Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
Μικρές και μεγάλες ανατροπές στην ΕΚΤ μετά την αποχώρηση Λαγκάρντ – Οι διάδοχοι και τα ανοιχτά μέτωπα
29-10-2026
Η αλλαγή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει νέες πληθωριστικές πιέσεις και να διατηρήσει την εμπιστοσύνη στις αγορές κρατικών ομολόγων - Τα δύο ονόματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των δημοσιευμάτων
Η πρόωρη αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ στις 7 Φεβρουαρίου 2027 ανοίγει έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τα σενάρια για τον διάδοχο, οι πιέσεις στον πληθωρισμό, η τραπεζική ενοποίηση και το ψηφιακό ευρώ διαμορφώνουν την ατζέντα της επόμενης ημέρας.
Η αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την οποία ανακοίνωσε σήμερα, 29 Οκτωβρίου, σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή για την ευρωζώνη. Η θητεία της επρόκειτο να ολοκληρωθεί στις 31 Οκτωβρίου 2027, ωστόσο η ίδια ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα ότι θα αποχωρήσει στις 7 Φεβρουαρίου 2027.
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο στο πρόσωπο που θα βρίσκεται στην κορυφή της ΕΚΤ. Συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει νέες πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια, να διατηρήσει την εμπιστοσύνη στις αγορές κρατικών ομολόγων και να προχωρήσει σε κρίσιμες θεσμικές αλλαγές. Παράλληλα, μέσα στους επόμενους μήνες θα ανανεωθούν και άλλες θέσεις στο εξαμελές Εκτελεστικό Συμβούλιο, γεγονός που μετατρέπει τη διαδοχή σε ευρύτερη διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών της ευρωζώνης.
Οι πολιτικές των διεκδικητών
Τα δύο ονόματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των δημοσιευμάτων είναι ο Ολλανδός, Κλάας Κνοτ, πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας, και ο Ισπανός, Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος, γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας. Πρόκειται για υποψηφιότητες που συζητούνται, όχι για επίσημα ορισμένους διαδόχους.
Ο Κνοτ διαθέτει πολυετή εμπειρία στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, όπου συμμετείχε στις αποφάσεις για τα επιτόκια από το 2011 έως το 2025. Έχει συνδεθεί ιστορικά με πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στην υπερβολικά χαλαρή νομισματική πολιτική, αν και η στάση του κατά τη θητεία της Λαγκάρντ χαρακτηρίστηκε από μεγαλύτερη σύγκλιση με την ηγεσία της ΕΚΤ. Ο ντε Κος προέρχεται επίσης από τον πυρήνα της ευρωπαϊκής κεντρικής τραπεζικής, με εμπειρία τόσο στην άσκηση νομισματικής πολιτικής όσο και στη διεθνή χρηματοπιστωτική συνεργασία.
Η επιλογή δεν θα γίνει αποκλειστικά με βάση τις οικονομικές θέσεις των υποψηφίων. Θα απαιτήσει ειδική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου της ΕΕ και διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Στο παρασκήνιο, η διαπραγμάτευση συνδέεται με την κατανομή και των υπόλοιπων θέσεων στην κορυφή της τράπεζας.
Η Γερμανία έχει δηλώσει ότι θα προτείνει υποψήφιο για τη θέση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ, η οποία αποχωρεί στις 3 Ιανουαρίου 2027 για να αναλάβει θέση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παράλληλα, η θητεία του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν λήγει στις 31 Μαΐου 2027. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ολλανδία θα επιδιώξουν να εξασφαλίσουν ρόλο στις κρίσιμες θέσεις, με τις ισορροπίες να επηρεάζονται και από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις.
Επιτόκια: δεν αλλάζουν με την αλλαγή προέδρου
Το πρώτο ερώτημα για τις αγορές αφορά την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Η αλλαγή στην προεδρία δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή επιτοκίων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και βασίζονται στην πορεία του πληθωρισμού, στις μισθολογικές εξελίξεις, στην οικονομική δραστηριότητα και στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία.
Η συγκυρία, πάντως, είναι δύσκολη. Τον Σεπτέμβριο η ΕΚΤ αύξησε τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,50%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%. Η αύξηση συνδέθηκε με τις πληθωριστικές πιέσεις από την ενεργειακή κρίση και την ανάγκη να περιοριστεί ο κίνδυνος να περάσουν οι αυξήσεις των τιμών ενέργειας στις τιμές αγαθών, υπηρεσιών και μισθών.
Για τη σημερινή συνεδρίαση, οι αγορές αναμένουν διατήρηση των επιτοκίων στο 2,50% για τις καταθέσεις, με ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης τον Δεκέμβριο, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το ενεργειακό σοκ θα αποδειχθεί προσωρινό ή αν θα αποκτήσει διάρκεια και θα επηρεάσει ευρύτερα την οικονομία.
Ο νέος πρόεδρος θα κληθεί, επομένως, να διαχειριστεί μια δύσκολη ισορροπία: να αποτρέψει την αναζωπύρωση του πληθωρισμού χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την ανάπτυξη και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Μια πιο αυστηρή προσέγγιση θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλότερο το κόστος δανεισμού, ενώ μια πρόωρη χαλάρωση θα ενείχε τον κίνδυνο να παγιωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις. Δεν υπάρχει, ωστόσο, αυτόματος συσχετισμός ανάμεσα στο προφίλ του νέου προέδρου και σε συγκεκριμένη απόφαση επιτοκίων: καθοριστικός θα είναι ο συσχετισμός απόψεων στο Διοικητικό Συμβούλιο και τα οικονομικά δεδομένα.
Τραπεζική ενοποίηση: το μεγάλο θεσμικό κενό
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που θα κληθεί να διαχειριστεί η νέα ηγεσία είναι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Η ΕΚΤ εποπτεύει τις σημαντικές τράπεζες της ευρωζώνης μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, ενώ ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης έχει αναλάβει τη διαχείριση των τραπεζών που βρίσκονται σε κρίση. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική παραμένει ανολοκλήρωτη, καθώς δεν έχει θεσπιστεί ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων.
Σήμερα, οι καταθέσεις προστατεύονται έως 100.000 ευρώ ανά καταθέτη και ανά τράπεζα μέσω εθνικών συστημάτων εγγύησης. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS) θα επιδίωκε να εξασφαλίσει πιο ομοιόμορφη προστασία ανεξαρτήτως χώρας και να περιορίσει τον δεσμό μεταξύ τραπεζών και εθνικών κυβερνήσεων. Η πρόταση, όμως, παραμένει σε εκκρεμότητα.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Μια πληρέστερη τραπεζική ένωση θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στις διασυνοριακές συναλλαγές και να μειώσει τον κίνδυνο οι εθνικές δημοσιονομικές πιέσεις να μεταφέρονται στο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών. Η πρόοδος, ωστόσο, προϋποθέτει πολιτικό συμβιβασμό ανάμεσα σε χώρες που ζητούν μεγαλύτερη κοινή ασφάλιση και σε εκείνες που θέτουν ως προϋπόθεση περαιτέρω μείωση των τραπεζικών κινδύνων.
Η νέα ηγεσία θα πρέπει επίσης να διαχειριστεί το ευρύτερο ζήτημα της διασυνοριακής τραπεζικής δραστηριότητας. Η ενοποίηση των αγορών κεφαλαίου και η άρση εμποδίων στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις αποτελούν μέρος της προσπάθειας να δημιουργηθεί μια πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Η ΕΚΤ μπορεί να υποστηρίξει αυτή την κατεύθυνση μέσα από την εποπτεία και τις θεσμικές της παρεμβάσεις, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις πολιτικές αποφάσεις των κρατών-μελών.
Ψηφιακό ευρώ: το στοίχημα του 2029
Στην ατζέντα της επόμενης ηγεσίας βρίσκεται και το ψηφιακό ευρώ, ένα από τα σημαντικότερα έργα που έχει αναλάβει η ΕΚΤ. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια ψηφιακή μορφή δημόσιου χρήματος, εκδιδόμενη από την κεντρική τράπεζα, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα μετρητά και θα μπορεί να χρησιμοποιείται για πληρωμές σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
Το σχέδιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, καθώς μεγάλο μέρος των ηλεκτρονικών πληρωμών βασίζεται σήμερα σε διεθνή δίκτυα και παρόχους. Το ψηφιακό ευρώ φιλοδοξεί να προσφέρει μια κοινή ευρωπαϊκή υποδομή πληρωμών, με δυνατότητα χρήσης τόσο online όσο και offline, και με δικλίδες προστασίας της ιδιωτικότητας.
Το θεσμικό πλαίσιο βρίσκεται πλέον στη φάση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου της ΕΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Ιούλιο του 2026 τη θέση του για την έναρξη των συνομιλιών, ενώ η ΕΚΤ έχει θέσει ως στόχο να είναι τεχνικά έτοιμη για ενδεχόμενη πρώτη έκδοση το 2029, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει ολοκληρωθεί εγκαίρως η νομοθετική διαδικασία.
Το ψηφιακό ευρώ θα ανοίξει, πάντως, μια σειρά δύσκολων ζητημάτων: ποιο θα είναι το ανώτατο ποσό που θα μπορεί να διατηρεί κάθε πολίτης, πώς θα προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα, ποιο θα είναι το κόστος για τους εμπόρους και πώς θα αμείβονται οι τράπεζες και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών. Η ΕΚΤ έχει υποστηρίξει ότι το έργο σχεδιάζεται ως μέσο πληρωμών και όχι ως επενδυτικό προϊόν, ενώ τα όρια διακράτησης θα λειτουργούν ως δικλίδα για να περιοριστεί ο κίνδυνος μαζικής μεταφοράς καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες προς το ψηφιακό νόμισμα.
Ο διάδοχος της Λαγκάρντ θα κληθεί να περάσει το έργο από τη φάση του σχεδιασμού στην εφαρμογή, χωρίς να υπονομεύσει τη σχέση της ΕΚΤ με τις εμπορικές τράπεζες ή την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Κρατικά ομόλογα, εποπτεία και νέοι κίνδυνοι
Το επόμενο μέτωπο αφορά στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και τις αποκλίσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Οι πρόσφατες πιέσεις στη γαλλική αγορά ομολόγων υπενθυμίζουν ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού ενός κράτους μπορεί να επηρεάσει τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η ΕΚΤ διαθέτει το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (TPI), το οποίο έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει αδικαιολόγητες και άτακτες πιέσεις στις αγορές που απειλούν την ομαλή μετάδοση της πολιτικής της. Η ενεργοποίησή του, ωστόσο, υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση για κάθε χώρα.
Παράλληλα, η τραπεζική εποπτεία θα πρέπει να προσαρμοστεί σε κινδύνους που δεν περιορίζονται πλέον στα παραδοσιακά δάνεια και στις καταθέσεις. Η κυβερνοασφάλεια, η εξάρτηση από τεχνολογικούς παρόχους, η τεχνητή νοημοσύνη και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επηρεάζουν ολοένα περισσότερο την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών. Η πρόκληση είναι να διατηρηθούν υψηλά επίπεδα ασφάλειας χωρίς να επιβαρυνθεί δυσανάλογα η λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και η δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία.
Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό επίπεδο, η ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποτελεί επίσης κρίσιμο στόχο. Η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να διοχετεύσει μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση καινοτόμων επιχειρήσεων και να περιορίσει τον κατακερματισμό των κεφαλαιαγορών της. Η ΕΚΤ μπορεί να συμβάλει με την ανάλυση, τις προτάσεις και τη θεσμική της επιρροή, αλλά η υλοποίηση απαιτεί αποφάσεις σε επίπεδο ΕΕ και εθνικών κυβερνήσεων.
Η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί μόνο από το όνομα
Η αποχώρηση της Λαγκάρντ συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η ΕΚΤ καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τον πληθωρισμό, την οικονομική ανάπτυξη, τις αναταράξεις στις αγορές ομολόγων και την τεχνολογική αλλαγή στις πληρωμές. Την ίδια στιγμή, η ανανέωση σημαντικού μέρους του Εκτελεστικού Συμβουλίου θα επηρεάσει την ισορροπία απόψεων μέσα στο κεντρικό τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης.
Το πρόσωπο του νέου προέδρου θα έχει σημασία για τον τρόπο με τον οποίο συντονίζεται η συζήτηση, οικοδομούνται συναινέσεις και εκπροσωπείται η ΕΚΤ στις ευρωπαϊκές και διεθνείς διαπραγματεύσεις. Δεν θα καθορίζει, όμως, μόνο του την πορεία των επιτοκίων ούτε μπορεί να λύσει τα θεσμικά αδιέξοδα της τραπεζικής ένωσης.
Το πραγματικό στοίχημα για τη μετά Λαγκάρντ εποχή είναι αν η ΕΚΤ θα καταφέρει να διατηρήσει την αξιοπιστία της στη μάχη κατά του πληθωρισμού και ταυτόχρονα να συμβάλει σε μια βαθύτερη, πιο ενιαία και τεχνολογικά αυτόνομη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά.
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: Φορολογικές δηλώσεις: Από τις 245.000 στις 345.000 μέσα σε μία δεκαετία - Πόσες υποβλήθηκαν για το 2025