Στην πρωτοβουλία που αναλαμβάνει η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC), με στόχο την ψήφιση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Οδηγίας που αφορά την ρύθμιση της υπεργολαβίας και τους διαμεσολαβητές εργασίας (labor intermediaries) αναφέρεται πρωτοσέλιδα σήμερα η ΣΕΚ, μέσω της «Εργατικής Φωνής».
Το ζήτημα, αναφέρει το εκφραστικό όργανο της ΣΕΚ, « είναι αρκετά σοβαρό καθώς εδώ και αρκετά χρόνια τα θέματα που αφορούν υπεργολαβίες είναι ψηλά στην ατζέντα του συνδικαλιστικού κινήματος τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λόγω των παραβιάσεων στα δικαιώματα των εργαζομένων».
Σύμφωνα με τη ΣΕΚ η ψήφιση της Οδηγίας η οποία είναι αποτέλεσμα της Έκθεσης Danielsson δίδει τη δυνατότητα διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και στηρίζει τις υγιείς επιχειρήσεις από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Η έκθεση Danielsson η οποία έχει υιοθετηθεί από την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Σχέσεων (EMPL) του Ευρωκοινοβουλίου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:
- Τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου αντιμετώπισης υπεργολαβίας και εργασιακής διαμεσολάβησης.
- Την εισαγωγή υποχρεώσεων και περιορισμών στην υπεργολαβία, περιλαμβανομένων και επιχειρηματικών εταιρειών που βρίσκονται στην ίδια αλυσίδα.
- Τον καθορισμό ελάχιστων επιπέδων εργασιακής διαμεσολάβησης όπως είναι η εγγραφή σε μητρώο, η κατάργηση χρεώσεων σε εργαζόμενους (fees) και η αξιοπρεπής διαμονή.
- Τον καθορισμό της εφαρμογής κανόνων για επιθεωρήσεις, καταγραφή δεδομένων και κυρώσεων στους παραβάτες.
Ανεξέλεγκτες διαστάσεις
Δυστυχώς, γράφει η ΣΕΚ, τα τελευταία χρόνια τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το φαινόμενο της υπεργολαβίας έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στην αγορά εργασίας ενώ παρουσιάζονται παραβιάσεις εργασιακών δικαιωμάτων οι οποίες εκφυλίζουν κάθε προσπάθεια ενίσχυσης των δράσεων, πρωτοβουλιών και ευρωπαϊκών οδηγιών για ενίσχυση των ποιοτικών θέσεων εργασίας.
«Τα αρνητικά αυτά φαινόμενα παρουσιάζονται σε τομείς όπως η γεωργία, η μεταποίηση, οι κατασκευές, στους εργάτες καθαρισμού, στις μεταφορές, στους εργαζόμενους στη βιομηχανία τροφίμων. Σημειώνεται πως σε πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Φ. Μάτσας, αναφέρθηκε στο ζήτημα τονίζοντας πως στην Κύπρο επιχειρήσεις δημιουργούν θυγατρικές εταιρίες με σκοπό να προσλαμβάνουν εργαζομένους από τρίτες χώρες τους οποίους στη συνέχεια διοχετεύουν στην μητρική εταιρεία η οποία βάση νομοθεσίας δεν μπορεί να απασχολεί τέτοιους εργαζομένους. Όπως ανάφερε ο κ. Μάτσας για το φαινόμενο αυτό έχει ενημερωθεί τόσο το αρμόδιο υπουργείο όσο και οι αρχές», συνεχίζει η «Εργατική Φωνή».
Σημειώνει επίσης το φαινόμενο αυτό στην κυπριακή αγορά εργασίας γίνεται πιο έντονο αφού τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου καταδεικνύουν πως οι αριθμοί των εργαζομένων με προσωρινή απασχόληση παρουσιάζουν ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. «Οι εργαζόμενοι αυτοί είναι συνήθως ευάλωτες ομάδες εργατών από Τρίτες Χώρες οι οποίοι πολλές φορές είναι θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης», αναφέρεται.
Στηρίζει η ΣΕΚ
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Εργατικής Φωνής» η ΣΕΚ ως ενεργό μέλος της ETUC και της εκτελεστικής της επιτροπής στηρίζει τις πρόνοιες που περιλαμβάνονται στην Οδηγία η οποία αναμένεται να τεθεί σε ψηφοφορία αύριο Πέμπτη από το Ευρωκοινοβούλιο.
Ενημερώνει δε ότι σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της Οδηγίας η Γραμματεία της ΣΕΚ είχε στις 9 Φεβρουαρίου 2026 συνάντηση με τον ευρωβουλευτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) Μιχάλη Χατζηπαντέλα, στο πλαίσιο της οποίας συζητήθηκε και το ζήτημα αυτό «το οποίο είναι μείζονος σημασίας για το συνδικαλιστικό κίνημα καθώς επηρεάζει την ευημερία των εργαζομένων, την ποιότητα της απασχόλησης και των θέσεων εργασίας και υπονομεύει παράλληλα τις προσπάθειες της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων αλλά και την ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων». Παράλληλα, «η ΣΕΚ ζήτησε με επιστολή της προς τους έξι Κύπριους ευρωβουλευτές ενώπιον του ευρωβουλευτή Μιχάλη Χατζηπαντέλα την στήριξη της Οδηγίας σε μια προσπάθεια να τεθεί τέρμα στην ασυδοσία μερίδας εργοδοτών και στην περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

