Αναζητούμε ανάπτυξη, αλλά αντιστεκόμαστε στον εκσυγχρονισμό
Επιζητούμε την ανάπτυξη, αλλά αντιστεκόμαστε στον εκσυγχρονισμό. Αναφερόμαστε σε ανθεκτικούς Oργανισμούς, αλλά δίνουμε σε αυτούς τα εργαλεία για να επιβιώσουν και να διακριθούν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον;
Αυτά τα ερωτήματα στροβιλίζουν στο μυαλό μου για τη βιωσιμότητα των δημόσιων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στην Κύπρο, με όλα όσα διαδραματίζονται, ειδικά τη χρονιά που μας πέρασε.
Αναφέρομαι συγκεκριμένα: Η ιστορία θα καταγράψει τον χρόνο εξπρές έγκρισης της νομοθεσίας που αφορά τη λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων σε αντίθεση με τη μακρόχρονη καθυστέρηση για την ψήφιση των κανονισμών για την προσφορά ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων από τα δημόσια κυπριακά πανεπιστήμια. Θα καταγράψει επίσης την απλόχερη γενναιοδωρία δημόσιων και άλλων φορέων σε παραρτήματα – έστω ελληνικών πανεπιστημίων – σε αντίθεση με τον σκεπτικισμό που διατηρούν για τον θεσμό με το όνομα «Πανεπιστήμιο Κύπρου».
Σε κάθε άρθρο γνώμης, επιδιώκω να τοποθετούμαι με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ο λόγος; Με την ελπίδα ότι ο αναγνώστης θα κατανοήσει ότι κάθε αλλαγή στην Κύπρο είναι επώδυνη, κυρίως και παραδόξως για τον Οργανισμό που την επιδιώκει, εξαιτίας των αντιστάσεων που συναντά στην πορεία έγκρισης. Έχουμε πλέον στα χέρια μας τους κανονισμούς, με πάρα πολλούς περιορισμούς (για τους οποίους έχω τοποθετηθεί πολλάκις) και απέναντί μας μία πλειάδα ανταγωνιστών που μπορούν να προσφέρουν όποιο πρόγραμμα θέλουν, όπως το θέλουν – φτάνει να είναι πιστοποιημένο.
Ένα δύσκαμπτο πλαίσιο που καθηλώνει τον ανταγωνισμό
Πώς μπορούμε να παραμείνουμε πραγματικά ανταγωνιστικοί, όταν η νομοθεσία είναι τόσο δύσκαμπτη που δεν μας επιτρέπει να λειτουργήσουμε με πρωτοτυπία και δημιουργικότητα, αλλά κυρίως ταχύτητα; Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα δεν έρχονται ως μάννα εξ ουρανού, αλλά είναι κατακτήσεις που προκύπτουν μέσα από σκέψη, οργάνωση, προσπάθεια και αξιοποιώντας σωστά τις χρονικές συγκυρίες.
Πανεπιστημιακές Κλινικές και το πολιτικό κόστος των καθυστερήσεων
Στο Πανεπιστήμιο Κύπρου επιδιώκουμε συνεχώς τον εκσυγχρονισμό, συναντάμε ωστόσο στο διάβα μας μία χιονοστιβάδα διαφωνιών. Συζητάμε καιρό τώρα για την ανάγκη δημιουργίας Πανεπιστημιακών Κλινικών. Το νομοσχέδιο συνέταξε το Υπουργείο Υγείας και το κατέθεσε το 2024 στη Βουλή. Έγινε μία πρώτη συζήτηση τον Νοέμβριο στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας, πολύ όμως φοβάμαι ότι θα παραμείνει στα συρτάρια μέχρι και τις ερχόμενες εκλογές. Το γιατί, αγαπητέ αναγνώστη, μπορείς να το απαντήσεις εσύ.
Τα οφέλη από τη λειτουργία των πανεπιστημιακών κλινικών είναι για το Πανεπιστήμιο Κύπρου οφθαλμοφανή: Θα ενισχύσουν τη φήμη, αλλά κυρίως την ποιότητα των δημόσιων νοσηλευτηρίων. Θα τοποθετήσουν την Κύπρο στον ευρωπαϊκό χάρτη της ιατρικής έρευνας. Οι πανεπιστημιακές κλινικές είναι αυτές που θα προσδώσουν επιπρόσθετο κύρος στο λειτούργημα του ιατρού ενισχύοντας τη συνέργεια των νοσοκομειακών ιατρών με το πανεπιστήμιό μας.
Και σε αυτή την προσπάθεια, έχουμε να αντιμετωπίσουμε τους διαχρονικούς πλέον σκοπέλους της ανάπτυξης: συντεχνίες, παρωχημένες αντιλήψεις, ιδιωτικά και δημόσια κατεστημένα. Είναι κρίμα τόσες ευκαιρίες, τόσες δυνατότητες, να χάνονται εξαιτίας του αιώνιου κυρίαρχου μοτίβου στην Κύπρο: να μετράμε τις ψήφους, αντί να εξασκούμε ουσιαστική πολιτική, να ζυγίζουν κάποιοι πολιτικοί το κόστος της σύγκρουσης με το κατεστημένο, αντί το μακροχρόνιο όφελος από την αποφασιστική προσήλωση σε τομές που θα μας σπρώξουν στο μέλλον.
Το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποτελεί για την πολιτεία μία επένδυση, επένδυση·στους ανθρώπους της χώρας, επένδυση στη φήμη και το κύρος της Κύπρου. Έφτασε ο καιρός, οι ασκούντες πολιτική -πέρα από δημόσιες τοποθετήσεις- να αποδείξουν στην πράξη την προσήλωσή τους στη βιωσιμότητα των δημόσιων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με όρους του μέλλοντος.
Διαβάστε επίσης: Από τη θεμελίωση στην εξέλιξη: Η νέα εποχή του ΙΝΓΚ

