ΕΕ: «Στροφή» σε Ινδία και Mercosur για μία νέα εμπορική αρχιτεκτονική

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τη στρατηγική διαφοροποίησης των εμπορικών της σχέσεων υπογράφοντας συμφωνίες με τα κράτη Mercosur και την Ινδία ως απάντηση στις πιέσεις ΗΠΑ και Κίνας - Τι αναφέρει η Alpha Bank στο νέο δελτίο για την παγκόσμια οικονομία

Στο σημερινό απρόβλεπτο γεωοικονομικό περιβάλλον, η διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τα κράτη της Λατινικής Αμερικής Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη) στις 17 Ιανουαρίου 2026, αλλά και με την Ινδία στις 27 Ιανουαρίου 2026, αποτελούν μέρος της προσπάθειας στρατηγικής εμπορικής διαφοροποίησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αποτελεί απάντηση στις αυξανόμενες πιέσεις των ΗΠΑ και της Κίνας στο διεθνές εμπορικό σύστημα.

Σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Economic Research της Alpha Bank με τίτλο «Παγκόσμια Οικονομία: Ευρωπαϊκή Ένωση και νέοι εμπορικοί άξονες: Στρατηγική σύγκλισης με την Ινδία και τα κράτη Mercosur»:

Η αναταραχή που προκάλεσαν οι δασμολογικές πολιτικές της κυβέρνησης Trump και οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της Κίνας, επιτάχυναν την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των δύο άλλων πλευρών να καταλήξουν σε συμφωνία μετά από τουλάχιστον δύο δεκαετίες στασιμότητας στις διαπραγματεύσεις.

Όσον αφορά τη συμφωνία με τη Mercosur, το μεγαλύτερο όφελος αναμένεται να προκύψει από τη σημαντική συμβολή της στην οικονομική ανθεκτικότητα και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Η ΕΕ έχει πολυάριθμες εμπορικές συμφωνίες με την Κεντρική και Νότια Αμερική, ωστόσο, η συγκεκριμένη είναι η μεγαλύτερη διαπεριφερειακή συμφωνία ιστορικά, η οποία θα δημιουργήσει αθροιστικά μία αγορά περίπου 720 εκατ. καταναλωτών -σχεδόν το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού- καλύπτοντας εμπορικές συναλλαγές αξίας 111 δισ. ευρώ μεταξύ των δύο περιφερειών. Επίσης, μία άλλη κινητήρια δύναμη πίσω από τη συμφωνία, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία και για τα δύο μπλοκ να αποδείξουν τη διαρκή δέσμευσή τους σε μια διεθνή τάξη πραγμάτων βασισμένη σε κανόνες, καθώς και να δείξουν την ικανότητά τους να σχηματίζουν ισχυρές συμμαχίες, παρακάμπτοντας τις ΗΠΑ.

Επίσης, η ΕΕ έχει μονομερές συμφέρον να επικυρώσει τη συμφωνία επειδή επιδιώκει να εμποδίσει τη Βραζιλία να στραφεί πλήρως σε εναλλακτικές συμμαχίες, όπως οι χώρες BRICS -Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ιράν, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- (“A geopolitical strategy with domestic political costs: The EU–Mercosur Agreement” Brussels Institute for Geopolitics, December 2025).

Βέβαια, εξακολουθούν να εκκρεμούν ζητήματα και για τις δύο συμφωνίες που πρέπει να επιλυθούν, όπως νομικές διαδικασίες, τεχνικές απαιτήσεις, περιβαλλοντικά πρότυπα και έπειτα vα επικυρωθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ειδικότερα, για τη συμφωνία με τη Mercosur, την 21η Ιανουαρίου 2026 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέπεμψε την εμπορική συμφωνία στο Δικαστήριο της ΕΕ για νομικό έλεγχο, ζητώντας του να γνωμοδοτήσει εάν συνάδει με τις Συνθήκες της ΕΕ. Τελικά, το Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 10/2/26 πρόσθετες διασφαλίσεις για την πρόληψη ζημιών στον αγροτικό τομέα της Ευρώπης.

Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της ΕΕ και της Ινδίας είναι μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί τα τελευταία χρόνια και καλύπτει ένα μεγάλο εύρος αγαθών και υπηρεσιών. Σύμφωνα με τους όρους της, οι δασμοί θα μειωθούν ή θα καταργηθούν περίπου στο 96% των αγαθών που εξάγουν οι χώρες της ΕΕ στην Ινδία, με παρόμοιες μειώσεις να εφαρμόζονται και στις ινδικές εξαγωγές προς την ΕΕ. Η στρατηγική αξία της Ινδίας για την Ευρώπη αναδεικνύεται από το γεγονός, ότι αθροιστικά η ΕΕ και η Ινδία αντιπροσωπεύουν περίπου 2 δισ. καταναλωτές, παράγουν το 1/4 του παγκόσμιου ΑΕΠ και διεξάγουν το 1/3 του παγκόσμιου εμπορίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδίας, με εμπορικές συναλλαγές αγαθών (εξαγωγές + εισαγωγές) αξίας 120 δισ. ευρώ το 2024 ή 11,5% του συνολικού εμπορίου της Ινδίας. Η Ινδία είναι ο 9ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, με μερίδιο 2,4% του συνολικού εμπορίου αγαθών της ΕΕ το 2024, αισθητά χαμηλότερα από τις ΗΠΑ (17,3%) και την Κίνα (14,6%). Το εμπόριο αγαθών μεταξύ της ΕΕ και της Ινδίας αυξήθηκε πάνω από 90% την τελευταία δεκαετία. Οι εισαγωγές της ΕΕ από την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως μηχανήματα και συσκευές, χημικά, βασικά μέταλλα, ορυκτά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

Οι κύριες εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία περιλαμβάνουν μηχανήματα και συσκευές, εξοπλισμό μεταφορών και χημικά προϊόντα. Επίσης, το απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) της ΕΕ στην Ινδία έφθασε τα 140,1 δισ. ευρώ το 2023 από 82,3 δισ. ευρώ το 2019, καθιστώντας την ΕΕ τον κορυφαίο ξένο επενδυτή στην Ινδία. Ωστόσο, το απόθεμα των ΑΞΕ της Ινδίας στην ΕΕ εξακολουθεί να είναι χαμηλό, στα 10,3 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι μετά τη μείωση των δασμολογικών φραγμών και την απλοποίηση των κανονιστικών διαδικασιών, οι εξαγωγές αγαθών της ΕΕ προς την Ινδία μπορούν να διπλασιασθούν έως το 2032 (“The EU-India trade agreement”, European Commission, January 2026).

Ποιο είναι το όφελος για την Ευρώπη;

Η Ινδία θεωρείται μια σημαντική αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, αφού τους παρέχει προνομιακή πρόσβαση στην πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου και στην 4η μεγαλύτερη οικονομία. Με 6.000 ευρωπαϊκές εταιρείες να δραστηριοποιούνται στην Ινδία, θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες σε πολλούς κλάδους.

Η συμφωνία περιλαμβάνει σημαντικές μειώσεις δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα διατροφής, ενώ, παράλληλα, οι ευαίσθητοι ευρωπαϊκοί γεωργικοί κλάδοι θα προστατεύονται πλήρως (“EU and India conclude landmark Free Trade Agreement”, European Commission, January 2026). Ταυτόχρονα, και οι ευρωπαίοι κατασκευαστές αυτοκινήτων θα επωφεληθούν, αφού οι εισαγωγικοί δασμοί της Ινδίας που φθάνουν έως και το 110% σήμερα, θα μειωθούν σταδιακά έως και το 10%, διευρύνοντας την πρόσβασή τους στην ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά αυτοκινήτων της Ινδίας. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα ασκήσουν ανταγωνιστική πίεση στον τομέα της μεταποίησης της Ινδίας. Η μείωση των δασμών για μηχανήματα, ανταλλακτικά αυτοκινήτων και εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αφενός θα επιταχύνει τη μεταφορά τεχνολογίας και την αύξηση της παραγωγικότητας των Ινδών, αλλά αφετέρου θα αποτελέσει πρόκληση για τους τοπικούς παραγωγούς που λειτουργούν εδώ και χρόνια εν μέσω έντονου προστατευτισμού.

Επιπλέον, οι δύο οικονομίες αναμένεται να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο που θα παρέχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην ινδική τεχνογνωσία. Για παράδειγμα, τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια επιθυμούν να ακολουθήσουν τις πρόσφατες τάσεις και να προσελκύσουν περισσότερους Ινδούς φοιτητές στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών. Επιπλέον, η εντατικοποίηση της συνεργασίας με την Ινδία στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας, αλλά και της ευρύτερης τεχνολογίας θα μπορούσε να αποφέρει στην Ευρώπη όχι μόνο οικονομικά, αλλά και γεωπολιτικά οφέλη (“The EU and India are creating a free trade area of two billion people. What’s next?”, Atlantic Council, January 2026).

Τέλος, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναμένεται να επωφεληθούν, μακροπρόθεσμα, από την πρόσβαση στις κρίσιμες πρώτες ύλες της Ινδίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, ενισχύοντας έτσι, τη θέση της ΕΕ στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Πηγή: newmoney.gr

Διαβάστε επίσης: Το «πετρέλαιο» της ψηφιακής εποχής «στερεύει»: Η αόρατη κρίση που ακριβαίνει τα πάντα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ