Τι άλλο μετά τη Γροιλανδία; Η Ευρώπη μετράει το κόστος του «διαζυγίου» από την Αμερική

Μια υπόθεση που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε με διπλωματική παραφωνία— εξελίσσεται σε τεστ αντοχής για τον δυτικό «δεσμό»

Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, η Ευρώπη χτίζει την ασφάλειά της πάνω σε μια παραδοχή: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο τελικός εγγυητής. Σήμερα, η παραδοχή αυτή κλονίζεται από κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδιανόητο: την ανοιχτή πίεση ενός Αμερικανού προέδρου προς συμμάχους του ΝΑΤΟ, με απειλές για δασμούς, οικονομικό πόλεμο – και, έστω ως υπονοούμενο, στρατιωτική ισχύ – ώστε να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας.

Η Ευρώπη έχει μάθει να ζει με κύματα έντασης στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Αυτό που δυσκολεύεται να χωνέψει είναι ότι, μέσα σε λίγες εβδομάδες, η Γροιλανδία – μια υπόθεση που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε με διπλωματική παραφωνία— εξελίσσεται σε τεστ αντοχής για το ΝΑΤΟ, για το ευρωπαϊκό εμπόριο και, τελικά, για την ίδια την έννοια του «δυτικού δεσμού».

Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ πυροδότησαν μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης: σε κυβερνήσεις, διπλωμάτες και κοινή γνώμη, η εικόνα της Αμερικής ως σταθερού εγγυητή ασφάλειας αντικαθίσταται από την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να μετατραπεί σε απρόβλεπτο κέντρο πίεσης.

Από «συμμαχία αξιών» σε σκληρό παζάρι ισχύος

Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ανησυχίας δεν είναι μόνο το τι ζητά ο Τραμπ, αλλά ο τρόπος: η λογική της αποτροπής και της συνεργασίας αντικαθίσταται από τη λογική της τιμωρίας και της συναλλαγής. Δασμοί ως μοχλός πολιτικής υποταγής, δημόσιες προθεσμίες, και μια ρητορική που αντιμετωπίζει συμμάχους σαν «αντισυμβαλλόμενους».

Η αλλαγή αυτή έχει δύο συνέπειες:

  • Πρώτον, οι Ευρωπαίοι αναγκάζονται να συζητήσουν ανοιχτά σενάρια «μερικής αποσύνδεσης» από τις ΗΠΑ — κάτι που μέχρι χθες ακουγόταν σχεδόν αιρετικό.
  • Δεύτερον, η συζήτηση μετατοπίζεται από το «πόσο θα αυξήσουμε τις αμυντικές δαπάνες εντός ΝΑΤΟ» στο «τι κάνουμε αν η αμερικανική δέσμευση παύσει να είναι αξιόπιστη».

Αυτή η μετατόπιση περιγράφεται πλέον από Ευρωπαίους αναλυτές ως σημείο καμπής, με διαδηλώσεις ακόμη και σε παραδοσιακά φιλοαμερικανικά περιβάλλοντα (Δανία/Γροιλανδία) να λειτουργούν σαν ένδειξη ότι η κοινωνική βάση της διατλαντικής συναίνεσης ραγίζει.

Το «ακριβό διαζύγιο» και το δίλημμα της Ευρώπης

Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι ένα διαζύγιο θα ήταν πανάκριβο.

Στο στρατιωτικό σκέλος, η ήπειρος μπορεί να αυξάνει δαπάνες και να επανεξοπλίζεται, αλλά η πλήρης αντικατάσταση του αμερικανικού ρόλου (πληροφορίες, στρατηγικές δυνατότητες, διαλειτουργικότητα, πυρηνική ομπρέλα, logistics) δεν είναι υπόθεση μηνών. Είναι πρόγραμμα πολλών ετών, με υψηλό πολιτικό κόστος και σκληρές επιλογές σε προϋπολογισμούς που ήδη πιέζονται.

Στο οικονομικό σκέλος, η αλληλεξάρτηση είναι βαθιά: η Ε.Ε. είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ και η Ευρώπη κορυφαία πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων στην αμερικανική οικονομία — ενώ οι αμερικανικές εταιρείες έχουν τεράστιο «πόδι» εσόδων στην Ευρώπη, ειδικά σε υπηρεσίες/ψηφιακά/τεχνολογία. Αυτό σημαίνει ότι ένας εμπορικός πόλεμος μπορεί να μη ρίξει την αμερικανική οικονομία σε ύφεση, αλλά θα «δαγκώσει» ανάπτυξη, τιμές και κερδοφορία εταιρειών, με ιδιαίτερη ευαισθησία σε εφοδιαστικές αλυσίδες και υπηρεσίες.

Η Ευρώπη σηκώνει ανάστημα - αλλά με το βλέμμα στη ζημιά

Παρά τη διάθεση αποκλιμάκωσης που δηλώνουν πολλές πρωτεύουσες, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια κοινή κόκκινη γραμμή: εξαγορά ή έλεγχος της Γροιλανδίας «μέσω εξαναγκασμού» θεωρείται απαράδεκτο προηγούμενο. Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται πως κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να σηκώσει ανάστημα.

Γι’ αυτό, στο παρασκήνιο, η Ε.Ε. επεξεργάζεται «πακέτα» αντιποίνων. Σύμφωνα με το Reuters, Βερολίνο και Παρίσι έστειλαν δημόσιο μήνυμα ότι η Ευρώπη «δεν θα εκβιαστεί», με συζήτηση για δασμολογικά αντίμετρα έως περίπου 93 δισ. ευρώ και —το πιο ενδιαφέρον— ενεργοποίηση του Anti-Coercion Instrument (ACI), του γνωστού «μπαζούκα».

Το ACI δεν είναι απλώς «αντίποινα δασμών». Ανοίγει τη συζήτηση για μέτρα που αγγίζουν υπηρεσίες, πρόσβαση σε διαγωνισμούς, ρυθμιστική πίεση και άλλα εργαλεία που πονάνε εκεί που οι ΗΠΑ έχουν ισχυρή παρουσία: τεχνολογία, φαρμακευτικά, χρηματοοικονομικά. Ταυτόχρονα, όμως, είναι πολιτικά βαρύ εργαλείο: απαιτεί συντονισμό 27 κρατών, άρα χρόνο — και ο χρόνος είναι ακριβός όταν η ένταση τρέχει.

Οι δασμοί ως «θόρυβος» και το πραγματικό ρίσκο

Μέρος της ευρωπαϊκής ανάγνωσης είναι ψυχρό: οι δασμοί, όσο ενοχλητικοί, μπορεί να είναι διαχειρίσιμοι σε μακρο-όρους. Ο Economist σημειώνει ότι οι άμεσες επιπτώσεις από μια επιπλέον επιβάρυνση μπορεί να μην είναι «η Μεγάλη Ύφεση» — αλλά η ζημιά κλιμακώνεται όσο περνάμε από δασμούς σε ευρύτερο οικονομικό πόλεμο (επενδύσεις, υπηρεσίες, τεχνολογία).

Με απλά λόγια: το μεγάλο ρίσκο δεν είναι ένα ποσοστό στον τελωνειακό συντελεστή, αλλά η πολιτική «τοξικότητα» που μονιμοποιεί την αβεβαιότητα. Και η αβεβαιότητα αλλάζει συμπεριφορές: αλυσίδες παραγωγής, επενδυτικές αποφάσεις, αμυντικές προμήθειες, ακόμη και το πού «δένει» η Ευρώπη στρατηγικά στο επόμενο δεκαετές.

Η πολιτική οικονομία της κρίσης φαίνεται και στις δημοσκοπήσεις: στη Βρετανία, YouGov δείχνει ισχυρή στήριξη για ανταποδοτικούς δασμούς, παρότι η κυβέρνηση προκρίνει αποκλιμάκωση — ένδειξη ότι οι κοινωνίες δεν είναι βέβαιο πως θα «καταπιούν» νέους συμβιβασμούς αν νιώσουν ότι εκβιάζονται.

Αυτό ανεβάζει τον πήχη για τους Ευρωπαίους ηγέτες: ακόμη κι αν θέλουν χρόνο και ηρεμία, πρέπει να δείχνουν ότι «βάζουν όριο». Διαφορετικά, το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό θα γίνει μεγαλύτερο από το κόστος της σύγκρουσης.

Στο τραπέζι και η Ουκρανία

Πάνω από όλα αιωρείται ένα ερώτημα: αν η διατλαντική σχέση μπει σε τροχιά φθοράς, τι γίνεται με την Ουκρανία;

Η Ευρώπη φοβάται ότι μια κλιμάκωση στο μέτωπο της Γροιλανδίας μπορεί να «μπλέξει» με τα παζάρια για την Ουκρανία: λιγότερη συνεργασία, περισσότερη πίεση, πιο δύσκολες εγγυήσεις ασφαλείας. Και αυτό, στρατηγικά, είναι το πεδίο όπου το Κρεμλίνο κερδίζει χωρίς να ρίξει ούτε μία βολή: διχάζοντας τη Δύση.

3 σενάρια για την επόμενη φάση

Τι έχουμε λοιπόν μπροστά μας; Τρία είναι τα σενάρια που αναδύονται.

  • Συμβιβασμός τύπου “off-ramp”: τεχνική συμφωνία (βάσεις/επενδυτικοί περιορισμοί/αναθεώρηση ρυθμίσεων) χωρίς αλλαγή κυριαρχίας, ώστε να «κατέβουν οι τόνοι».
  • Ελεγχόμενη εμπορική σύγκρουση: δασμοί–αντίποινα με στόχο πολιτικό μήνυμα, αλλά χωρίς να πατηθεί το ACI.
  • Ολισθηρό μονοπάτι σε ευρύτερη οικονομική/στρατηγική ρήξη: ενεργοποίηση «μπαζούκα», πίεση σε υπηρεσίες/τεχνολογία, περισσότερη ευρωπαϊκή αυτονόμηση στην άμυνα — και μια Δύση που λειτουργεί πλέον περισσότερο ως περιστασιακή σύμπτωση συμφερόντων παρά ως σταθερή κοινότητα.

Το κρίσιμο συμπέρασμα: ακόμη κι αν η Γροιλανδία «κλείσει» με έναν συμβιβασμό, η Ευρώπη δύσκολα θα επιστρέψει στην προτέρα βεβαιότητα. Η συζήτηση για στρατηγική αυτονομία, που κάποτε ήταν θεωρία, αποκτά πλέον χαρακτήρα ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Πηγή: naftemporiki.gr

Διαβάστε επίσης: Τραμπ: «Θα το κάνω 100%» – Επιμένει στους δασμούς για τη Γροιλανδία

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ