Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
Novartis: Αναβαθμίζει τις προβλέψεις για τα κέρδη του 2026 χάρη στα νέα φάρμακα – Οι προκλήσεις από τα γενόσημα
27-10-2026
Η ελβετική φαρμακοβιομηχανία αναμένει πλέον σταθερά ή ελαφρώς αυξημένα κέρδη, καθώς τα νεότερα σκευάσματα αντισταθμίζουν τις απώλειες από τον ανταγωνισμό – Στο επίκεντρο οι κλινικές δοκιμές για τη σκλήρυνση κατά πλάκας και η αποτυχία φαρμάκου που κόστισε 1,9 δισ. δολάρια
Σε αναβάθμιση των προβλέψεών της για την κερδοφορία του 2026 προχώρησε η Novartis, καθώς η αυξανόμενη συνεισφορά των νέων φαρμάκων αρχίζει να αντισταθμίζει τις πιέσεις που δέχεται από τον ανταγωνισμό των γενόσημων σκευασμάτων, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Entresto, ενός από τα σημαντικότερα φάρμακα της προηγούμενης περιόδου.
Η ελβετική φαρμακοβιομηχανία ανακοίνωσε την Τρίτη ότι τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή, εξαιρουμένων ορισμένων στοιχείων, αναμένεται πλέον να παραμείνουν σχεδόν αμετάβλητα ή να αυξηθούν με χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η νέα εκτίμηση συνιστά βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη πρόβλεψη της διοίκησης, η οποία έκανε λόγο για υποχώρηση της κερδοφορίας.
Οι πιέσεις από τα γενόσημα και τα νέα φάρμακα
Η Novartis καλείται να στηρίξει τη μελλοντική της ανάπτυξη σε νέες θεραπείες, καθώς τα φθηνότερα γενόσημα περιορίζουν σταδιακά τις πωλήσεις ορισμένων από τα φάρμακα που στο παρελθόν απέφεραν δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι προκλήσεις έχουν ενταθεί μετά από τρεις αποτυχίες σε κλινικές δοκιμές, οι οποίες αυξάνουν τη σημασία των υπόλοιπων υπό ανάπτυξη θεραπειών, μεταξύ των οποίων και ένα πειραματικό χάπι για τη σκλήρυνση κατά πλάκας.
Η μετοχή της Novartis έχει ανακτήσει σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες που είχε καταγράψει τον προηγούμενο μήνα, όταν σημείωσε βουτιά 11% μέσα σε μία συνεδρίαση, τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων έξι και πλέον ετών. Αφορμή ήταν η αποτυχία μιας θεραπείας για σπάνια νόσο που προκαλεί μυϊκή εκφύλιση σε κλινική μελέτη τελικού σταδίου.
Τους τελευταίους μήνες, η εταιρεία έχει επίσης προχωρήσει σε επαναγορές ιδίων μετοχών συνολικής αξίας 4,7 δισ. δολαρίων.
Η αποτυχία του del-desiran και η εξαγορά των 12 δισ. δολαρίων
Το φάρμακο που δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους της κλινικής δοκιμής είναι το del-desiran, το οποίο αποτελούσε βασικό στοιχείο της εξαγοράς της Avidity Biosciences από τη Novartis έναντι 12 δισ. δολαρίων.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Βας Ναρασίμχαν, είχε παρουσιάσει τη συγκεκριμένη θεραπεία ως ένα δυνητικά εξαιρετικά επιτυχημένο φάρμακο, με δυνατότητα να αποφέρει ετήσιες πωλήσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η αποτυχία του αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τη στρατηγική ανάπτυξης της Novartis μετά το 2030, ενώ παράλληλα προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με τις επενδυτικές επιλογές και τη στρατηγική εξαγορών του Ναρασίμχαν.
Η εταιρεία αναγκάστηκε να καταγράψει απομείωση αξίας ύψους 1,9 δισ. δολαρίων για το del-desiran, γεγονός που οδήγησε σε απότομη πτώση των λειτουργικών κερδών κατά το προηγούμενο τρίμηνο. Ωστόσο, τα βασικά προσαρμοσμένα κέρδη της αυξήθηκαν, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
Παρά τις αναταράξεις, η μετοχή της Novartis έχει ενισχυθεί περίπου 16% από τις αρχές του έτους, αν και η επίδοσή της υπολείπεται εκείνης της ανταγωνίστριας Roche Holding, η οποία σχεδιάζει επίσης να διαθέσει στην αγορά νέα θεραπεία για τη σκλήρυνση κατά πλάκας.
Σκλήρυνση κατά πλάκας: Η αναμέτρηση Novartis και Roche
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει πλέον το remibrutinib, η πειραματική θεραπεία της Novartis για τη σκλήρυνση κατά πλάκας.
Η εταιρεία ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι το φάρμακο μείωσε κατά περίπου ένα τρίτο τον ετήσιο αριθμό υποτροπών σε ασθενείς με την αυτοάνοση πάθηση, σε σύγκριση με το παλαιότερο φάρμακο Aubagio της Sanofi.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα των προσδοκιών, οδηγώντας ορισμένους αναλυτές σε αναθεώρηση προς τα κάτω των εκτιμήσεών τους για τις μελλοντικές πωλήσεις του remibrutinib.
Άλλοι αναλυτές εμφανίστηκαν περισσότερο αισιόδοξοι, επισημαίνοντας ότι η θεραπεία της Novartis παρουσίασε ευνοϊκότερο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών όσον αφορά την ηπατική ασφάλεια, σε σύγκριση με το fenebrutinib της Roche.
Τα δύο φάρμακα αναμένεται να ανταγωνιστούν σε μια αγορά η αξία της οποίας θα μπορούσε να ανέλθει σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την έκβαση των κλινικών δοκιμών και τις προοπτικές εμπορικής αξιοποίησής τους ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ανάπτυξη των δύο ελβετικών φαρμακοβιομηχανιών.