Μια μικρή εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ, χωρίς έσοδα, χωρίς εμπορεύσιμα προϊόντα και με ανοιχτή έρευνα από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, αποτιμάται σήμερα στα 14 δισ. δολάρια στο Nasdaq.
Η Regencell Bioscience Holdings δηλώνει επισήμως ότι αναπτύσσει «φυτικές θεραπείες παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής για τον αυτισμό και τη ΔΕΠΥ» — και αποτελεί ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα της νέας φρενίτιδας των meme stocks, όπως σχολιάζει η Wall Street Journal.
Έκρηξη τιμής χωρίς επιχειρηματική βάση
Παρά τις διαρκείς ζημιές και την πλήρη απουσία εσόδων, η Regencell έκλεισε την περασμένη εβδομάδα με χρηματιστηριακή αξία 15,5 δισ. δολαρίων, αυξημένη κατά 50% από τις αρχές του έτους και κατά 126 φορές σε σχέση με την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο το 2021.
Για λόγους σύγκρισης, μόλις 20 από τις 261 εταιρείες του δείκτη Nasdaq Biotechnology έχουν μεγαλύτερη αποτίμηση — ενώ η Regencell δεν περιλαμβάνεται καν στον δείκτη.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η μετοχή καταγράφει ακραίες διακυμάνσεις χωρίς καμία ουσιαστική ανακοίνωση: άνοδος 22% μέσα σε λίγα λεπτά και απώλεια των κερδών την ίδια ημέρα, άλμα 40% χωρίς ειδήσεις, ενώ στις αρχές Ιανουαρίου η αποτίμηση είχε φτάσει στιγμιαία τα 26 δισ. δολάρια.
Η υπόσχεση: φυτικό «φάρμακο» για ASD και ADHD
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι αναπτύσσει σκευάσματα παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής, κυρίως φυτικά μείγματα, για τη θεραπεία του αυτιστικού φάσματος και της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής–υπερκινητικότητας.
Σε γραπτή απάντηση στη WSJ, ο διευθυντής λειτουργιών της εταιρείας ανέφερε ότι ο διευθύνων σύμβουλος υπήρξε «ο πρώτος ασθενής» και είχε «εντυπωσιακά αποτελέσματα», προσθέτοντας ότι στόχος είναι η καθολική πρόσβαση στη θεραπεία. Παράλληλα, η διοίκηση αποδίδει τη μεταβλητότητα της μετοχής σε «συστηματικές επιθέσεις short sellers».
Τα επίσημα έγγραφα λένε κάτι άλλο
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της WSJ στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2025, η ίδια η Regencell παραδέχεται ότι «υπάρχει ουσιώδης αμφιβολία για τη δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητάς της», άποψη που συμμερίζεται και ο εξωτερικός της ελεγκτής.
Η εταιρεία —εγγεγραμμένη στα Νησιά Κέιμαν— δαπάνησε λιγότερο από 1 εκατ. δολάρια για έρευνα και ανάπτυξη την περασμένη χρονιά, κυρίως για μισθούς. Στην ίδια έκθεση σημειώνει ότι το μέσο κόστος για την ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου αγγίζει τα 4 δισ. δολάρια και μπορεί να ξεπεράσει τα 10 δισ.
Επιπλέον, παραπέμπει στα στοιχεία των Centers for Disease Control and Prevention, σύμφωνα με τα οποία «δεν υπάρχει θεραπεία για τον αυτισμό ή τη ΔΕΠΥ» — παρουσιάζοντας, ωστόσο, αυτή την πραγματικότητα ως επιχειρηματική ευκαιρία.
Έρευνα του υπουργείου Δικαιοσύνης
Τον Οκτώβριο, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι έλαβε κλήτευση από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στο πλαίσιο έρευνας για τη διαπραγμάτευση της μετοχής της. Οι αμερικανικές αρχές ζήτησαν στοιχεία για τη λειτουργία, τα οικονομικά και τη λογιστική της εταιρείας.
Στο μεταξύ, τα διαθέσιμα μετρητά και επενδύσεις ανέρχονταν σε μόλις 4,9 εκατ. δολάρια στα τέλη Ιουνίου, μειωμένα από 8 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η Regencell αναμένει αυξημένα κόστη λόγω της έρευνας. Οι καθαρές ζημιές για το 2025 διαμορφώθηκαν στα 3,6 εκατ. δολάρια.
Με μόλις 10 εργαζομένους και τον διευθύνοντα σύμβουλο να κατέχει το 89% των μετοχών, η ελεύθερη διασπορά είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Αυτό καθιστά τη μετοχή επιρρεπή σε βίαια short squeezes, ενώ το κόστος δανεισμού για short selling είναι απαγορευτικό.
Η Regencell λειτουργεί ως καθρέφτης της σημερινής κατάστασης στις αγορές: έντονη όρεξη για παράλογο ρίσκο, ελάχιστη σύνδεση με θεμελιώδη μεγέθη και πλήθος πρόθυμων παικτών έτοιμων να ποντάρουν σε ό,τι κινείται — όσο απίθανο κι αν είναι.
Πηγή: naftemporiki.gr
Διαβάστε επίσης: Ιταλία vs Temu και Shein: Το τέλος των €2 αδειάζει αεροδρόμια και «στεγνώνει» τα logistics

