Offcanvas
Offcanvas
Ο δρ Αλέξανδρος Αντωναράς εξηγεί γιατί το Omnibus αλλάζει τις υποχρεώσεις αναφοράς, όχι τους επιχειρηματικούς κινδύνους και ποιοι παράγοντες θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα έως το 2030.
Συνέντευξη στη Βάσια Καττή
Οι αλλαγές που φέρνει το Omnibus έχουν ανοίξει ξανά τη συζήτηση γύρω από το ESG, με το ενδιαφέρον να στρέφεται κυρίως στις υποχρεώσεις αναφοράς και στο κατά πόσο μειώνεται το βάρος για τις επιχειρήσεις. Για τον δρα Αλέξανδρο Αντωναρά, Αναπληρωτή Καθηγητή στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και Εκτελεστικό Πρόεδρο του Corporate Sustainability and Responsibility Centre (CSRC), η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Όπως αναφέρει στο Economy Today, το ζητούμενο δεν είναι πόσες εκθέσεις βιωσιμότητας θα ετοιμάζουν οι επιχειρήσεις, αλλά πόσο έτοιμες είναι για τις αλλαγές που ήδη επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και ανταγωνίζονται.
Κατά τον ίδιο, το ESG δεν πάει πουθενά. Αντίθετα, περνά σε μια πιο ώριμη φάση, όπου η συζήτηση φεύγει από το «τι θα δηλώσουμε» και πάει στο «πώς θα παραμείνουμε ανταγωνιστικοί και ανθεκτικοί». Μιλώντας στο Economy Today, τονίζει ότι «το reporting ήταν πάντα το μέσο και όχι ο σκοπός», υπογραμμίζοντας πως το κόστος της ενέργειας, οι κλιματικοί κίνδυνοι, οι απαιτήσεις των επενδυτών και οι πιέσεις της αγοράς συνεχίζουν να επηρεάζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Όπως επισημαίνει, το Omnibus μπορεί να αλλάζει τους κανόνες του reporting, δεν αλλάζει όμως τις προκλήσεις που έχουν μπροστά τους οι επιχειρήσεις.
Το ESG δεν πάει πουθενά
Αν πριν από λίγα χρόνια το ESG παρουσιαζόταν ως η νέα κανονικότητα για τις επιχειρήσεις, πώς περιγράφετε τη φάση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα;
Βρισκόμαστε σε μια φάση ωρίμανσης και επαναπροσδιορισμού του ESG. Τα προηγούμενα χρόνια η έμφαση δόθηκε κυρίως στη συμμόρφωση και στη δημιουργία μηχανισμών αναφοράς. Σήμερα, οι επιχειρήσεις καλούνται να μετατρέψουν το ESG από υποχρέωση reporting σε εργαλείο στρατηγικής διαχείρισης κινδύνων και δημιουργίας αξίας. Η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι θα δηλώσουμε» στο «πώς θα παραμείνουμε ανταγωνιστικοί και ανθεκτικοί» σε ένα περιβάλλον κλιματικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών μεταβολών. Το ESG δεν εγκαταλείπεται. Αντίθετα, μεταβαίνει από μια φάση κανονιστικής επέκτασης σε μια φάση στρατηγικής ενσωμάτωσης, όπου η αξία του κρίνεται από την επίδρασή του στην ανταγωνιστικότητα, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση κινδύνων.
Η Ευρώπη ψάχνει ισορροπία
Πιστεύετε ότι οι αλλαγές που έφερε το Omnibus διορθώνουν αδυναμίες του αρχικού σχεδιασμού ή αποτελούν ένα βήμα πίσω σε σχέση με τις φιλοδοξίες που είχε θέσει η Ευρώπη για τη βιωσιμότητα;
Η απάντηση είναι μάλλον «και τα δύο». Από τη μία πλευρά, το Omnibus αναγνωρίζει ότι το αρχικό πλαίσιο δημιούργησε σημαντικό διοικητικό και οικονομικό βάρος, ιδιαίτερα για μικρότερες επιχειρήσεις και για ολόκληρες αλυσίδες αξίας. Από την άλλη, η μείωση των υποχρεώσεων και οι καθυστερήσεις εφαρμογής στέλνουν ένα πιο αδύναμο μήνυμα ως προς τον ρυθμό μετάβασης που επιθυμεί η Ευρώπη. Το ζητούμενο πλέον είναι να διατηρηθεί η ουσία των στόχων βιωσιμότητας, χωρίς να θυσιάζεται η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η πραγματική δοκιμασία του Omnibus δεν είναι εάν μειώνει το διοικητικό βάρος, αλλά εάν μπορεί να το κάνει χωρίς να αποδυναμώνει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη που χρειάζονται οι αγορές για να κατευθύνουν κεφάλαια προς βιώσιμες επενδύσεις.
Η πραγματική πρόκληση είναι αλλού
Παρά τις αλλαγές στη CSRD, οι ευρωπαϊκοί κλιματικοί στόχοι, το κόστος της ενέργειας και μέτρα όπως το CBAM παραμένουν. Μήπως τελικά η μεγάλη πρόκληση για τις επιχειρήσεις δεν είναι το reporting αλλά η προσαρμογή τους σε μια οικονομία που αλλάζει;
Ακριβώς. Το reporting ήταν πάντα το μέσο και όχι ο σκοπός. Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος ενέργειας, απαιτήσεις απανθρακοποίησης, πιέσεις από επενδυτές και νέους μηχανισμούς όπως το CBAM. Επομένως, ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η μη συμμόρφωση με μια έκθεση βιωσιμότητας, αλλά η καθυστέρηση στην προσαρμογή των επιχειρηματικών μοντέλων σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Όσοι δουν έγκαιρα αυτή τη μετάβαση ως στρατηγική ευκαιρία θα αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ακόμη και επιχειρήσεις που ενδέχεται να εξαιρεθούν από ορισμένες απαιτήσεις reporting θα συνεχίσουν να δέχονται πίεση από τράπεζες, επενδυτές, πελάτες και πολυεθνικές αλυσίδες αξίας για στοιχεία σχετικά με τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιδόσεις τους.
Δεν αρκεί να τσεκάρεις τα κουτάκια
Υπάρχει κίνδυνος η συζήτηση να επικεντρωθεί υπερβολικά στο reporting και να χαθεί η ουσία που αφορά την ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική των επιχειρήσεων;
Ναι, και αυτός ο κίνδυνος υπήρξε ήδη τα προηγούμενα χρόνια. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ESG αντιμετωπίστηκε ως άσκηση συμμόρφωσης, με έμφαση στη συλλογή δεδομένων και στη σύνταξη εκθέσεων. Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται αλλού: στη διαχείριση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κινδύνων, στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, στην ενεργειακή αποδοτικότητα και στη διακυβέρνηση. Οι επιχειρήσεις που θα περιοριστούν σε μια λογική «tick-the-box» μπορεί να είναι συμμορφωμένες στα χαρτιά, αλλά όχι απαραίτητα προετοιμασμένες για τις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας
Ίσως η σημαντικότερη συνεισφορά της CSRD ήταν ότι «υποχρέωσε» τις επιχειρήσεις να εξετάσουν όχι μόνο πώς επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους, αλλά και πώς οι ίδιες επηρεάζουν την κοινωνία και το περιβάλλον. Αυτή η στρατηγική οπτική δεν θα πρέπει να χαθεί μέσα στη συζήτηση για το reporting.
Όσα μένουν στο τραπέζι
Κοιτάζοντας προς το 2030, ποια στοιχεία της ατζέντας ESG θεωρείτε ότι θα παραμείνουν καθοριστικά για τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε κανονιστικές απαιτήσεις;
Πιστεύω ότι πέντε παράγοντες θα παραμείνουν καθοριστικοί. Πρώτον, η κλιματική προσαρμογή και η διαχείριση φυσικών κινδύνων. Δεύτερον, η ενεργειακή αποδοτικότητα και η ενεργειακή ασφάλεια. Τρίτον, η διαφάνεια και η ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού. Τέταρτον, η προσέλκυση και διατήρηση ανθρώπινου κεφαλαίου, σε μια αγορά εργασίας που αλλάζει ραγδαία. Και πέμπτον, η εταιρική διακυβέρνηση, η οποία αποτελεί τη βάση για τη λήψη ποιοτικών στρατηγικών αποφάσεων. Ανεξάρτητα από το πόσο αυστηρό ή χαλαρό θα είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο, οι παράγοντες αυτοί θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την εταιρική αξία και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Η συζήτηση δεν είναι πλέον «περισσότερο ή λιγότερο ESG reporting». Είναι κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα σε έναν κόσμο όπου το κλίμα, η ενέργεια, η τεχνολογία και οι προσδοκίες των επενδυτών μεταβάλλουν τους κανόνες του ανταγωνισμού. Το reporting μπορεί να αλλάζει. Οι κίνδυνοι και οι στρατηγικές προκλήσεις, όμως, παραμένουν. Το Omnibus αλλάζει το εύρος του reporting, όχι τη φύση των κινδύνων. Οι κλιματικοί, ενεργειακοί και κοινωνικοί παράγοντες παραμένουν επιχειρηματικοί παράγοντες. Οι εταιρείες που το αντιλαμβάνονται αυτό θα συνεχίσουν να επενδύουν στη βιωσιμότητα όχι επειδή το απαιτεί η νομοθεσία, αλλά επειδή το απαιτεί η στρατηγική τους.