Offcanvas
Offcanvas
Η Γερμανία δεν διαθέτει δική της δυνατότητα επίγειας επίθεσης με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς
Το Γερμανικό υπουργείο Άμυνας σκοπεύει να διαθέσει σχεδόν 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ για την αγορά πυραύλων κρουζ Τόμαχοκ, βεληνεκούς 2.500 χιλιομέτρων, και εκτοξευτών Typhon αμερικανικής κατασκευής, γράφει η ιστοσελίδα Politico, επικαλούμενη εσωτερικό κυβερνητικό έγγραφο.
Η Γερμανία δεν διαθέτει δική της δυνατότητα επίγειας επίθεσης με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.
«Η αγορά αυτή θα έδινε στη Γερμανία τη δική της δυνατότητα εκτοξεύσεων πυραύλων από ξηρά σε μεγάλη απόσταση για την αποτροπή της Ρωσίας, ενώ παράλληλα θα ενσωμάτωνε ενδεχομένως τη γερμανική βιομηχανία στην αλυσίδα εφοδιασμού Τόμαχοκ», γράφει η ευρωπαϊκή ιστοσελίδα. Σημειώνει πάντως ότι σε κάθε περίπτωση, η Ουάσιγκτον θα διατηρούσε τον έλεγχο της ευαίσθητης τεχνολογίας. «Οι συζητήσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη γερμανική πίεση για συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών στη συντήρηση όπλων αμερικανικού σχεδιασμού, αντί να τα αγοράζει πυραύλους, απλώς από το ράφι».
Αποτροπή της Ρωσίας
«Η αγορά των πυραύλων θα κάλυπτε ένα σημαντικό κενό στην Μπούντεσβερ να αποτρέψει ενδεχόμενη επίθεση της Ρωσίας, καθώς οι Τόμαχοκ ,που κατασκευάζει η Raytheon θα έδιναν τη δυνατότητα στο Βερολίνο να χτυπά σημεία εκτόξευσης, κόμβους logistics και άλλους στρατιωτικούς στόχους πολύ πίσω από τις εχθρικές γραμμές από γερμανικούς εκτοξευτές εδάφους», σύμφωνα με το Politico.
Για την ιστορία, το 2024, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν είχε συμφωνήσει με τον πρώην καγκελάριο Ολαφ Σολτς ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα αρχίσουν να αναπτύσσουν όπλα μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία από το 2026, συμπεριλαμβανομένων των Τόμαχοκ, υπό αμερικανική διοίκηση.
Το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε στη συνέχεια από τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά στην τελευταία σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο, ο Αμερικανός πρόεδρος και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς κατέληξαν σε κατ’ αρχήν συμφωνία για την απόκτηση των πυραυλικών συστημάτων.
Η VW θα παράγει πυραύλους
Στο παιγνίδι κατασκευής γερμανικών πυραύλων μπαίνει πάντως πολύ ενεργά και η Volkswagen. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η VW συμφώνησε να πουλήσει στην ισραηλινή επενδυτική εταιρεία Aurelius Capital το εργοστάσιό της στο Όσναμπρουκ για να το μετατρέψει σε αμυντική βιομηχανία. «Σύντομα, αντί για αυτοκίνητα, στο Οσναμπρουκ θα βγαίνουν πύραυλοι από τη γραμμή παραγωγής», γράφει ο Γερμανικός Τύπος.
«Αν ολόκληρες τοποθεσίες όπως το Όσναμπρουκ έχουν μέλλον μόνο αν παράγουν όπλα, τίθεται το ερώτημα αν αυτός είναι πραγματικά ο δρόμος προς μια ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση της γερμανικής βιομηχανίας», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
Η Volkswagen βρίσκεται άλλωστε, στη μέση της μεγαλύτερης αναδιάρθρωσης στην ιστορία της, προσπαθώντας να μειώσει το κόστος και να αντιμετωπίσει την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, ενώ η ζήτηση για αυτοκίνητα εσωτερικής καύσης και ηλεκτρικά αυτοκίνητα εξασθενεί στην Ευρώπη και η Κίνα εντείνει τις προσπάθειές της με τις εναλλακτικές της λύσεις.
Η Aurelius Capital θα γίνει ο πλειοψηφικός μέτοχος της «Volkswagen Οσναμπρουκ GmbH», μαζί με την κυβέρνηση της Κάτω Σαξονίας, η οποία είναι επίσης ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της γερμανικής εταιρείας.
Η αμυντική βιομηχανία στην πρώτη γραμμή
Η συμφωνία προβλέπει ότι η παραγωγή οχημάτων στο εργοστάσιο αυτό θα τερματιστεί το 2027, όταν το τελευταίο T-Roc Cabriolet θα βγει από τη γραμμή συναρμολόγησης. Σύμφωνα με την γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, η Volkswagen συνεργάζεται με την πολωνική αμυντική εταιρεία WB Group για να μετατρέψει τα φορτηγά Amarok που κατασκευάζονται στο Όσναμπρουκ, σε στρατιωτικά οχήματα. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει περίπου 4.000 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά εκτοξευτών drones ή μονάδων ελέγχου για συστήματα πυροβολικού. Η εφημερίδα αναφέρει επίσης ότι μια παρόμοια συμφωνία βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ του WB Group και της MAN, μιας άλλης μάρκας του Volkswagen Group.
Η Rheinmetall έχει ήδη ανακοινώσει σχέδια για τη μετατροπή δύο πρώην εργοστασίων εξαρτημάτων αυτοκινήτων σε εργοστάσια όπλων, ενώ οι Continental, Daimler Truck και Schaeffler επεκτείνονται επίσης στον τομέα της άμυνας.
Πηγή: naftemporiki.gr