Offcanvas
Offcanvas
Η έκθεση της Allied QuantumSea καταγράφει ότι η ναυσιπλοΐα παραμένει πολύ μακριά από την κανονικότητα, ενώ οι χώρες του Κόλπου επενδύουν σε νέους αγωγούς και εναλλακτικές διαδρομές για να μειώσουν την εξάρτησή τους από το Στενό του Ορμούζ
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν φαίνεται να αποτελεί πλέον μια προσωρινή διαταραχή της ναυσιπλοΐας, αλλά έναν καταλύτη που αναδιαμορφώνει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού Κόλπου σχεδιάζουν τις εξαγωγές τους.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας ανάλυσης του ναυλομεσιτικού οίκου Allied QuantumSea, σύμφωνα με την οποία, παρά την εκεχειρία που είχε δημιουργήσει προσδοκίες αποκλιμάκωσης, η εμπιστοσύνη των πλοιοκτητών δεν έχει αποκατασταθεί, ενώ η περιοχή εξακολουθεί να λειτουργεί σε καθεστώς αυξημένου επιχειρησιακού και γεωπολιτικού κινδύνου.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το σημαντικότερο γεγονός των τελευταίων ημερών δεν είναι μόνο η επιβράδυνση της ανάκαμψης της ναυσιπλοΐας, αλλά κυρίως η στρατηγική απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να εξετάσει σημαντική αύξηση της δυναμικότητας του αγωγού East–West, ο οποίος μεταφέρει αργό πετρέλαιο από τα ανατολικά κοιτάσματα προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας πλήρως τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για μια κίνηση που, εφόσον υλοποιηθεί, ενδέχεται να αλλάξει τις ενεργειακές ισορροπίες στην περιοχή για τα επόμενα χρόνια.
Τα στοιχεία της Allied δείχνουν ότι η εμπορική δραστηριότητα απέχει ακόμη σημαντικά από τα επίπεδα πριν από την κρίση. Πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2026, διέρχονταν καθημερινά κατά μέσο όρο περίπου 119 πλοία από το Στενό, ενώ λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση ο αριθμός είχε αυξηθεί στα 125 πλοία ημερησίως.
Στη συνέχεια, όμως, η εικόνα κατέρρευσε. Στις 13 Μαρτίου καταγράφηκε μόλις μία διέλευση, ενώ κατά το μεγαλύτερο μέρος της άνοιξης η κίνηση παρέμεινε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Σήμερα, ο μέσος όρος μετά την κρίση ανέρχεται μόλις στα 17 πλοία ημερησίως, δηλαδή περίπου στο 14% της προπολεμικής δραστηριότητας. Ακόμη και μετά την εκεχειρία, η ανάκαμψη αποδείχθηκε εύθραυστη. Οι διελεύσεις έφτασαν προσωρινά τις 56 την 1η Ιουλίου, όμως μέσα σε λίγες ημέρες υποχώρησαν εκ νέου στις 16, καθώς οι στρατιωτικές εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αναζωπυρώθηκαν.
Οι πλοιοκτήτες παραμένουν επιφυλακτικοί
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι αριθμοί των διελεύσεων δεν αποτυπώνουν ολόκληρη την εικόνα. Σημαντικό μέρος των μεταφορών αργού πραγματοποιείται πλέον από κρατικά υποστηριζόμενους στόλους που διαθέτουν κρατική ασφαλιστική κάλυψη, ενώ αρκετά πλοία συνεχίζουν να περιορίζουν ή ακόμη και να απενεργοποιούν το σύστημα AIS κατά τη διέλευση από την περιοχή.
Αντίθετα, μεγάλος αριθμός ανεξάρτητων πλοιοκτητών εξακολουθεί να αποφεύγει το πέρασμα, καθώς τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου παραμένουν περίπου οκτώ φορές υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος κάθε ταξιδιού.
Παράλληλα, το Ιράν αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να επιβάλει νέο πλαίσιο διαχείρισης της ναυσιπλοΐας, ακόμη και χρεώσεις για τις παρεχόμενες «ναυτιλιακές υπηρεσίες», ενώ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι χώρες που διατηρούν φιλικές σχέσεις με την Τεχεράνη, όπως η Κίνα, ενδέχεται να απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση. Η εφαρμογή αυτών των σχεδίων παραμένει αβέβαιη, ωστόσο προσθέτει μία ακόμη πηγή αβεβαιότητας για τη διεθνή ναυτιλία.
Η Allied συγκρίνει την κίνηση ανά κατηγορία πλοίων πριν από την κρίση, μετά την έναρξη των συγκρούσεων και κατά την τελευταία εβδομάδα. Τα δεξαμενόπλοια αργού παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σχετική ανάκαμψη, καθώς οι διελεύσεις αυξήθηκαν σε περίπου πέντε ημερησίως, έναντι δύο κατά μέσο όρο μετά την έναρξη της κρίσης. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός εξακολουθεί να αντιστοιχεί μόλις στο 27% της φυσιολογικής δραστηριότητας. Ακόμη πιο δύσκολη παραμένει η κατάσταση για τα containerships και τα LNG carriers, τα οποία λειτουργούν αντίστοιχα μόλις στο 13% και στο 9% των προπολεμικών επιπέδων, γεγονός που δείχνει ότι οι εταιρείες αυτών των κλάδων εξακολουθούν να αποφεύγουν τη διέλευση από την περιοχή. Παρά τις δυσκολίες στη ναυσιπλοΐα, οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες κατάφεραν να διατηρήσουν τις εξαγωγές τους. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αύξησαν την παραγωγή αργού στα 4,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Ιούνιο, σημειώνοντας ιστορικό υψηλό. Για να διασφαλίσουν τη συνέχεια των εξαγωγών, αξιοποίησαν περισσότερο τα λιμάνια της Φουτζέιρα και του Σοχάρ, τα οποία βρίσκονται εκτός του Στενού του Ορμούζ. Την ίδια περίοδο, η Σαουδική Αραβία εξήγαγε περίπου 34 εκατ. βαρέλια πετρελαίου μέσω του Στενού μετά την εκεχειρία της 17ης Ιουνίου, γεγονός που δείχνει ότι η παραγωγή και οι εξαγωγές αποκαθίστανται ταχύτερα από ό,τι η εμπορική ναυτιλία.
Το μεγάλο σχέδιο της Σαουδικής Αραβίας
Η σημαντικότερη εξέλιξη της εβδομάδας, σύμφωνα με την Allied QuantumSea, αφορά τον σχεδιασμό της Σαουδικής Αραβίας να αυξήσει κατά έως και 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως τη δυναμικότητα του αγωγού East–West. Ο συγκεκριμένος αγωγός, που λειτουργεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μπορεί σήμερα να μεταφέρει έως και 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως προς την Ερυθρά Θάλασσα, επιτρέποντας στις σαουδαραβικές εξαγωγές να φτάνουν στις διεθνείς αγορές χωρίς να διέρχονται από το Ορμούζ. Σύμφωνα με την έκθεση, το Ριάντ έχει ήδη ξεκινήσει προκαταρκτικές συζητήσεις με γειτονικές χώρες, όπως το Κουβέιτ, ενώ εξετάζονται και σενάρια μελλοντικής αξιοποίησης του δικτύου από το Κατάρ για τις εξαγωγές LNG. Παράλληλα, η ADNOC των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων επιταχύνει την ανάπτυξη του νέου αγωγού West–East 1, ο οποίος θα διπλασιάσει τις εξαγωγικές δυνατότητες μέσω της Φουτζέιρα, ενισχύοντας περαιτέρω τις εναλλακτικές διαδρομές εκτός Ορμούζ.
Το συμπέρασμα της Allied QuantumSea είναι ότι, ακόμη και αν η ένταση αποκλιμακωθεί, οι τελευταίοι μήνες έχουν αλλάξει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες του Κόλπου αντιλαμβάνονται την ενεργειακή τους ασφάλεια. Το Στενό του Ορμούζ θα εξακολουθήσει να αποτελεί τη σημαντικότερη θαλάσσια πύλη εξαγωγών της περιοχής. Ωστόσο, η κρίση ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας ενός εκτεταμένου δικτύου αγωγών και χερσαίων διαδρομών που θα μειώνουν την εξάρτηση από ένα μόνο γεωπολιτικό σημείο διέλευσης. Οι μελλοντικές επενδύσεις σε τέτοιες υποδομές, σε συνδυασμό με την πορεία των ασφαλίστρων πολεμικού κινδύνου και το νέο καθεστώς που ενδέχεται να εφαρμόσει το Ιράν στη ναυσιπλοΐα, αναμένεται να καθορίσουν το περιβάλλον λειτουργίας της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και της διεθνούς ναυτιλίας τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: BYD: Μπορεί να πάρει το στέμμα της Toyota ακόμη και χωρίς την αγορά των ΗΠΑ