή στην Ουκρανία, αναδεικνύοντας την πρακτική αξία αυτής της εξάρτησης. Εκφράζει επίσης την πεποίθησή του ότι η συνεργασία με τις αμερικανικές εταιρείες για την αντιμετώπιση «κακών παικτών» θα συνεχιστεί, ακόμη κι αν οι ίδιες έχουν έρθει πιο κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι θα απομακρύνει τις ΗΠΑ από τον ρόλο εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η εικόνα που σκιαγραφεί είναι μια Ευρώπη παγιδευμένη σε μια αντίφαση: από τη μία πλευρά επιδιώκει στρατηγική αυτονομία στον ψηφιακό τομέα, από την άλλη συνεχίζει να βασίζεται στις υποδομές και την τεχνογνωσία των αμερικανικών κολοσσών για την άμυνα απέναντι στις κυβερνοαπειλές.
Πηγή: ot.gr
Διαβάστε επίσης: Η μεταποίηση «φρενάρει» ξανά στην Ευρωζώνη

