Politico: Το τίμημα για την ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά υψηλό

Το ολοένα και πιο ισχυρό ευρώ απειλεί ήδη το εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, της Γερμανίας

Η άνοδος του ευρώ κάνει τους ευρωπαίους πολιτικούς να συνειδητοποιήσουν τα μειονεκτήματα ενός στόχου που επιδιώκουν εδώ και καιρό: να μετατρέψουν το κοινό νόμισμα σε νόμισμα που θα ανταγωνιστεί το δολάριο ΗΠΑ.

Το δολάριο είναι το αποθεματικό νόμισμα του κόσμου από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν αντικατέστησε τη στερλίνα. Αυτή η ειδική ιδιότητα σημαίνει ότι είναι το νόμισμα στο οποίο διεξάγεται το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου και στο οποίο οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων. Αυτή η ζήτηση έχει επιτρέψει στην αμερικανική κυβέρνηση και στους Αμερικανούς να δανείζονται φθηνά για δεκαετίες.

To δέλεαρ του χαμηλότερου κόστους δανεισμού, ενός πιο σταθερού νομίσματος και της προστασίας από τις αμερικανικές κυρώσεις είναι ο λόγος για τον οποίο οι ευρωπαίοι πολιτικοί διατηρούν την φιλοδοξία να αντικαταστήσουν το δολάριο. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές δε θα διατηρήσουν τα αποθέματα σε ευρώ, εκτός αν είναι ισχυρό και φαίνεται πως θα παραμείνει έτσι.

Ένα ισχυρό ευρώ — το νόμισμα ξεπέρασε τα 1,20 δολάρια για πρώτη φορά σε τέσσερα χρόνια πρόσφατα — απειλεί ήδη το εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, της Γερμανίας.

«Παρακολουθώ με ανησυχία την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου εδώ και αρκετό καιρό», δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. «Η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου αποτελεί ένα σημαντικό επιπλέον βάρος για τη γερμανική εξαγωγική βιομηχανία».

Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έθεσε το ενδεχόμενο ενός σπάνιου «παγκόσμιου ευρώ» το περασμένο καλοκαίρι, όταν άρχισαν να εμφανίζονται ρωγμές στην κυριαρχία του δολαρίου ΗΠΑ. Ενώ οι ξένοι επενδυτές έχουν διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη τους στις αμερικανικές αγορές μετοχών και ομολόγων, φαίνεται ότι προστατεύουν πιο ενεργά τον εαυτό τους από τον κίνδυνο πτώσης του ίδιου του δολαρίου — συμβάλλοντας στην αύξηση της αξίας του ευρώ.

Το δολάριο εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 57% του συνόλου των παγκόσμιων αποθεμάτων, σε σύγκριση με το ευρώ, που βρίσκεται στη δεύτερη θέση με περίπου 20%.

«Αν θέλετε το νόμισμά σας να είναι παγκόσμιο αποθεματικό, πρέπει να αποδεχτείτε ότι θα ενισχυθεί», δήλωσε ο Κάρστεν Μπρζέσκι, παγκόσμιος επικεφαλής μακροοικονομικών της ING.

Η λογική είναι απλή: Όσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση για ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία, τόσο υψηλότερη είναι η συναλλαγματική ισοτιμία με άλλα νομίσματα. «Αν η ΕΚΤ επιμείνει στην ‘παγκόσμια στιγμή του ευρώ’, θα πρέπει να δεχτεί αυτό το συμβιβασμό», προσέθεσε.

Ο Μερτς ανησυχεί ότι ένα ισχυρότερο ευρώ θα κάνει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές πολύ ακριβές για τους ξένους αγοραστές, οι οποίοι θα αναζητήσουν φθηνότερα προϊόντα αλλού, βλάπτοντας την οικονομία της ΕΕ. Επίσης, τείνει να κάνει τις κινεζικές εισαγωγές στην Ευρώπη φθηνότερες, δεδομένου ότι το Πεκίνο προσπαθεί γενικά να διατηρήσει σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία του με το δολάριο. Το ευρώ βρίσκεται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών έναντι του γουάν.

Παρά ταύτα, δεν ανησυχούν μόνο οι κυβερνήσεις της ΕΕ. Ανησυχούν και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ.

Λίγες ώρες μετά την υπέρβαση του ευρώ του επιπέδου των 1,20 δολαρίων, οι κεντρικοί τραπεζίτες άρχισαν να προειδοποιούν ότι ίσως χρειαστεί να αναλάβουν δράση για να αποτρέψουν την πτώση του πληθωρισμού κάτω από το 2%.

«Παρακολουθούμε στενά αυτή την ανατίμηση του ευρώ», δήλωσε ο επικεφαλής της γαλλικής κεντρικής τράπεζας Φρανσουά Βιλερουά Ντε Γκαλό πρόσφατα σε μια ανάρτηση στο LinkedIn, επαναλαμβάνοντας παρόμοιες προειδοποιήσεις του Αυστριακού ομολόγου του, Μάρτιν Κόχερ.

«Αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που θα καθοδηγήσουν τη νομισματική μας πολιτική και τις αποφάσεις μας σχετικά με τα επιτόκια τους επόμενους μήνες», δήλωσε ο Γάλλος.

Οι εξαγωγείς της Ευρώπης βρίσκονται σε ύφεση τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω των υψηλών εγχώριων κόστους παραγωγής, του φθηνού ανταγωνισμού από την Κίνα και, τελευταία, των αμερικανικών δασμών, οι οποίοι λειτουργούν ως φόρος στις αγορές αγαθών της Ευρωζώνης από τις ΗΠΑ. Οτιδήποτε τα κάνει ακόμη πιο ακριβά στην πιο σημαντική αγορά του κόσμου θα λάβει χώρα σε μια ιδιαίτερα κακή στιγμή.

Αυτό είναι ένα υψηλό τίμημα για μια οικονομία όπως αυτή της Ευρωζώνης, η οποία έχει σταθερό εμπορικό πλεόνασμα και η βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη της οποίας εξαρτάται από μια ευνοϊκή συναλλαγματική ισοτιμία. Ένα πολύ υψηλό τίμημα, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ.

«Μπορώ να σας πω ότι αν το ευρώ φτάσει τα 1,20 δολάρια, οι Ευρωπαίοι θα αρχίσουν να διαμαρτύρονται ότι είναι πολύ ισχυρό. Είναι μια οικονομία εξαγωγών, οπότε ας δούμε τι θα συμβεί», δήλωσε ο Μπέσεντ, σύμφωνα με το POLITICO. «Πρέπει να είναι προσεκτικοί με αυτό που επιθυμούν».

Πηγή: newmoney.gr

Διαβάστε επίσης: Πώς το ασήμι έγινε η «GameStop» του 2026

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ