Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
Capital Economics: Η «ειρωνεία» πίσω από το παγκόσμιο ξεπούλημα στα ομόλογα – Οι 4 οικονομίες που απειλούνται με κρίση
21-08-2026
Ο Νιλ Σίρινγκ της Capital Economics προειδοποιεί ότι η βιωσιμότητα του χρέους αμφισβητείται σε ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία και Βρετανία – Γιατί η επιστροφή των επιτοκίων σε πιο «φυσιολογικά» επίπεδα προκαλεί πανικό στις αγορές
Η αναταραχή που σαρώνει την αγορά ομολόγων δεν είναι μια ακόμη αμερικανική ιστορία. Δεν αφορά μόνο το χρέος των ΗΠΑ, τις παρεμβάσεις του Σκοτ Μπέσεντ ή την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου, που επέστρεψε σε επίπεδα του 2007. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο εξαπλώνεται στις μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες και φέρνει στην επιφάνεια ένα ερώτημα που οι αγορές απέφευγαν επί χρόνια: πόσο βιώσιμα είναι τελικά τα τεράστια δημόσια χρέη;
Σε webinar της Capital Economics για το παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα, στο οποίο συμμετείχε η «Ναυτεμπορική», ο Νιλ Σίρινγκ προειδοποίησε ότι ελάχιστες οικονομίες μένουν πλέον στο απυρόβλητο. Οι εξαιρέσεις –όπως ο Καναδάς, η Σουηδία και η Ελβετία– είναι χώρες με ισχυρότερες δημοσιονομικές θέσεις και περισσότερο αξιόπιστους προϋπολογισμούς.
Στον αντίποδα, όπου οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται περισσότερο, η αγορά δεν αντιδρά απλώς στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό ή στα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Αρχίζει να αμφισβητεί ευθέως τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Και, σύμφωνα με τον Σίρινγκ, τέσσερις μεγάλες οικονομίες βρίσκονται στην πιο επικίνδυνη ζώνη: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία.
Η καρδιά της αναταραχής: Χρέη και ελλείμματα
Τα τεράστια δημόσια χρέη και τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα αποτελούν τον βασικό παράγοντα πίσω από την αναστάτωση στις αγορές. Οι κυβερνήσεις χρειάζεται να εκδίδουν ολοένα περισσότερα ομόλογα, την ώρα που οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να τα αγοράσουν και να τα διακρατήσουν για δεκαετίες.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο μηχανισμό αυτοτροφοδότησης. Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις, τόσο ακριβότερη γίνεται η αναχρηματοδότηση του χρέους. Και όσο αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησής του, τόσο εντονότερες γίνονται οι αμφιβολίες για τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να ελέγξει τα ελλείμματά της.
Στις ΗΠΑ, το ομοσπονδιακό χρέος έχει φτάσει τα 40 τρισ. δολάρια. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου επέστρεψε στο 4,69%, ενώ το 30ετές ξεπέρασε το 5% και κινήθηκε σε υψηλά σχεδόν δύο δεκαετιών.
Η πρόσφατη απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων προσέφερε ανακούφιση για μόλις μία ημέρα. Η νέα άνοδος των αποδόσεων έδειξε ότι η παρέμβαση του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δεν ήταν αρκετή για να ανατρέψει τις βαθύτερες ανησυχίες της αγοράς.
Ο Τζορτζ Κατραμπόουν, επικεφαλής σταθερού εισοδήματος για την αμερικανική ήπειρο στην DWS Group, παρομοίασε το σχέδιο με την τοποθέτηση «μερικών σάκων άμμου ενώ η πλημμύρα έχει ήδη αρχίσει».
ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία και Βρετανία στην επικίνδυνη ζώνη
Η προειδοποίηση της Capital Economics δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία συνδυάζουν υψηλό δημόσιο χρέος ή μεγάλα ελλείμματα με περιορισμένο πολιτικό περιθώριο για επώδυνες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Η πολιτική αβεβαιότητα προσθέτει ακόμη έναν κρίσιμο παράγοντα κινδύνου. Ειδικά στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου αναμένονται εκλογικές αναμετρήσεις την επόμενη χρονιά, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια νέα έκρηξη στις αποδόσεις των ομολόγων.
Οι αγορές θα εξετάσουν όχι μόνο ποια κόμματα θα επικρατήσουν, αλλά και κατά πόσο οι νέοι πολιτικοί συσχετισμοί θα επιτρέψουν τον περιορισμό των ελλειμμάτων. Προεκλογικές υποσχέσεις για περισσότερες δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις ή ανατροπή μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις αμφιβολίες για τη δημοσιονομική πορεία των δύο χωρών.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ευρώπη, όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα την άμυνα, την ενεργειακή μετάβαση, τη γήρανση του πληθυσμού και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Οι ανάγκες αυξάνονται, αλλά η ανοχή των επενδυτών απέναντι στα μεγάλα ελλείμματα φαίνεται να εξαντλείται.
Οι λίγες οικονομίες που μένουν στο απυρόβλητο
Η άνοδος των αποδόσεων δεν πλήττει όλες τις χώρες με την ίδια ένταση. Ο Καναδάς, η Σουηδία και η Ελβετία βρίσκονται μεταξύ των ελάχιστων οικονομιών που προστατεύονται από την ισχυρότερη δημοσιονομική τους θέση.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι αγορές αρχίζουν να κάνουν πολύ πιο έντονη διάκριση μεταξύ των κρατών. Οι χώρες με αξιόπιστους προϋπολογισμούς και μεγαλύτερο περιθώριο δημοσιονομικών ελιγμών αντιμετωπίζονται διαφορετικά από εκείνες που έχουν συσσωρεύσει μεγάλα χρέη χωρίς πειστικό σχέδιο σταθεροποίησής τους.
Η εποχή κατά την οποία το φθηνό χρήμα κάλυπτε τις δημοσιονομικές αδυναμίες έχει τελειώσει. Με υψηλότερα επιτόκια, οι αριθμοί των προϋπολογισμών αποκτούν ξανά πραγματικό βάρος.
Η «εισβολή» των hyperscalers στην αγορά χρέους
Στο λεγόμενο debt stress συμβάλλουν και οι μεγάλες εκδόσεις ομολόγων από hyperscalers και άλλους τεχνολογικούς κολοσσούς, αν και, σύμφωνα με την Capital Economics, ο συγκεκριμένος παράγοντας έχει μικρότερη βαρύτητα από τα δημόσια χρέη και ελλείμματα.
Οι επενδυτές προετοιμάζονται για πιθανό κύμα εταιρικών εκδόσεων ύψους 200 δισ. δολαρίων τον Σεπτέμβριο. Μεγάλο μέρος του αναμένεται να προέλθει από εταιρείες που χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων, ενεργειακές υποδομές και το ευρύτερο οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η αυξημένη προσφορά εταιρικού χρέους ανταγωνίζεται τα κρατικά ομόλογα για τα ίδια επενδυτικά κεφάλαια. Για να παραμείνουν ελκυστικοί, οι κρατικοί τίτλοι πρέπει να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.
Ο Μπέσεντ έχει αναγνωρίσει ότι το υπουργείο Οικονομικών προσπαθεί να διατηρήσει την αγορά σε ισορροπία ενόψει των νέων εκδόσεων. Οι hyperscalers, όπως παρατήρησε, εμφανίζονται σχεδόν αδιάφοροι για το ύψος των αποδόσεων, επειδή θεωρούν ότι οι μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων στην AI θα υπερκαλύψουν το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.
Η μεγάλη ειρωνεία των επιτοκίων
Πίσω από τον πανικό των τελευταίων ημερών υπάρχει, ωστόσο, μια βαθιά ειρωνεία, όπως σχολίασε ο Σίρινγκ.
Για δέκα έως δεκαπέντε χρόνια, οικονομολόγοι και επενδυτές προειδοποιούσαν ότι τα επιτόκια βρίσκονταν σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα. Το μηδενικό ή σχεδόν μηδενικό κόστος χρήματος ενθάρρυνε την υπερβολική ανάληψη κινδύνου, διόγκωσε τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων και επέτρεψε σε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να συσσωρεύουν χρέος με ελάχιστο κόστος.
Τώρα τα επιτόκια επιστρέφουν σε επίπεδα που, με ιστορικούς όρους, μπορούν να θεωρηθούν πιο φυσιολογικά. Επιστρέφουν όμως εξαιτίας των επίμονων ανησυχιών για τον πληθωρισμό – και οι αγορές πανικοβάλλονται.
Η εξήγηση είναι ότι ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει προσαρμοστεί επί χρόνια στο φθηνό χρήμα. Κυβερνήσεις, εταιρείες και επενδυτές έχτισαν στρατηγικές πάνω στην υπόθεση ότι το κόστος δανεισμού θα παρέμενε εξαιρετικά χαμηλό. Η επιστροφή στην «κανονικότητα» των επιτοκίων αποκαλύπτει τώρα τις στρεβλώσεις που δημιουργήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία.
Γιατί απειλούνται και οι μετοχές
Η άνοδος των αποδόσεων δεν είναι πρόβλημα μόνο για τους κατόχους ομολόγων. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου λειτουργεί ως βάση για την τιμολόγηση σχεδόν όλων των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Όσο αυξάνεται η απόδοση που μπορεί να εξασφαλίσει ένας επενδυτής από έναν κρατικό τίτλο, τόσο υψηλότερη απόδοση απαιτεί για να αναλάβει τον κίνδυνο μιας μετοχής. Αυτό οδηγεί σε συμπίεση των αποτιμήσεων και πλήττει περισσότερο τις τεχνολογικές εταιρείες, των οποίων η σημερινή αξία στηρίζεται σε προβλέψεις για μεγάλα μελλοντικά κέρδη.
Ο αρθρογράφος του MarketWatch Μπρετ Άρεντς προειδοποιεί ότι η απορρύθμιση της αγοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη που θα σκάσει τη χρηματιστηριακή «φούσκα». Ο S&P 500, ο Nasdaq και ο Dow Jones έχουν ήδη δεχθεί πιέσεις, παρά τα ιστορικά υψηλά που είχαν προηγηθεί.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα ξεσπάσει μια δημοσιονομική κρίση ή πότε μια υπερτιμημένη χρηματιστηριακή αγορά θα αντιστρέψει βίαια την πορεία της. Το μήνυμα της αγοράς ομολόγων, όμως, γίνεται όλο και πιο καθαρό: μετά από χρόνια κατά τα οποία οι επενδυτές αγνοούσαν το ύψος των χρεών, η πίστη τους στην ικανότητα των κυβερνήσεων να τα διαχειριστούν δεν είναι πλέον δεδομένη.
Πηγή: naftemporiki.gr