Το δώρο των $12 τρισ.: Μπορεί ο Πούτιν όντως να χαρίσει στις ΗΠΑ του Τραμπ έναν οικονομικό θησαυρό;

Η Μόσχα υπόσχεται επενδυτικό «Ελ Ντοράντο» σε αντάλλαγμα για άρση κυρώσεων. Ανάλυση του Economist δείχνει ότι τα υποσχόμενα κέρδη είναι μάλλον μικρότερα – και οι κίνδυνοι δεν λείπουν

Την ώρα που οι αμερικανικές πρωτοβουλίες για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία σκοντάφτουν σε ζητήματα εδαφών και εγγυήσεων ασφαλείας, ένα παράλληλο κανάλι συνομιλιών φαίνεται να εστιάζει σε κάτι πολύ πιο απτό: το χρήμα.

Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, το Κρεμλίνο φέρεται να έχει υποσχεθεί στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ συμφωνίες ύψους έως και 12 τρισ. δολαρίων, με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επικαλεστεί ουκρανικές πληροφορίες που μιλούν για τέτοιες δεσμεύσεις, ενώ ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανησυχούν ότι ο Λευκός Οίκος θα μπορούσε να πιέσει το Κίεβο σε επώδυνους συμβιβασμούς, κυνηγώντας έναν ρωσικό «χρυσό θησαυρό».

Πριν από συνάντηση του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ντόναλντ Τραμπ, συνετάχθη, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, σημείωμα για το ρωσικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας που εξηγούσε πώς θα μπορούσε να πειστεί ο Αμερικανός πρόεδρος για το «μεγαλύτερο deal όλων των εποχών».

Η πραγματική εικόνα πίσω από τα τρισ.

Η υπόσχεση για 12 τρισ. δολάρια – ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε έξι φορές το ετήσιο ΑΕΠ της Ρωσίας – μοιάζει περισσότερο με πολιτική υπερβολή, σχολιάζει ο Economist.

Πριν από τον πόλεμο, το 2021, οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη Ρωσία έφταναν τα 90 δισ. ευρώ. Οι αμερικανικές εξαγωγές, αντίθετα, ήταν μόλις 6 δισ. δολάρια. Ακόμη κι αν οι ΗΠΑ αύξαναν δραστικά το μερίδιό τους σε μια μεταπολεμική Ρωσία, τα μεγέθη παραμένουν περιορισμένα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που παραθέτει το περιοδικό, ακόμη κι αν οι αμερικανικές εταιρείες κατέκτησαν το 50% των ρωσικών εισαγωγών και το 50% των εσόδων όλων των ξένων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα, οι ετήσιες ροές θα έφταναν τα 340 δισ. δολάρια – και μάλιστα όχι καθαρά κέρδη. Για να πλησιάσει κανείς τα 12 τρισ., θα απαιτούνταν δεκαετίες απρόσκοπτης δραστηριότητας σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο περιβάλλον.

Το δέλεαρ της ενέργειας και της Αρκτικής

Το πραγματικό «δέλεαρ» αφορά τους φυσικούς πόρους. Η Ρωσία διαθέτει τεράστια, αλλά δύσκολα αξιοποιήσιμα, κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Δυτική Σιβηρία και στην Αρκτική.

Το έργο Vostok Oil της Rosneft – κόστους 160 δισ. δολαρίων – προβλέπει έως και 2 εκατ. βαρέλια ημερήσιας παραγωγής τη δεκαετία του 2030. Η Αρκτική εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποδώσει δεκάδες δισ. βαρέλια εκμεταλλεύσιμου πετρελαίου, υπό την προϋπόθεση υψηλών τιμών και τεράστιων επενδύσεων.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι είναι πολυεπίπεδοι: νομικές αβεβαιότητες, ελλιπείς γεωλογικές έρευνες από τη σοβιετική περίοδο, υψηλό κόστος υποδομών και εξάρτηση από τεχνογνωσία που σήμερα λείπει λόγω κυρώσεων.

Οι σπάνιες γαίες και η σκιά της Κίνας

Η Ρωσία φιλοδοξεί επίσης να αυξήσει το μερίδιό της στην παγκόσμια παραγωγή σπάνιων γαιών. Η Αρκτική θεωρείται ότι διαθέτει σημαντικά αποθέματα, αλλά η εξόρυξη και κυρίως η επεξεργασία απαιτούν τεχνογνωσία που σήμερα κυριαρχείται σχεδόν μονοπωλιακά από την Κίνα.

Το Πεκίνο έχει ήδη αυξήσει τη διείσδυσή του στη ρωσική οικονομία: το 57% των ρωσικών εισαγωγών το 2024 προήλθε από την Κίνα, έναντι 23% πριν από τον πόλεμο. Σημαντικό μέρος του εμπορίου διενεργείται πλέον σε γουάν.

Η πραγματικότητα είναι ότι σε πολλές αγορές που εγκατέλειψαν δυτικές εταιρείες το 2022, έχουν ήδη εισέλθει ασιατικές ή τουρκικές επιχειρήσεις, ενώ οι «παράλληλες εισαγωγές» δυτικών προϊόντων καλύπτουν μεγάλο μέρος της ζήτησης.

Οι κυρώσεις και το πολιτικό κόστος

Η άρση των κυρώσεων δεν είναι απλή υπόθεση. Περίπου 23.000 (!) μέτρα έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια. Ο Τραμπ μπορεί να άρει ορισμένα με προεδρικό διάταγμα, αλλά για πολλά θα απαιτηθεί έγκριση του Κογκρέσου – όπου οι επικριτές της Ρωσίας παραμένουν πολλοί και ισχυροί.

Παράλληλα, η Ευρώπη δύσκολα θα ευθυγραμμιστεί πλήρως με μια ταχεία άρση περιορισμών, εκτιμά ο Economist. Ακόμη και αν επιτευχθεί συμφωνία, η αβεβαιότητα θα αποθαρρύνει πολυεθνικές εταιρείες από μεγάλες δεσμεύσεις κεφαλαίων.

Ο Economist σημειώνει ότι, σε περίπτωση εύθραυστης ειρήνης, ένα νέο κύμα επιθετικότητας θα μπορούσε να επαναφέρει άμεσα τις κυρώσεις, ακυρώνοντας κάθε επενδυτικό σχέδιο.

Χρυσή ευκαιρία ή παγίδα;

Η ανάλυση καταλήγει ότι το μέγεθος της ρωσικής οικονομίας (μικρότερη από της Ιταλίας) και οι θεσμικοί κίνδυνοι περιορίζουν δραστικά το επενδυτικό αφήγημα για νέο Ελ Ντοράντο.

Δεν αποκλείεται μεμονωμένα πρόσωπα με πρόσβαση στην εξουσία να εξασφαλίσουν επικερδείς συμφωνίες. Όμως για την αμερικανική οικονομία συνολικά, η υπόσχεση των 12 τρισ. μοιάζει περισσότερο με «γεωπολιτικό δόλωμα» παρά με ρεαλιστική προοπτική.

Όπως επισημαίνει το περιοδικό, ένας πρόεδρος που θα εξετάσει ψύχραιμα την πρόταση του Κρεμλίνου οφείλει να διαχωρίσει τον θησαυρό από την παγίδα.

Πηγή: naftemporiki.gr

Διαβάστε επίσης: 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ