Offcanvas
Offcanvas
Ο οίκος Capital Intelligence Ratings καταγράφει ότι τα δημόσια οικονομικά παραμένουν ισχυρά, επικαλούμενος στοιχεία του ΥΠΟΙΚ, σύμφωνα με το οποίο ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 55,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 62,8% τον Δεκέμβριο του 2024
Επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση σε ξένο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΒΒΒ+ ο οίκος αξιολόγησης Capital Intelligence Ratings (CI) την Παρασκευή. Την ίδια ώρα, ο οίκος επιβεβαίωσε τη βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση σε ξένο νόμισμα στο Α2. Η προοπτική των αξιολογήσεων παραμένει σταθερή.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εξέδωσε ο οίκος, οι αξιολογήσεις στηρίζονται στη συνεχή ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών, «η οποία αντικατοπτρίζεται στα διαρκή πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού, στη μείωση του δημόσιου χρέους και στους χαμηλούς δημοσιονομικούς κινδύνους βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα». Όπως αναφέρει, η ενεργή διαχείριση του δημόσιου χρέους έχει συμβάλει στη μείωση των πιέσεων αναχρηματοδότησης, ενώ τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα του κράτους αποτελούν ισχυρή ασπίδα έναντι βραχυπρόθεσμων κραδασμών.
Οι αξιολογήσεις αντικατοπτρίζουν επίσης τη συνεχιζόμενη μείωση των ενδεχόμενων υποχρεώσεων που προέρχονται από τον τραπεζικό τομέα, που υποστηρίζεται και από τη συνεχή υποχώρηση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι αξιολογήσεις ενισχύονται περαιτέρω από την ανθεκτική οικονομική επίδοση της Κύπρου, με την ανάπτυξη να παραμένει μεταξύ των ισχυρότερων στη ζώνη του ευρώ. Ο CI σημειώνει ότι η οικονομία επωφελείται από το υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τις ισχυρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και ένα διαφοροποιημένο μοντέλο προσανατολισμένο στις υπηρεσίες, με επίκεντρο τον τουρισμό, τις επιχειρηματικές υπηρεσίες, τη ναυτιλία και τις ΤΠΕ.
Επίσης, αναφέρει ότι η θεσμική και χρηματοοικονομική στήριξη που απορρέει από τη συμμετοχή στην ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στηρίζει επίσης τις αξιολογήσεις του κράτους.
Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι οι αξιολογήσεις περιορίζονται από σημαντικές εξωτερικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές προκλήσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, το υψηλό εξωτερικό χρέος και οι πολύ αυξημένες ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης.
Πρόσθετοι περιορισμοί προκύπτουν από το ακόμη μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαχειρίζονται εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, τις διαρθρωτικές προκλήσεις στην αγορά εργασίας και την παραγωγικότητα, καθώς και τις μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές πιέσεις που συνδέονται με το ΓεΣΥ και τη γήρανση του πληθυσμού.
Αναφέρεται, ακόμη, ότι οι αυξανόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, ιδίως οι περιφερειακές επιπτώσεις από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, επιβαρύνουν επίσης τις αξιολογήσεις.
Ισχυρά δημόσια οικονομικά
Ο οίκος καταγράφει ότι τα δημόσια οικονομικά παραμένουν ισχυρά, επικαλούμενος στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 55,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 62,8% τον Δεκέμβριο του 2024. «Η δυναμική του χρέους υποστηρίχθηκε από ένα πολύ ισχυρό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης της τάξης του 2,6% του ΑΕΠ το 2025 (4,1% το 2024), σε συνδυασμό με ισχυρή οικονομική δραστηριότητα», αναφέρει.
Σημειώνει ότι το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, που περιλαμβάνει και τα αποθέματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μειώθηκε στο 92,2% του ΑΕΠ, από 98,1% τον Δεκέμβριο του 2024. «Ο CI αναμένει περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους στο 51% του ΑΕΠ το 2026 και στο 45,7% το 2027, εξαιτίας και των πλεονασμάτων του προϋπολογισμού που κατά μέσο όρο θα φτάσουν το 3,1% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο», αναφέρει.
Επιπλέον, σημειώνει ότι η φορολογική μεταρρύθμιση που εφαρμόστηκε τον Ιανουάριο του 2026, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης του εταιρικού φόρου στο 15%, αναμένεται να ενισχύσει μέτρια τα δημοσιονομικά έσοδα, ευθυγραμμίζοντας παράλληλα την Κύπρο με τα αναδυόμενα παγκόσμια ελάχιστα φορολογικά πρότυπα.
Ο οίκος εκτιμά ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης μειώνονται, «χάρη στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση, την ευνοϊκή διάρθρωση λήξεων (χρέους) και τις χαμηλές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες» που εκτιμούνται στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, με λήξεις χρέους περίπου στο 6% του ΑΕΠ.
Σημειώνει, εξάλλου, ότι η κυβέρνηση διατηρεί σημαντικά ταμειακά αποθέματα, επαρκή για την κάλυψη περίπου του 200% των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών για τουλάχιστον τους επόμενους 12 μήνες.
Ο οίκος σημειώνει και την έξοδο της κυβέρνησης στις διεθνείς αγορές τον Ιανουάριο 2026, εκδίδοντας ομόλογο 1 δισ. ευρώ με διάρκεια 10 ετών, τα έσοδα του οποίου αναμένεται να καλύψουν περίπου το 70% των εκτιμώμενων ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του έτους.
Οι προοπτικές για τα δημόσια οικονομικά είναι προς το παρόν ισορροπημένες, αναφέρει ο CI. Κίνδυνοι ενδέχεται να προκύψουν εάν εξασθενήσει η δημοσιονομική πειθαρχία, ιδιαίτερα αν οι αυξανόμενες δαπάνες για επιδοτήσεις, κοινωνική πρόνοια και μισθούς του δημόσιου τομέα υπερβούν την αύξηση των εσόδων, σημειώνει.
«Ενδεχόμενη επιβράδυνση του ΑΕΠ θα μπορούσε επίσης να περιορίσει τα φορολογικά έσοδα», εκτιμά, ενώ σημειώνει ότι άλλοι κίνδυνοι σχετίζονται με παρατεταμένες περιφερειακές αβεβαιότητες, καθώς και με την υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων, όπως το κρατικά εγγυημένο χρέος δημόσιων οργανισμών και το αυξανόμενο κόστος του ΓεΣΥ. Επικαλούμενος στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, ο οίκος αξιολόγησης αναφέρει ότι οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις της γενικής κυβέρνησης εκτιμήθηκαν στο 9,7% του ΑΕΠ το 2024.
Αυξημένος κίνδυνος εξαιτίας του πολέμου
Ο οίκος καταγράφει ότι η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν αποτελεί αυξανόμενο γεωπολιτικό κίνδυνο για την Κύπρο, λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας στη Μέση Ανατολή και της εξάρτησής της από τομείς υπηρεσιών που επηρεάζονται από το εξωτερικό. Μέχρι στιγμής, οι άμεσες επιπτώσεις είναι περιορισμένες, σημειώνει, αν και σημειώνει ότι περιστατικά ασφάλειας «που σχετίζονται με τις βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί αναδεικνύουν την έκθεση της Κύπρου στην περιφερειακή αστάθεια».
Όπως αναφέρει, οι βασικοί δίαυλοι μετάδοσης είναι πιθανό να είναι έμμεσοι. «Η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει αρνητικά τη ζήτηση στον τουρισμό, ενώ διαταραχές στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και στις ναυτιλιακές διαδρομές του Κόλπου αυξάνουν το κόστος εισαγωγών για την ενεργειακά εξαρτώμενη οικονομία», σημειώνει.
Ο CI τονίζει ότι μια παρατεταμένη κλιμάκωση θα ενίσχυε αυτές τις πιέσεις μέσω χαμηλότερων τουριστικών ροών, υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένης αστάθειας στις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα ακραίο σενάριο, αναφέρει, η Κύπρος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει εκροές κεφαλαίων και μετακίνηση ξένου εργατικού δυναμικού, με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα και τα δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι το βασικό σενάριο του CI υποθέτει ότι οι εχθροπραξίες δεν θα διαρκέσουν πέραν του Απριλίου 2026 και ότι ο αντίκτυπος θα είναι περιορισμένος.
Υποχωρούν περαιτέρω οι κίνδυνο στο τραπεζικό σύστημα
Οι κίνδυνοι από το τραπεζικό σύστημα συνεχίζουν να υποχωρούν, σημειώνει ο οίκος. Όπως αναφέρει, το μέγεθος του τομέα μειώθηκε στο 186,1% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 188,7% το 2024, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια παρέμεινε ισχυρή. Επικαλούμενος στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, σημειώνει ότι ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 4,5% των συνολικών δανείων τον Σεπτέμβριο του 2025 (από 6,2% τον Δεκέμβριο του 2024), ενώ η κάλυψη προβλέψεων αυξήθηκε οριακά στο 68,5% (από 59,9%). «Οι τράπεζες παραμένουν καλά κεφαλαιοποιημένες, με μέσο δείκτη CET1 στο 27,4% τον Σεπτέμβριο του 2025, τον υψηλότερο στην ΕΕ. Οι δείκτες ρευστότητας και κερδοφορίας είναι επίσης ικανοποιητικοί», αναφέρει.
Επίσης, σημειώνει ότι το χρέος του ιδιωτικού τομέα έχει μειωθεί στο μισό την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας στο 167,2% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025 (177% τον Δεκέμβριο του 2024 και 341% τον Δεκέμβριο του 2013). Εξαιρουμένων των εταιρειών ειδικού σκοπού (SPEs), το ιδιωτικό χρέος διαμορφώθηκε στο 121,8% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2025, πιο κοντά στον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, σημειώνεται.
Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι το μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού που κατέχεται εκτός τραπεζικού συστήματος από τις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων συνεχίζει να επιβαρύνει τις αξιολογήσεις. Όπως αναφέρει, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ιδιωτικού τομέα που διαχειρίζονται οι εταιρείες εξαγοράς ανήλθαν σε 19,7 δισ. ευρώ (54,1% του ΑΕΠ) τον Ιούνιο του 2025.
«Η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 3,8% το 2025 (3,9% το 2024), χάρη στη δυναμική δραστηριότητα στους τομείς της φιλοξενίας, των κατασκευών, του χονδρικού και λιανικού εμπορίου και των ΤΠΕ», αναφέρει, τονίζοντας ότι ο CI αναμένει αύξηση του ΑΕΠ κατά μέσο όρο 3% την περίοδο 2026-27, υποστηριζόμενη από ισχυρή εγχώρια ζήτηση, επενδύσεις και εξαγωγές υπηρεσιών.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 36.686 ευρώ το 2025, ενώ η ανεργία μειώθηκε στο 4%.
Σημειώνεται ότι η εξωτερική θέση της Κύπρου παραμένει μέτρια, λόγω των μεγάλων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών και του υψηλού εξωτερικού χρέους. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εκτιμάται ότι μειώθηκε στο 7,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το εξωτερικό χρέος (χωρίς τις SPEs) μειώθηκε στο 164,2% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι σταθερές προοπτικές υποδηλώνουν ότι οι αξιολογήσεις είναι πιθανό να παραμείνουν αμετάβλητες τους επόμενους 12 μήνες, εξισορροπώντας τη μείωση των δημοσιονομικών κινδύνων και την ισχυρή οικονομική επίδοση με τις εξωτερικές ανισορροπίες και τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες.
Όπως σημειώνει, ενδεχόμενη αναβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει από περαιτέρω βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και του εξωτερικού χρέους, καθώς και από σημαντική απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Αντίθετα, υποβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει εάν επιδεινωθούν τα δημόσια οικονομικά, αυξηθεί το δημόσιο χρέος ή προκύψουν αρνητικοί οικονομικοί ή εξωτερικοί κραδασμοί που επηρεάζουν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Πηγή: ΚΥΠΕ
Διαβάστε επίσης: Πήραν φωτιά και οι τιμές υγραερίου – Σημαντικές αυξήσεις έως και 5 ευρώ ανεβάζουν τη φιάλη στα 25 ευρώ