Η παγκόσμια «όρεξη» για τα φάρμακα απώλειας βάρους και διαβήτη, γνωστά ως GLP-1s, όχι μόνο δεν έχει κορεστεί, αλλά βρίσκεται στο απόγειο της ζήτησης. Από νέους ανταγωνιστές, μέχρι καινοτόμες μορφές χορήγησης, η αγορά εισέρχεται σε ένα νέο στάδιο εκρηκτικής ανάπτυξης, που όμως θα εξαρτηθεί από κρίσιμους παράγοντες όπως η κοστολόγηση, η ασφαλιστική κάλυψη και η εμφάνιση πιο οικονομικών αντιγράφων.
Ο αγώνας για την κορυφή
Οι δύο κυρίαρχες εταιρείες, Eli Lilly και Novo Nordisk, εξακολουθούν να ελέγχουν την αγορά, καθώς η ζήτηση για τις εβδομαδιαίες ενέσεις τους δείχνει ελάχιστα σημάδια κόπωσης. Η Lilly ανακοίνωσε στο τελευταίο τρίμηνο, ότι κατέχει, πλέον, σχεδόν το 60% των συνταγογραφήσεων για φάρμακα της κατηγορίας, σημειώνοντας αύξηση μεριδίου για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο.
Οι δύο εταιρείες επενδύουν τεράστια κεφάλαια για να ενισχύσουν την παραγωγή, να δοκιμάσουν νέες χρήσεις των φαρμάκων τους και να λανσάρουν τη νέα γενιά σκευασμάτων πιο εύχρηστων χαπιών που θα αντικαταστήσουν τις ενέσεις.
Πίσω τους, δεκάδες φαρμακευτικοί κολοσσοί και νεοφυείς εταιρείες, από την Ευρώπη μέχρι και την Κίνα, προσπαθούν να κερδίσουν ένα κομμάτι μιας αγοράς που, σύμφωνα με αναλυτές, θα αγγίξει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Μόνο στις ΗΠΑ, η McKinsey εκτιμά ότι έως το 2030 25 έως 50 εκατομμύρια ασθενείς θα λαμβάνουν θεραπείες GLP-1. Ωστόσο, παρά τον ενθουσιασμό, οι ασθενείς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια πρόσβασης, καθώς τα περισσότερα ασφαλιστικά ταμεία, συμπεριλαμβανομένου του Medicare, δεν καλύπτουν τη θεραπεία για την παχυσαρκία, που κοστίζει περίπου 1.000 δολάρια το μήνα.
Η Lilly και η Novo Nordisk προσπαθούν να καλύψουν το κενό με προγράμματα εκπτώσεων, ενώ όλο και περισσότεροι εργοδότες εντάσσουν τα φάρμακα στα ασφαλιστικά τους προγράμματα, καθώς αυτά αποδεικνύονται αποτελεσματικά και για άπνοια ύπνου, νεφρικές παθήσεις και καρδιαγγειακούς κινδύνους.
Η μάχη για τα μερίδια αγοράς
Η Eli Lilly έχει ξεπεράσει τη Novo Nordisk στην αγορά των ενέσιμων GLP-1. Η αμερικανική εταιρεία εξασφάλισε για πρώτη φορά το 53% του μεριδίου το Μάιο και το αύξησε στο 57% τον Αύγουστο. Ο λόγος, σύμφωνα με αναλυτές της TD Cowen, είναι η ανώτερη αποτελεσματικότητα και ανεκτικότητα των φαρμάκων της Lilly όπως το Mounjaro και το Zepbound, έναντι των Ozempic και Wegovy της δανέζικης εταιρείας. Αντίθετα, η Novo Nordisk έχει δει τη μετοχή της να υποχωρεί σχεδόν 40% το 2025, ενώ έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις της για έσοδα και κέρδη λόγω της εξάπλωσης των φθηνότερων αντιγράφων.
Η νέα διοίκηση υπό τον Mike Doustdar, που ανέλαβε τον Ιούλιο, προσπαθεί να ανακόψει την πτώση με ένα επιθετικό σχέδιο αναδιάρθρωσης, το οποίο περιλαμβάνει περικοπή 9.000 θέσεων εργασίας, περίπου δηλαδή το 11,5% του προσωπικού. Ωστόσο, εσωτερικές διαμάχες με το Ίδρυμα Novo Nordisk Foundation έχουν προκαλέσει νέα αστάθεια, καθώς αρκετά μέλη του Δ.Σ. υπέβαλαν παραιτήσεις.
Η σκιά των «αντιγράφων» και η μάχη των φαρμακείων
Η παραγωγή αντιγράφων αποτελεί ακόμη σοβαρό πλήγμα για τη Novo Nordisk. Παρά το γεγονός, ότι οι ελλείψεις έχουν επισήμως λήξει, πολλές φαρμακαποθήκες συνεχίζουν να πωλούν φθηνές εκδοχές των Wegovy και Ozempic, με αποτέλεσμα περίπου 1 εκατομμύρια Αμερικανοί να τα χρησιμοποιούν. Η FDA έχει πλέον απαγορεύσει τη μαζική παραγωγή αντιγράφων. Παράλληλα, η αμερικανική αρχή εξέδωσε πρόσφατα μια «πράσινη λίστα» εγκεκριμένων εισαγόμενων συστατικών, γεγονός που θεωρήθηκε «χαλαρή» στάση απέναντι στο φαινόμενο.
Ασφαλιστική κάλυψη, το μεγαλύτερο εμπόδιο
Η περιορισμένη κάλυψη παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο για εκατομμύρια ασθενείς. Μόνο 36% των εργοδοτών καλύπτουν GLP-1s τόσο για διαβήτη όσο και για απώλεια βάρους, ενώ η πλειονότητα παραμένει επιφυλακτική λόγω του υψηλού κόστους. Οι αποζημιώσεις για φάρμακα απώλειας βάρους πλέον αντιπροσωπεύουν έως και 10,5% των συνολικών ετήσιων ασφαλιστικών απαιτήσεων.
Επιπλέον, αρκετά ασφαλιστικά ταμεία φοβούνται ότι οι ασθενείς δεν θα συνεχίσουν μακροχρόνια τη θεραπεία, καθώς οι παρενέργειες όπως ναυτία και εμετοί οδηγούν σε διακοπή, με αποτέλεσμα την επανάκτηση βάρους. Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει πιλοτικό πρόγραμμα που θα καλύπτει φάρμακα απώλειας βάρους μέσω Medicare και Medicaid, ανοίγοντας την πρόσβαση σε εκατομμύρια ηλικιωμένους, κίνηση που, αν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το τοπίο.
Από τις ενέσεις στα χάπια
Η επόμενη μεγάλη μάχη αναμένεται να δοθεί στα από του στόματος φάρμακα. Η Novo Nordisk ήδη διαθέτει χάπι GLP-1 για διαβήτη, αλλά σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει την πρώτη εγκεκριμένη από το FDA έκδοση για απώλεια βάρους, με δόση 25mg. Απέναντί της, η Eli Lilly ετοιμάζει το orforglipron, ένα φάρμακο νέας γενιάς σε μορφή χαπιού, που δεν απαιτεί διατροφικούς περιορισμούς και είναι πιο εύκολο στην παραγωγή. Ο CEO της Lilly, David Ricks, δήλωσε ότι το χάπι θα μπορούσε να λανσαριστεί παγκοσμίως έως το 2026.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Goldman Sachs, τα χάπια θα αντιπροσωπεύουν 24% της αγοράς, περίπου δηλαδή 22 δισεκατομμύρια δολάρια, μέχρι το 2030. Η Lilly αναμένεται να κατέχει 60% του μεριδίου, ενώ η Novo Nordisk περίπου 21%. Ωστόσο, αρκετοί γιατροί παραμένουν επιφυλακτικοί, τονίζοντας ότι οι ενέσεις προσφέρουν καλύτερα και πιο σταθερά αποτελέσματα.
Νέοι παίκτες και η επόμενη γενιά φαρμάκων
Πολλοί ανταγωνιστές προετοιμάζονται να μπουν στην αρένα, αλλά τα περισσότερα υποψήφια φάρμακα βρίσκονται ακόμη σε ενδιάμεσο ή πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Εταιρείες όπως η Amgen εργάζονται πάνω σε φάρμακα που χορηγούνται μια φορά τον μήνα, όπως το MariTide, που σε κλινικές δοκιμές έδειξε απώλεια έως 20% του σωματικού βάρους σε ένα έτος.
Άλλες φαρμακοβιομηχανίες, όπως η Merck, στρέφονται στην Κίνα, αποκτώντας δικαιώματα σε νέες ουσίες όπως το GLP-1 της Hansoh Pharma, με συμφωνίες αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παράλληλα, νέα φάρμακα που μιμούνται άλλες ορμόνες του πεπτικού, όπως τα amylin analogs, υπόσχονται ακόμη μεγαλύτερη απώλεια βάρους και λιγότερες παρενέργειες, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο καινοτομίας στην ιατρική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Η έκρηξη της αγοράς των φαρμάκων για την παχυσαρκία αναμένεται να αλλάξει ριζικά όχι μόνο τη φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και το σύστημα υγείας συνολικά. Καθώς τα φάρμακα αυτά συνδέονται με μειωμένους καρδιομεταβολικούς κινδύνους και χαμηλότερα κόστη νοσηλείας, η πολιτική πίεση για ευρύτερη κάλυψη θα αυξηθεί.
Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση για τις Eli Lilly και Novo Nordisk θα είναι πώς θα τιμολογήσουν τη νέα γενιά θεραπειών, και πόσο θα διατηρήσουν το προβάδισμά τους, καθώς η επόμενη δεκαετία προμηνύεται η πιο κερδοφόρα, αλλά και η πιο ανταγωνιστική στην ιστορία του κλάδου.
Πηγή: newmoney.gr

