Του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη
Το αμερικανικό δολάριο βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής συζήτησης. Από την αρχή του 2025, το νόμισμα έχει καταγράψει αξιοσημείωτη αποδυνάμωση έναντι των βασικών του ανταγωνιστών. Σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αγορά χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες, τις φιλοδοξίες των BRICS για δημιουργία εναλλακτικών νομισματικών λύσεων και την πολιτική αβεβαιότητα στις ΗΠΑ, πολλοί αναρωτιούνται: Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της παγκόσμιας κυριαρχίας του δολαρίου; Ή μήπως πρόκειται για ένα προσωρινό φαινόμενο μέσα σε ένα πιο περίπλοκο αλλά σταθερότερο μακροπρόθεσμο σύστημα;
Η απάντηση απαιτεί ψύχραιμη θεώρηση των δεδομένων. Στο παρόν άρθρο, εξετάζουμε τις πρόσφατες εξελίξεις, τις προκλήσεις, τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του δολαρίου και το κυριότερο, τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά για τους επενδυτές με έδρα την Ευρωζώνη.
Η Πτώση του Δολαρίου το 2025: Πτώση Ή Διόρθωση;
Από την αρχή του 2025, ο δείκτης δολαρίου (DXY), ο οποίος αποτυπώνει την αξία του δολαρίου έναντι ενός καλαθιού βασικών νομισμάτων (ευρώ, γιεν, στερλίνα, καναδικό δολάριο, σουηδική κορόνα και ελβετικό φράγκο), υποχώρησε περίπου 10%, από επίπεδα κοντά στις 110 μονάδες σε μια τρέχουσα ζώνη 98-99 μονάδων. Σε πρώτη ανάγνωση, αυτό μοιάζει σαν μια σημαντική απώλεια ισχύος για το αμερικανικό νόμισμα.
Προφανώς, ένα υπερβολικά ισχυρό δολάριο έχει αρνητικές συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. Ένα ασθενές δολάριο επηρεάζει αρνητικά τη χώρα στο σύνολό της, καθώς οι ΗΠΑ είναι καθαρός εισαγωγέας αγαθών και υπηρεσιών. Ένα φθηνότερο δολάριο αυξάνει το κόστος εισαγωγών από καταναλωτικά προϊόντα έως πρώτες ύλες, επιτείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Σε αντίθεση με οικονομίες που βασίζονται στις εξαγωγές και ενίοτε επωφελούνται από ένα ασθενέστερο νόμισμα, οι ΗΠΑ στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές για τη λειτουργία του καταναλωτικού και παραγωγικού τους μοντέλου. Συνεπώς, η υποτίμηση του δολαρίου δεν είναι ένα απλό εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, αλλά συχνά συνεπάγεται πραγματικό κόστος για την οικονομία.
Ωστόσο, όταν εξετάσουμε τα ιστορικά στοιχεία από το 1990 και μετά, διαπιστώνεται ότι επίπεδα της τάξης των 110 μονάδων για τον δείκτη DXY είναι ασυνήθιστα υψηλά. Τέτοιες τιμές εμφανίστηκαν μόνο σε περιόδους έντονων παγκόσμιων αναταραχών ή εξαιρετικής νομισματικής σύσφιγξης από τη Fed, όπως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ή κατά την ενεργειακή κρίση του 2022–2023. Συνεπώς, η εκκίνηση του 2025 από τις 110 μονάδες αντανακλούσε μια συγκυριακή υπερτίμηση του δολαρίου. Η σημερινή πτώση δεν αποτελεί ένδειξη αποδυνάμωσης του θεμελιώδους ρόλου του, αλλά επιστροφή σε πιο «φυσιολογικά» και βιώσιμα επίπεδα, συμβατά με ιστορικούς μέσους όρους.
Γεωπολιτικές Εντάσεις και Προσωρινή Ενίσχυση του Δολαρίου
Το καλοκαίρι του 2025, η έκρηξη της κρίσης μεταξύ Ιράν και Ισραήλ έφερε ξανά στο προσκήνιο τον ρόλο του δολαρίου ως ασφαλούς καταφυγίου. Κατά τη διάρκεια των εντάσεων, ο δείκτης δολαρίου παρουσίασε άνοδο 0,4%, ενώ παράλληλα ενισχύθηκαν και άλλα παραδοσιακά καταφύγια όπως το ιαπωνικό γιεν και το ελβετικό φράγκο. Αυτή η αντίδραση αντανακλά τη διαχρονική εμπιστοσύνη των επενδυτών στο δολάριο κατά τις περιόδους υψηλής αβεβαιότητας.
Ωστόσο, μόλις οι εντάσεις αποκλιμακώθηκαν και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι υποχώρησαν, το δολάριο επανήλθε γρήγορα σε πτωτική τάση. Αυτό το φαινόμενο επιβεβαιώνει την πολύπλευρη δυναμική του δολαρίου: παρότι μπορεί να υποχωρεί σε περιόδους ειρήνης και κανονικότητας, διατηρεί τον ρόλο του ως «καταφύγιο» όταν οι αγορές δοκιμάζονται από σοβαρές κρίσεις και εξακολουθεί να δεσπόζει, με όλες του τις αδυναμίες, ως η πιο σταθερή και εμπιστευτή επιλογή στο παγκόσμιο συναλλαγματικό σύστημα.
Πιέσεις και προκλήσεις στο σύστημα του δολαρίου
Παρά τη σταθερότητα στο θεμελιώδες υπόβαθρο, υπάρχουν τρεις σημαντικοί λόγοι που ασκούν πίεση στο δολάριο το 2025.
Πρώτον, η νομισματική πολιτική της Federal Reserve. Μετά από μια περίοδο επιθετικής αύξησης επιτοκίων κατά την περίοδο 2021-2023, η Fed έχει υιοθετήσει πιο σταθερή ή συγκρατημένη στάση, χωρίς όμως ακόμη να έχει ξεκινήσει κύκλο μείωσης επιτοκίων. Οι αγορές προεξοφλούν μειώσεις, γεγονός που, εάν συμβεί, αυξάνει την προσφορά δολαρίων και μειώνει την ελκυστικότητα του νομίσματος έναντι άλλων. Όσο πιο φθηνό γίνεται το χρήμα, τόσο περισσότερο κυκλοφορεί και τόσο περισσότερο υποχωρεί η αξία του.
Δεύτερον, το αμερικανικό χρέος και έλλειμμα. Το χρέος των ΗΠΑ προσεγγίζει πλέον τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, με το έλλειμμα του 2025 να αναμένεται να υπερβεί τα 2 τρισ. Αυτοί οι αριθμοί προκαλούν ανησυχία σε παγκόσμιους επενδυτές και επιβαρύνουν την εμπιστοσύνη στο δολάριο, ιδίως καθώς εντείνεται ο φόβος μακροπρόθεσμης πληθωριστικής πίεσης ή απώλειας αξίας.
Τρίτον, η γεωπολιτική και πολιτική αβεβαιότητα στις ΗΠΑ, με αιχμή την επανεμφάνιση του Donald Trump στο προσκήνιο. Οι πρώτες ημέρες της διακυβέρνησης του σημαδεύτηκαν από 78 εκτελεστικά διατάγματα και την επιβολή υψηλών δασμών σε σημαντικούς εμπορικούς εταίρους, που προκάλεσαν διεθνές σοκ. Ως αποτέλεσμα, το δολάριο κατέγραψε ταχεία πτώση, ενώ το επενδυτικό κλίμα επιδεινώθηκε, οδηγώντας μέρος των κεφαλαίων εκτός ΗΠΑ.
Η Άνοδος του Χρυσού
Το 2024 αποτέλεσε ορόσημο για τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως καθώς αγόρασαν πάνω από 1.000 τόνους χρυσού, ποσότητα ρεκόρ που αύξησε το μερίδιο του στα παγκόσμια αποθεματικά στο 20%. Αυτή η αυξημένη ζήτηση αντανακλά τη συνεχιζόμενη αναζήτηση ενός ασφαλούς καταφυγίου απέναντι στις γεωπολιτικές εντάσεις, τις οικονομικές αβεβαιότητες και τις διακυμάνσεις των νομισμάτων.
Την τελευταία πενταετία οι μεγαλύτεροι αγοραστές χρυσού ήταν η Ρωσία και η Κίνα δύο χώρες με ισχυρά γεωπολιτικά κίνητρα να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο και να θωρακίσουν τα αποθεματικά τους απέναντι σε δυτικές κυρώσεις και πιθανούς χρηματοοικονομικούς αποκλεισμούς. Η πολιτική αυτή κίνηση προς την αποδολαριοποίηση εκφράζει κυρίως μια στρατηγική ανάγκη για αυξημένη ανεξαρτησία και ασφάλεια και όχι απαραίτητα αμφισβήτηση της γενικής αποτελεσματικότητας του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.
Παρά τις αγορές αυτές οι μεγαλύτερες αποθήκες χρυσού παραμένουν σταθερά υπό τον έλεγχο των δυτικών κρατών με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν την πρώτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη αποθεμάτων. Η διαχρονική αυτή κυριαρχία του χρυσού στις Ηνωμένες Πολιτείες εξασφαλίζει και ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και των κεντρικών τραπεζών στη σταθερότητα και το βάθος της αμερικανικής οικονομίας.
Επιπλέον η άνοδος του χρυσού σε αυτό το πλαίσιο λειτουργεί και ως ασφάλεια έναντι των πληθωριστικών πιέσεων και των χρηματοπιστωτικών κινδύνων. Η ζήτηση για χρυσό λοιπόν δεν είναι απλώς αντίδραση στην τρέχουσα κρίση αλλά στρατηγική επένδυση για τη διατήρηση της αξίας σε βάθος χρόνου.
Οι «ανταγωνιστές»: BRICS, Ευρώ και Ψηφιακά Νομίσματα
Η συζήτηση για το κοινό νόμισμα των BRICS ως εναλλακτική στο δολάριο επανέρχεται, αλλά οι προτάσεις δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Οι οικονομίες των BRICS είναι ετερογενείς, με περιορισμένη ρευστότητα και διαφάνεια και η δημιουργία αξιόπιστου αποθεματικού νομίσματος απαιτεί θεσμικό υπόβαθρο, βάθος αγοράς, σταθερότητα και διαφάνεια.
Παρά τις συζητήσεις για την ανάδειξη του κινεζικού γουάν ως ανταγωνιστή του δολαρίου, οι προκλήσεις είναι σημαντικές. Το γουάν δεν έχει τη ρευστότητα, τη διεθνή αποδοχή και κυρίως τη σταθερότητα που απαιτείται για να αντικαταστήσει το δολάριο. Επίσης, η αυστηρή κρατική ρύθμιση της συναλλαγματικής του ισοτιμίας και η περιορισμένη αγορά ομολόγων σε γουάν δημιουργούν σημαντικά εμπόδια.
Επιπλέον, τα πειράματα της Κίνας με το ψηφιακό γουάν και τα σχέδια δημιουργίας περιφερειακών νομισματικών διακανονισμών βασισμένων σε εθνικά νομίσματα παραμένουν περιορισμένης εμβέλειας. Οι περισσότερες συναλλαγές ενέργειας, ακόμη και από χώρες που ανήκουν στους BRICS, συνεχίζουν να εκκαθαρίζονται σε δολάρια. Ο πετρογουάν, δηλαδή οι συναλλαγές πετρελαίου που αποτιμώνται και εκκαθαρίζονται σε κινεζικά γουάν αντί για δολάρια, παραμένει μια περιφερειακή προσπάθεια. Πρόκειται κυρίως για διμερείς συμφωνίες της Κίνας με χώρες όπως η Ρωσία ή η Σαουδική Αραβία και όχι για παγκόσμιο σημείο αναφοράς ή ευρέως αποδεκτό μηχανισμό τιμολόγησης ενέργειας.
Το ευρώ, παρά την σταθερότητά του, δεν έχει κατορθώσει να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία από το δολάριο. Οι λόγοι είναι θεσμικοί: απουσία ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής, περιορισμένο βάθος στις αγορές κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης και έλλειψη στρατηγικής πολιτικής βαρύτητας της Ε.Ε. έναντι των ΗΠΑ. Ωστόσο, το ευρώ προσφέρει ένα αξιόπιστο και σταθερό εναλλακτικό μέσο συναλλαγών και αποθεματικού. Η ενίσχυση των θεσμικών μηχανισμών της Ε.Ε., όπως η κοινή εγγύηση καταθέσεων, η ενοποίηση του εποπτικού πλαισίου και η έκδοση πανευρωπαϊκών ομολόγων, θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να ενδυναμώσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ.
Παράλληλα, η εισαγωγή των κεντρικά εκδοθέντων ψηφιακών νομισμάτων, γνωστών ως CBDCs, προσθέτει μια νέα δυναμική στη συζήτηση για το μέλλον των αποθεματικών νομισμάτων. Πολλές χώρες διερευνούν την ανάπτυξη CBDCs με στόχο τη διευκόλυνση των διεθνών συναλλαγών, τη μείωση κόστους και τη βελτίωση της διαφάνειας. Ωστόσο, τα CBDCs βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης και εφαρμογής, ενώ οι προκλήσεις όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα, την κυριαρχία των δεδομένων και την πολιτική συνεργασία παραμένουν σημαντικές. Συνεπώς, προς το παρόν δεν αποτελούν άμεση απειλή για το δολάριο. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καθόλου παράξενο αν οι ΗΠΑ είναι η πρώτη χώρα που θα υιοθετήσει ένα επίσημο ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας με ευρεία αποδοχή. Με βάση τη θέση τους στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, είναι πιθανό το νέο αυτό ψηφιακό νόμισμα να αναδειχθεί ως η επόμενη μορφή του κυρίαρχου αποθεματικού νομίσματος, αντικαθιστώντας σταδιακά το παραδοσιακό δολάριο.
Το Δολάριο Παραμένει η Κορυφαία Παγκόσμια Αποθεματική Νομισματική Μονάδα
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η μερίδα του λέοντος των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων συνεχίζει να κατέχεται από το δολάριο, παρά τη σταδιακή του μείωση από το 75% στο τέλος της δεκαετίας του ’90 σε περίπου 58% σήμερα. Το ευρώ, ως δεύτερη μεγαλύτερη νομισματική δύναμη, κρατά περίπου το 20% των αποθεματικών, ενώ το υπόλοιπο 22% μοιράζεται σε άλλα νομίσματα, όπως το γιεν, η στερλίνα, το αυστραλιανό και καναδικό δολάριο, αλλά και το κινέζικο γουάν, που με 2,5% παραμένει σε σχετικά μικρό επίπεδο.
Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2023: περίπου το 80% των διεθνών εμπορικών συναλλαγών τιμολογήθηκε είτε σε δολάριο είτε σε ευρώ, με το δολάριο να διατηρεί κυρίαρχο μερίδιο της τάξεως του 60%. Αντίθετα, το γουάν παραμένει περιορισμένο κυρίως σε ασιατικές αγορές, με μερίδιο μικρότερο του 2%, αν και εμφανίζει σταδιακή αυξητική τάση. Χώρες με γεωπολιτική απόσταση από τις δυτικές αγορές, όπως η Ρωσία και η Λευκορωσία, μειώνουν την εξάρτησή τους από το δολάριο και το ευρώ, επιδιώκοντας εναλλακτικές λύσεις για τις εμπορικές τους συναλλαγές. Ωστόσο, αυτές οι κινήσεις παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το συνολικό παγκόσμιο εμπόριο.
Ο βασικός λόγος που το δολάριο δεν απειλείται άμεσα είναι η τεράστια ρευστότητα που προσφέρει η αμερικανική αγορά ομολόγων, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο και πιο βαθύ χρηματοπιστωτικό περιβάλλον στον κόσμο. Κανένα άλλο νόμισμα δεν μπορεί να συναγωνιστεί αυτή τη ρευστότητα, η οποία αποτελεί «προϋπόθεση επιβίωσης» για ένα νόμισμα που φιλοδοξεί να είναι παγκόσμιο αποθεματικό.
Γιατί αυτή είναι ευκαιρία για επενδυτές με ευρώ
Η εξασθένηση του δολαρίου δημιουργεί ελκυστικές συνθήκες για επενδυτές που δραστηριοποιούνται σε ευρώ. Ένα ισχυρότερο ευρώ μεταφράζεται σε αυξημένη αγοραστική δύναμη, καθιστώντας αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές, ομόλογα και ακίνητα, πιο προσιτά. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «έκπτωση» που προκύπτει όχι από τη μείωση των τιμών, αλλά από τη μεταβολή της ισοτιμίας.
Η αμερικανική οικονομία διατηρεί τη δυναμική της, ιδιαίτερα σε τομείς με μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές, όπως για παράδειγμα η τεχνολογία. Η προσωρινή νομισματική αδυναμία δεν αναιρεί τα θεμελιώδη πλεονεκτήματα της αγοράς. Αντιθέτως, προσφέρει μια ευκαιρία στρατηγικής τοποθέτησης, με προοπτική υπεραξίας όταν το δολάριο ανακάμψει.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πλήρης αποεπένδυση από το δολάριο δεν κρίνεται σκόπιμη. Ο χρυσός διατηρεί τον ρόλο του ως μέσο αντιστάθμισης κινδύνου, αλλά η διατήρηση έκθεσης σε δολαριακά στοιχεία παραμένει ουσιώδης.
Συμπεράσματα: Όχι το τέλος, αλλά μια μεταβατική φάση
Η αποδυνάμωση του δολαρίου δεν συνιστά την κατάρρευση της παγκόσμιας νομισματικής του θέσης. Αντιθέτως, αντικατοπτρίζει προσωρινούς παράγοντες (πολιτική Fed, χρέος, πολιτική αστάθεια) που δρουν κυκλικά.
Οι βασικές του αρετές (παγκόσμια ρευστότητα, εύρος και βάθος χρηματοπιστωτικών αγορών, διαφάνεια και νομική σταθερότητα) δεν έχουν αντικατασταθεί. Η έλλειψη ρεαλιστικών εναλλακτικών ισχυροποιεί τη θέση ότι το δολάριο θα παραμείνει η ραχοκοκαλιά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος για την επόμενη δεκαετία.