Παρά τη σχεδόν πλήρη απασχόληση και τα θετικά μακροοικονομικά μεγέθη, η φτώχεια στην Κύπρο όχι μόνο δεν υποχωρεί περαιτέρω, αλλά δείχνει να παγιώνεται. Αυτό το παράδοξο, μια οικονομία με χαμηλή ανεργία και ταυτόχρονα σταθερά υψηλά ποσοστά φτώχειας, βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι» του ΣΙΓΜΑ, με τον οικονομολόγο Γιάννη Τελώνη και την Πρόεδρο του Εθνικού Δικτύου Καταπολέμησης της Φτώχειας, Ελένη Καραολή.
Αφορμή αποτέλεσε ημερίδα για τις σύγχρονες τάσεις και διαστάσεις της φτώχειας στην Κύπρο, η οποία πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Πέμπτης.
Χωρίς εθνική στρατηγική, η φτώχεια ανακυκλώνεται
Όπως τόνισε η κ. Καραολή, το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη συζήτηση είναι η απουσία μιας συνολικής, εθνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της φτώχειας. «Τα επιδόματα βοηθούν στο να προχωρήσει ένα βήμα μπροστά ο κόσμος, αλλά δεν λύνουν αυτό καθαυτό το πρόβλημα και το γιατί οδηγείται κάποιο άτομο ή κάποια οικογένεια στη φτώχεια» ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς πολιτικές που να αντιμετωπίζουν τα αίτια της φτωχοποίησης, το φαινόμενο απλώς ανακυκλώνεται.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με την ίδια, διαδραματίζει η αδυναμία ένταξης ή επανένταξης στην εργασία. Παρά το χαμηλό ποσοστό ανεργίας –γύρω στο 5% με 5,5%– πολλές οικογένειες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες υποχρεώσεις, την ώρα που απουσιάζουν βασικές κοινωνικές υποδομές, όπως υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, ηλικιωμένων ή ασθενών μελών της οικογένειας. «Αυτή η αβεβαιότητα οδηγεί τις οικογένειες σε ένταση και ψυχολογική πίεση», σημείωσε.
Οι αριθμοί δείχνουν πρόοδο, αλλά μέχρι ενός σημείου
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Τελώνης έθεσε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στη φτώχεια όπως αποτυπώνεται στους αριθμούς και στη φτώχεια όπως βιώνεται στην καθημερινότητα. Όπως συμβαίνει και με τον πληθωρισμό, άλλο είναι τα στατιστικά στοιχεία και άλλο το αίσθημα ακρίβειας που νιώθει ο πολίτης.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, το ποσοστό φτώχειας στην Κύπρο έχει μειωθεί αισθητά σε σχέση με το 2013, όταν βρισκόταν γύρω στο 22%, και σήμερα κινείται στο 16%-17%, ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Υπήρξε πρόοδος, και θα ήταν ανησυχητικό αν δεν υπήρχε μετά την κρίση του 2013», σημείωσε.
Ωστόσο, το πρόβλημα, όπως εξήγησε, είναι ότι αυτή η πρόοδος έχει σταματήσει. «Έχουμε μείνει σε ένα πλατό. Έχουμε σταθεροποιηθεί γύρω στο 16-17% και δεν βλέπουμε πρόοδο», τόνισε, θέτοντας το ερώτημα πώς η φτώχεια μπορεί να μειωθεί ακόμη περισσότερο.
Η «παγίδα» της φτώχειας σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην έννοια της «παγίδας της φτώχειας». Σε ένα περιβάλλον σχεδόν πλήρους απασχόλησης, υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα επιδόματα βρίσκονται πολύ κοντά στο εισόδημα που θα μπορούσε να αποκομίσει κάποιος από την εργασία, με αποτέλεσμα να μειώνεται το κίνητρο ένταξης στην αγορά εργασίας. «Υπάρχει κόσμος, ο οποίος είναι σε ένα επίπεδο επιδομάτων, το οποίο είναι πολύ κοντά στον μισθό τον οποίο θα έπαιρνε στην αγορά. Οπότε δεν έχει το κίνητρο να πάει να δουλέψει για εκείνο το επιπλέον εισόδημα», ανέφερε σχετικά ο κ. Τελώνης.
Την ίδια ώρα, η απουσία επαρκών κοινωνικών υπηρεσιών λειτουργεί αποτρεπτικά για την επιστροφή στην εργασία, όχι επειδή δεν υπάρχουν θέσεις, αλλά επειδή δεν υπάρχουν οι δομές που θα επιτρέψουν σε συγκεκριμένες ομάδες να εργαστούν με αξιοπρέπεια. «Δεν έχουμε τις κοινωνικές υπηρεσίες που μπορεί να επιτρέψουν σε ορισμένα άτομα να ξαναμπούν στην αγορά εργασίας. Όχι για να αυξήσουμε την αγορά εργασίας, αλλά για να αυξήσουμε το βιοτικό επίπεδο αυτών των ανθρώπων», κατέληξε.
Διαβάστε επίσης: Κατώτατοι μισθοί στην Ευρώπη και η θέση της Κύπρου

