Offcanvas
Offcanvas
Από τα ενεργειακά «chokepoints» και τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας έως τις Συμφωνίες του Αβραάμ και τον πιθανό ρόλο της Κύπρου.
Της Πωλίνας Άνιφτου
Η γεωγραφία των Στενών του Ορμούζ
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μήκος περίπου 104 ναυτικά μίλια και συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό. Το πλάτος τους κυμαίνεται μεταξύ 52 ½ και 20 ¾ μιλίων, εκτεινόμενο μεταξύ του ιρανικού νησιού Λαράκ (island of Larak) και του ομανικού νησιού Μεγάλο Κουάιν (Great Quoin). Στην πραγματικότητα, τα χωρικά ύδατα του Ιράν και του Ομάν αλληλοεπικαλύπτονται στα στενότερα σημεία των Στενών του Ορμούζ.
Στις 7 Μαρτίου 1974, με κοινή δήλωση, τα δύο κράτη εξέφρασαν την πλήρη συνεργασία τους, με στόχο τη διατήρηση της ασφάλειας στην περιοχή και τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ και των παρακείμενων θαλασσών. Στη συνέχεια, στις 25 Ιουλίου 1974, υπέγραψαν συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ιράν και Ομάν, η οποία περιλάμβανε και τα κοινά ύδατα του Ορμούζ.
Τα λεγόμενα «chokepoints» αποτελούν στενά θαλάσσια περάσματα, με έντονη χρήση στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και έχουν καθοριστική σημασία για την ενεργειακή ασφάλεια. Ακόμη και μια προσωρινή διακοπή της διέλευσης πετρελαίου από ένα τέτοιο σημείο μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις στον εφοδιασμό, αύξηση του κόστους μεταφοράς και κατ’ επέκταση, άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές, αυτές συνήθως συνεπάγονται σημαντική αύξηση του χρόνου μεταφοράς- ωστόσο, για τα Στενά του Ορμούζ οι εναλλακτικές είναι περιορισμένες, με μοναδική μερική διέξοδο τη χρήση αγωγών.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν ορισμένες ενεργειακές υποδομές που επιτρέπουν την παράκαμψη του Ορμούζ, συμβάλλοντας έτσι εν μέρει στον περιορισμό των επιπτώσεων από πιθανές διαταραχές στη διέλευση. Ωστόσο, οι αγωγοί αυτοί δεν λειτουργούν συνήθως στη μέγιστη δυναμικότητά τους.
Η Saudi Aramco διαχειρίζεται τον αγωγό East-West, χωρητικότητας περίπου 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ο οποίος συνδέει το κέντρο επεξεργασίας πετρελαίου στο Abqaiq, κοντά στον Περσικό Κόλπο, με το λιμάνι Yanbu στην Ερυθρά Θάλασσα. Το 2019, η εταιρεία αύξησε προσωρινά τη δυναμικότητα του αγωγού σε 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, μετατρέποντας τμήματα αγωγών των φυσικών υγρών αερίων για τη μεταφορά αργού πετρελαίου. Το 2024 η Σαουδική Αραβία ενίσχυσε τη χρήση του συγκεκριμένου αγωγού, προκειμένου να αποφύγει τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα γύρω από το στενό Bab al-Mandeb.
Αντίστοιχα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λειτουργούν αγωγό δυναμικότητας περίπου 1,8 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ο οποίος συνδέει τα χερσαία κοιτάσματα με τον εξαγωγικό τερματικό σταθμό Fujairah στον Κόλπο του Ομάν, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το 2024, οι ροές πετρελαίου και συμπυκνωμάτων μέσω των στενών Ορμούζ από τα ΗΑΕ ήταν μειωμένες σε σύγκριση με το 2022, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στην αναβάθμιση των διυλιστηρίων και την αυξημένη τοπική επεξεργασία βαρέος αργού πετρελαίου. Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις αυτές επέτρεψαν αύξηση των εξαγωγών ελαφρύτερων ποιοτήτων αργού, ενισχύοντας τη χρήση του αγωγού προς τη Fujairah. Ωστόσο, η εντατική χρήση του για καθημερινές λειτουργίες περιορίζει τη διαθέσιμη εφεδρική χωρητικότητα για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών επαναφέροντας την καθοριστικότητα των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια οικονομία.

Το Πεδίο Γεωπολιτικού Ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας
Τα Στενά του Ορμούζ διαθέτουν επαρκές βάθος και πλάτος ώστε να εξυπηρετούν τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου παγκοσμίως και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά «σημεία συμφόρησης» («chokepoints») διεθνώς. Μέσα από αυτά διέρχονται τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, ενώ οι εναλλακτικές οδοί μεταφοράς σε περίπτωση διακοπής της διέλευσης είναι εξαιρετικά περιορισμένες, όπως αναφέρθηκε. Το 2024, η ροή πετρελαίου μέσω των στενών ανήλθε κατά μέσο όρο σε 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, οι ροές παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Εκτιμάται ότι το 84% του αργού πετρελαίου και των συμπυκνωμάτων, καθώς και το 83% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διήλθαν από τα Στενά του Ορμούζ το 2024, κατευθύνθηκαν προς ασιατικές αγορές. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα αποτέλεσαν τους κύριους προορισμούς για το πετρέλαιο που μεταφέρθηκε μέσω των στενών προς την Ασία, αντιπροσωπεύοντας συνολικά το 69% των συνολικών ροών αργού πετρελαίου και συμπυκνωμάτων μέσω του Ορμούζ το 2024. Οι αγορές αυτές είναι πιθανό να επηρεαστούν περισσότερο σε περίπτωση διαταραχών στην τροφοδοσία μέσω των στενών.
Το ίδιο έτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν περίπου 0,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως αργού πετρελαίου και συμπυκνωμάτων από χώρες του Περσικού Κόλπου μέσω του Ορμούζ, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 7% των συνολικών αμερικανικών εισαγωγών αργού πετρελαίου και συμπυκνωμάτων και μόλις στο 2% της συνολικής κατανάλωσης υγρών καυσίμων στις ΗΠΑ. Το 2024 οι εισαγωγές αργού πετρελαίου των ΗΠΑ από την περιοχή του Περσικού Κόλπου βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν 40 ετών, γεγονός που οφείλεται στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής, καθώς και στις αυξημένες εισαγωγές από τον Καναδά.
Παρά τη μείωση της άμεσης ενεργειακής εξάρτησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τα Στενά του Ορμούζ, η γεωστρατηγική του σημασία για την Ουάσινγκτον όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει, αλλά παραμένει κεντρική. Τα στενά αποτελούν κρίσιμο «σημείο ελέγχου» («strategic chokepoint»), μέσω του οποίου διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας δεν συνιστούν απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά βασικό εργαλείο διατήρησης της αμερικανικής ηγεμονίας στο διεθνές σύστημα. Η παρουσία των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική θαλάσσιας κυριαρχίας (sea control), με στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης ροής ενέργειας, αλλά και την αποτροπή ανάδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τον έλεγχο αυτό.
Αντιθέτως, για την Κίνα, τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν εργαλείο ισχύος, αλλά σημείο ευπάθειας. Η κινεζική οικονομία, ως βαθιά εξαρτημένη από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους, καθίσταται ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε πιθανές διαταραχές της θαλάσσιας διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ. Η στρατηγική ευπάθεια της Κίνας στα Στενά του Ορμούζ και ευρύτερα στις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας δεν αποτελεί απλώς θεωρητικό ζήτημα, αλλά επηρεάζει άμεσα και τις μακροπρόθεσμες γεωοικονομικές της συμφωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας του 2020 μεταξύ Ιράν και Κίνας, αξίας περίπου 440 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία προοριζόταν να ενισχύσει τη διμερή ενεργειακή και επενδυτική συνεργασία και ως μέρος σήμερα αυτής της συμφωνίας το Ιράν αδειοδοτεί εν μέσω κρίσης με το Ισραήλ και κτυπημάτων στις χώρες του Κόλπου τα κινέζικα πλοία να μεταφέρουν πετρέλαιο και πρώτες ύλες στην Κίνα. Αν και δημόσια ποτέ δεν έγινε δεκτό το όλο μέρος αυτής της συμφωνίας, το Ιράν πολλάκις διαφαίνεται να δρα ως ο μεσάζοντας της ενεργειακής πληρότητας της Κίνας.
Ωστόσο, η υλοποίηση αυτής της συμφωνίας περιορίζεται σημαντικά από τη δομική εξάρτηση της Κίνας από θαλάσσιες οδούς υψηλού κινδύνου. Οι ενεργειακές ροές από το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο προς την Ανατολική Ασία διέρχονται αναγκαστικά από τον Ινδικό Ωκεανό, μια περιοχή όπου η Ινδία —στρατηγικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών— διαδραματίζει αυξανόμενο ρόλο. Παράλληλα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν επηρεάσει και την κινεζική παρουσία σε κομβικά σημεία της ευρύτερης περιοχής. Η αστάθεια στην Υεμένη, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, έχει περιορίσει τις δυνατότητες της Κίνας να εδραιώσει σταθερή παρουσία σε στρατηγικά λιμάνια και θαλάσσιους κόμβους κοντά στο στενό Bab al-Mandeb. Η περιοχή αυτή αποτελεί κρίσιμο κρίκο στη σύνδεση του Ινδικού Ωκεανού με την Ερυθρά Θάλασσα και κατ’ επέκταση, με τη Μεσόγειο.
Η επιδείνωση του περιφερειακού περιβάλλοντος ασφαλείας υπονομεύει τις κινεζικές επιδιώξεις για την ανάπτυξη ενός συνεκτικού δικτύου θαλάσσιων και χερσαίων υποδομών στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας του Δρόμου του Μεταξιού (Belt and Road Initiative). Έτσι, ενώ η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει τη γεωοικονομική της διείσδυση μέσω συνεργασιών όπως αυτή με το Ιράν, η γεωπολιτική πραγματικότητα —χαρακτηριζόμενη από ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων και περιφερειακές συγκρούσεις— περιορίζει ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα αυτών των στρατηγικών.
Από την άλλη πλευρά, τα πλήγματα του Ιράν προς χώρες του Περσικού Κόλπου μεταβάλλουν σταδιακά τη στάση των περιφερειακών δρώντων. Παρότι δεν έχουν όλες οι χώρες αναγνωρίσει επίσημα το Ισραήλ, εντούτοις διαμορφώνεται μια συγκλίνουσα αντίληψη ασφάλειας, σύμφωνα με την οποία η αποδυνάμωση ή ακόμη και η πτώση του ιρανικού καθεστώτος θα μπορούσε να θεωρηθεί επιθυμητή εξέλιξη. Η εκτίμηση αυτή εδράζεται στον φόβο ότι η επιβίωση του καθεστώτος, υπό συνθήκες πίεσης, θα οδηγήσει σε μια πιο εκδικητική και επιθετική εξωτερική πολιτική στην περιοχή.
Παράλληλα, μια τέτοια επιβίωση θα ενίσχυε την ανάγκη του Ιράν για στρατηγική στήριξη από την Κίνα, ενδεχομένως οδηγώντας σε βαθύτερη κινεζική παρουσία στον Περσικό Κόλπο. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει άμεση αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αμερικανο-κινεζικής αντιπαράθεσης σε μια περιοχή κομβικής σημασίας για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σταθερότητα των ενεργειακών ροών, με πιθανές δραματικές επιπτώσεις για τη διεθνή οικονομία αλλά και το περιβάλλον.
Η στρατιωτική ισχύς ανάμεσα σε Ιράν και Άραβες
Η διαμόρφωση μιας κοινής αντίληψης απειλής στη Μέση Ανατολή ανάγεται στην Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Πριν από το 1979, οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου αντιλαμβάνονταν ως κύρια απειλή τη Σοβιετική Ένωση, η οποία εμπλεκόταν στον αραβικό κόσμο μέσω του Παναραβισμού και της αντίθεσης στις μοναρχίες. Ωστόσο, μετά την επανάσταση, το επίκεντρο της απειλής μετατοπίστηκε προς το Ιράν, το οποίο, ως ισλαμικό καθεστώς με έντονη σιιτική ταυτότητα, θεωρήθηκε αναθεωρητικός και αποσταθεροποιητικός παράγοντας για την περιφερειακή ισορροπία.
Καθοριστικός παράγοντας για αυτή τη μεταβολή υπήρξε η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν. Η Τεχεράνη υιοθέτησε στρατηγική αύξησης των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, επιδιώκοντας να εδραιωθεί ως κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, αλλά και να αποτρέψει ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών ειδικά μετά τον πόλεμο Ιράν- Ιράκ 1980-88. Συγκριτικά, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις των κρατών του Κόλπου —όπως η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Ομάν, το Κατάρ, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— αριθμούν συνολικά περίπου 372.000 προσωπικό, το Ιράν διαθέτει περίπου 523.000 στρατιωτικό προσωπικό. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute, το Ιράν δαπάνησε περίπου 140 δισεκατομμύρια δολάρια για στρατιωτικούς σκοπούς την τελευταία δεκαετία, με τις δαπάνες του 2018 να ανέρχονται σε περίπου 13 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας εκείνες άλλων κρατών της περιοχής.
Η περιφερειακή αστάθεια επιτείνεται περαιτέρω από τις διαφορές στα πολιτικά συστήματα και τις οικονομικές ανισότητες μεταξύ των κρατών, όπως η αντίθεση μεταξύ πλούσιων κρατών (π.χ. Σαουδική Αραβία) και φτωχότερων (π.χ. Υεμένη). Επιπλέον, οι θρησκευτικές και δογματικές διαιρέσεις, σε συνδυασμό με ιστορικές εξελίξεις, συνέβαλαν στο να καταστεί το Ιράν το επίκεντρο των αντιλήψεων απειλής των αραβικών κρατών.
Τέλος, η είσοδος της Σαουδικής Αραβίας σε έναν ευρύτερο στρατιωτικό και ιδεολογικό ανταγωνισμό με το Ιράν για την περιφερειακή κυριαρχία ενίσχυσε την πόλωση στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας σε βαθύτερες διαχωριστικές γραμμές τόσο σε θρησκευτικό επίπεδο (σουνίτες–σιίτες) όσο και σε γεωπολιτισμικό επίπεδο (αραβικός–περσικός κόσμος).

Από τη συμφωνία για τα πυρηνικά στην επαναφορά της πίεσης
Οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, οι οποίες διαρρήχθηκαν μετά την Ισλαμική Επανάσταση, φάνηκε να εισέρχονται σε μια φάση σχετικής εξομάλυνσης με τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στην οποία συμμετείχαν τόσο οι δυτικές δυνάμεις όσο και οι ΗΠΑ. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς τον Μάιο του 2018 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, ανακοίνωσε μονομερώς την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία. Παράλληλα, δήλωσε την πλήρη επαναφορά και αυστηρή εφαρμογή των οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν, οι οποίες είχαν ανασταλεί το 2015.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε σημαντική αναστάτωση σε επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διατηρούσαν οικονομικές σχέσεις με το Ιράν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άσκησαν πιέσεις σε τρίτες χώρες —ιδίως στην Κίνα, την Ινδία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία— να περιορίσουν σταδιακά ή να διακόψουν πλήρως το εμπόριό τους με το Ιράν, ενώ παράλληλα απείλησαν με επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε όσες χώρες δεν συμμορφώνονταν. Επιπλέον, η απόφαση των ΗΠΑ να στοχεύσουν ειδικά τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου οδήγησε σε περαιτέρω επιδείνωση των διμερών σχέσεων.
Η γεωπολιτική σημασία της δυτικοποίησης του Ιράν και οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας
Η ενδεχόμενη ενσωμάτωση του Ιράν στη δυτική οικονομική και πολιτική σφαίρα επιρροής αποτελεί στρατηγικό διακύβευμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με ευρύτερες συνέπειες για την παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Πέρα από τη μείωση της περιφερειακής αστάθειας, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε άμεσο γεωοικονομικό αντίκτυπο, περιορίζοντας σημαντικά τη διείσδυση της Κίνας στη Μέση Ανατολή και την Ευρασία.
Για την Κίνα, το Ιράν αποτελεί κρίσιμο κόμβο στο πλαίσιο των διασυνδέσεων της με την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την Αφρική. Η δε Κίνα αντιστοιχεί περίπου σε 4%–7,5% των ετήσιων ροών FDI προς την Αφρική τα τελευταία χρόνια και τα ιρανικά λιμάνια, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας, λειτουργούν ως βασικοί διαμετακομιστικοί σταθμοί για τις ενεργειακές και εμπορικές ροές της κινεζικής στρατηγικής. Παράλληλα, η ευρύτερη περιοχή της Υεμένης και του Bab al-Mandeb αποτελεί κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο και περίπου 60% του εμπορίου Κίνας–Ευρώπης περνά από εκεί. Η αποδυνάμωση της κινεζικής παρουσίας σε αυτά τα σημεία θα σήμαινε ουσιαστικά απώλεια ελέγχου σε βασικούς άξονες της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Αντίθετα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ενσωμάτωση του Ιράν στη δυτική αρχιτεκτονική θα σήμαινε την αναδιάταξη των γεωπολιτικών γραμμών. Το Ιράν θα μπορούσε να μετατραπεί σε «γεωστρατηγικό όριο» μεταξύ Δύσης και Ανατολής, λειτουργώντας ως ανάχωμα στην επέκταση της κινεζικής επιρροής προς τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια των σφαιρών επιρροής επανέρχεται δυναμικά: η Δύση θα εδραιωνόταν έως το Ιράν, ενώ ανατολικότερα θα παρέμενε η κινεζική επιρροή.
Το Αφγανιστάν, σε ένα τέτοιο σενάριο, ενδέχεται να εξελιχθεί σε «ενδιάμεση ζώνη» ή ακόμη και «νεκρή ζώνη» μεταξύ των δύο στρατοπέδων, με περιορισμένη κρατική σταθερότητα αλλά υψηλή γεωπολιτική σημασία. Η θέση του, μεταξύ Ιράν, Κεντρικής Ασίας και Νότιας Ασίας, το καθιστά κρίσιμο για τη διαμόρφωση των χερσαίων δικτύων μεταφοράς και επιρροής. Η Κίνα έχει επενδύσει σχετικά περιορισμένα ποσά σε οδικές υποδομές εντός του Αφγανιστάν, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται περίπου μεταξύ 200–400 εκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως σε μικρής κλίμακας έργα. Αντίθετα, η βασική στρατηγική της εστιάζει σε έμμεσες διασυνδέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο China-Pakistan Economic Corridor, συνολικού ύψους περίπου 60–65 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που περιλαμβάνει εκτεταμένα δίκτυα αυτοκινητοδρόμων και μεταφορικών υποδομών, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης προς το Αφγανιστάν. Επιπλέον, σχέδια για διασυνδέσεις μεταξύ Πακιστάν–Αφγανιστάν εκτιμώνται σε περίπου 1–5 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς ωστόσο να έχουν πλήρως υλοποιηθεί.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τον ρόλο του Πακιστάν. Η Ισλαμαμπάντ, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα, φαίνεται να επιδιώκει τον περιορισμό των Ταλιμπάν, ιδιαίτερα υπό το ενδεχόμενο ευθυγράμμισής τους με το Ιράν σε μια πιθανή περιφερειακή σύγκρουση με το Ισραήλ. Σε περίπτωση αποδυνάμωσης ή κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος, το Πακιστάν θα μπορούσε να επιχειρήσει την ενίσχυση της επιρροής του σε περιοχές όπως το Μπαλουχιστάν, αλλά και σε τμήματα του Αφγανιστάν, ενδεχομένως υπό την ανοχή ή και τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναδιάταξης της περιφερειακής ισορροπίας.
Συνολικά, το Ιράν αναδεικνύεται σε κομβικό γεωπολιτικό άξονα, του οποίου η κατεύθυνση —είτε προς τη Δύση είτε προς την Ανατολή— θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη δομή του διεθνούς συστήματος. Η ενσωμάτωσή του στη δυτική σφαίρα επιρροής θα περιόριζε την κινεζική γεωοικονομική επέκταση και θα ενίσχυε τη δυτική στρατηγική συνοχή. Αντίθετα, η διατήρηση ή ενίσχυση των δεσμών του με την Κίνα θα συνέβαλλε στη διαμόρφωση ενός ανταγωνιστικού, πολυπολικού περιβάλλοντος, στο οποίο η Μέση Ανατολή θα λειτουργεί ως βασικό πεδίο αντιπαράθεσης μεγάλων δυνάμεων.

Η γεωπολιτική αναδιάταξη στη σύγκρουση Ιράν & Ισραήλ
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ τείνει να υπερβεί τα όρια μιας περιφερειακής αντιπαράθεσης και να μετατραπεί σε κομβικό πεδίο του ευρύτερου ανταγωνισμού ισχύος. Τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύονται σε κρίσιμο στρατηγικό σημείο, όπου η πιθανότητα μιας ναυτικής σύγκρουσης μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών —σε συνεργασία με περιφερειακούς συμμάχους και το ΝΑΤΟ— εντάσσεται σε μια λογική ελέγχου των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ναυτική ισχύς λειτουργεί ως εργαλείο επιβολής γεωπολιτικής τάξης, με στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης αλλά και την αποτροπή αναθεωρητικών δρώντων.
Πέραν της ναυτικής διάστασης, η σύγκρουση αποκτά χαρακτήρα αναδιάταξης του χερσαίου γεωπολιτικού χώρου. Η προοπτική αποδυνάμωσης ή ακόμη και πτώσης του ιρανικού καθεστώτος δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση ενός ενιαίου, δυτικά προσανατολισμένου χώρου στη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλαίσιο, η επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ δεν περιορίζονται πλέον σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά μετατρέπονται σε εργαλείο γεωοικονομικής ολοκλήρωσης, ικανές να συγκροτήσουν ένα συνεκτικό άξονα από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο.
Η ενδεχόμενη κατάρρευση της ιρανικής γεωπολιτικής αυτονομίας θα μπορούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιότερα δίκτυα συνδεσιμότητας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δυνατότητα ενεργοποίησης του χερσαίου διαδρόμου μεταφορών που δημιουργήθηκε από τον Ρέζα Σάχη τη δεκαετία του 1930 και εκτείνεται από το Ιράν προς τη Γερμανία, ενσωματώνοντας σιδηροδρομικές και εμπορικές διαδρομές που συνδέουν την Ευρασία με τη Μεσόγειο. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν διακλαδώσεις προς κομβικά λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Χάιφα και η Βηρυτός, δημιουργώντας ένα πλέγμα μεταφορών που θα εξυπηρετεί τη ροή εμπορευμάτων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ρόλος της Κύπρου, η οποία δύναται να εξελιχθεί σε βασικό κόμβο logistics και θαλάσσιων μεταφορών. Ως θαλάσσια πλατφόρμα στην Ανατολική Μεσόγειο, η Κύπρος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως λιμάνι διαμετακόμισης (cargo hub), συνδέοντας τις θαλάσσιες και χερσαίες διαδρομές και ενισχύοντας τη συνοχή ενός δυτικά ελεγχόμενου εμπορικού δικτύου.
Συνολικά, η εξελισσόμενη σύγκρουση υπερβαίνει τα στενά όρια της ασφάλειας ή της ισορροπίας ισχύος και εγγράφεται στη βαθύτερη διαδικασία αναδιαμόρφωσης ανταγωνιστικών γεωοικονομικών αρχιτεκτονικών. Το δυτικό μπλοκ επιδιώκει τη συγκρότηση ενός ενοποιημένου χώρου στη Μέση Ανατολή, βασισμένου στην επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ και στη διασύνδεση κρίσιμων χερσαίων και θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς, με στόχο τη δημιουργία ενός συνεκτικού οικονομικού και ενεργειακού συστήματος υπό δυτική επιρροή.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό με εναλλακτικά κέντρα ισχύος, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι BRICS, τα οποία επιδιώκουν την οικοδόμηση παράλληλων δικτύων οικονομικής συνεργασίας και επιρροής. Υπό αυτό το πρίσμα, η έκβαση της σύγκρουσης δεν θα καθορίσει απλώς την περιφερειακή ισορροπία, αλλά θα επηρεάσει καταλυτικά το ποιο γεωοικονομικό μοντέλο θα επικρατήσει. Η Μέση Ανατολή αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό γεωστρατηγικό άξονα, όπου συμπυκνώνεται ο παγκόσμιος ανταγωνισμός ισχύος αυτού του αιώνα.