Offcanvas
Offcanvas
Κύπρος
S&P: Οι ξένες επενδύσεις ενισχύουν το ΑΕΠ αλλά «φουσκώνουν» την εικόνα της ευημερίας - 10% χαμηλότερο το Εθνικό Εισόδημα
23-09-2026
Οι επισημάνσεις και τα «καμπανάκια» του οίκου πίσω από την αναβάθμιση... Ενεργειακή εξάρτηση, καθυστερήσεις έργων, υψηλό κρατικό μισθολόγιο και ΜΕΔ εκτός τραπεζών
Την απόσταση μεταξύ της αύξησης του ΑΕΠ και της ευημερίας που απολαμβάνουν οι εγχώριοι κάτοικοι, την ενεργειακή εξάρτηση και τις καθυστερήσεις στα έργα, καθώς και το υψηλό κρατικό μισθολόγιο, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο οίκος S&P Global Ratings στην τελευταία του έκθεση για την κυπριακή οικονομία.
Ο οίκος, στις 18 Σεπτεμβρίου, αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Κύπρου στην κατηγορία «Α», για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια.
Η αναβάθμιση έρχεται ως αποτέλεσμα της ισχυρής δημοσιονομικής επίδοσης και της συνεχιζόμενης αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, το οποίο μειώνεται τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτους αριθμούς, υποστηριζόμενο από την οικονομική ανάπτυξη, τα αυξημένα φορολογικά έσοδα και τον έλεγχο των δαπανών. Ο οίκος αναμένει επίσης, ότι η ανάπτυξη της οικονομίας θα συνεχιστεί εκτός αν υπάρξει σημαντική επιδείνωση της κατάστασης στην Μέση Ανατολή.
Την ίδια ώρα καταγράφει και μια σειρά από επισημάνσεις για την κυπριακή οικονομία.
Ανάπτυξη και ευημερία
Η σημαντικότερη ίσως επισήμανση του οίκου S&P είναι ότι η Κύπρος καταγράφει συνεχή άνοδο στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ωστόσο οι δείκτες ευημερίας υποδεικνύουν χαμηλότερα επίπεδα μέσου πλούτου.
Ο οίκος εξηγεί ότι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) που αποτυπώνει τη συνολική ετήσια παραγωγή της οικονομίας ενισχύεται από την υψηλή παρουσία ξένων επενδύσεων, και ως εκ τούτου υπερεκτιμά την ευημερία των πολιτών, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ).
«Το σχετικά υψηλό ποσοστό ξένων επενδύσεων στην Κύπρο συνεπάγεται ότι το ΑΕΠ ενδέχεται να υπερεκτιμά την ευημερία που απολαμβάνουν οι εγχώριοι κάτοικοι. Οι εκτιμήσεις για το ΑΕΕ, το οποίο αντικατοπτρίζει το εισόδημα που παράγεται από τους εγχώριους συντελεστές παραγωγής, δείχνουν ότι το εισόδημα των κατοίκων είναι κατά περίπου 10%-11% χαμηλότερο από αυτό που υποδηλώνει το ΑΕΠ», αναφέρει συγκεκριμένα η έκθεση του S&P.
Υψηλό ποσοστό ξένης ιδιοκτησίας στις κυπριακές εταιρείες
Ο οίκος αναφέρεται επίσης στις εξωτερικές ανισορροπίες της κυπριακής οικονομίας καθώς συνεχίζονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αναμένει ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί περίπου στο 8,7% του ΑΕΠ εντός του 2026, εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και της εξάρτησης της Κύπρου από τις εισαγωγές.
Σ’ αυτό το σημείο αναφέρει ότι η Κύπρος διαθέτει μεγάλη παρουσία από οντότητες ειδικού σκοπού (SPEs) με περιορισμένους δεσμούς με την εγχώρια οικονομία.
Η Κύπρος, όπως σημειώνει ο S&P, εξακολουθεί να καταγράφει ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ακόμη και όταν εξαιρούνται οι θέσεις των SPEs.
Παράλληλα αναφέρει ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών άλλαξε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς κατά τα έτη 2015-2017 παρουσίαζε εικόνα σχεδόν ισορροπημένης θέσης.
«Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει ένα επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων, παρά το μικρό πλεόνασμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών. Η βασική αιτία είναι το υψηλό ποσοστό ξένης ιδιοκτησίας στις κυπριακές εταιρείες (αποτέλεσμα των φορολογικών κινήτρων και της πολιτικής προσέλκυσης εδρών εταιρειών) σε συνδυασμό με τα μεγάλα πλεονάσματα στο χρηματοοικονομικό ισοζύγιο και το καθεστώς του ευρώ ως αποθεματικού νομίσματος. Η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να επωφελείται από ισχυρές και σχετικά σταθερές καθαρές εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, οι οποίες τροφοδοτούνται κυρίως από την επανεπένδυση κερδών στον τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών και από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα μεγέθη των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων παρουσιάζουν μεταβλητότητα, οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στις καθαρές ροές θα μπορούσε να επηρεάσει τη διεθνή επενδυτική θέση της Κύπρου και να αντισταθμίσει την τάση απομόχλευσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια», αναφέρει συγκεκριμένα ο S&P.
Η ενεργειακή εξάρτηση που φέρνει πληθωρισμό
Ο οίκος S&P αναφέρει ότι ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί απότομα τους τελευταίους μήνες και κυρίως στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες, εξαιτίας των αυξήσεων στις τιμές ενέργειας στις διεθνείς αγορές.
Υπογραμμίζει ότι, η Κύπρος εισάγει σημαντικές ποσότητες ενέργειας και παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στη μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου, παρά το μέτρο της κυβέρνησης για μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ στα ενεργειακά προϊόντα.
Ενεργειακό κόστος και Τερματικό στο Βασιλικό
Επιπλέον, η έκθεση επισημαίνει τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του Τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στο Βασιλικό, το οποίο, όπως υπογραμμίζει, αποτελεί κρίσιμης σημασίας μεσοπρόθεσμη λύση για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Κύπρου και τον περιορισμό των ενεργειακών κινδύνων.
«Μόλις τεθεί σε λειτουργία, ο σταθμός θα μπορούσε να διευκολύνει τη μετάβαση από τις μονάδες παραγωγής ενέργειας που λειτουργούν με ντίζελ και να μειώσει σημαντικά το ενεργειακό κόστος το οποίο συγκαταλέγεται στα υψηλότερα εντός της Ε.Ε.», αναφέρει ο S&P.
Προσθέτει ωστόσο, ότι το χρονοδιάγραμμα του έργου παραμένει αβέβαιο λόγω συχνών καθυστερήσεων στην κατασκευή, θέτοντας σε κίνδυνο την προγραμματισμένη έναρξη λειτουργίας του προς τα τέλη του 2027.
Κρατικό μισθολόγιο: Από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.
Στις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις ο οίκος S&P κάνει λόγο για το μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα, σημειώνοντας ότι αποτελεί από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.
Κατά τον S&P, η ΑΤΑ αυξάνει την ευπάθεια της κυβέρνησης στις πληθωριστικές πιέσεις σε σύγκριση με τις αντίστοιχες οικονομίες άλλων χωρών.
Άλλες δημοσιονομικές προκλήσεις είναι η γήρανση του πληθυσμού και η κλιματική αλλαγή.
Τα κόκκινα δάνεια εξαφανίστηκαν από τις τράπεζες αλλά όχι από την οικονομία
Τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) έχουν περιοριστεί στο 1,6% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η εικόνα όμως, είναι διαφορετική εάν εξεταστεί συνολικά η οικονομία.
«Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού στο σύστημα, το οποίο κατέχεται από Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων (CACs) παραμένει υψηλό. Πρόκειται για τα ΜΕΔ που μεταφέρθηκαν εκτός των τραπεζών κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μεγάλων διαδικασιών εξυγίανσης του τομέα. Περίπου το 40% του συνολικού χρέους του ιδιωτικού τομέα παραμένει μη εξυπηρετούμενο και κατέχεται κυρίως από CACs, αν και τα σχετικά αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται», αναφέρει ο S&P.