Offcanvas
Offcanvas
Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο μακροβιότερος και πιο επιδραστικός πρόεδρος της Fed της σύγχρονης εποχής, πέθανε στα 100 του χρόνια, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και έντονων αντιπαραθέσεων για την κρίση του 2008
Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο κεντρικός τραπεζίτης που ταυτίστηκε με τη μεγαλύτερη περίοδο οικονομικής επέκτασης των Ηνωμένων Πολιτειών στα τέλη του 20ού αιώνα, πέθανε σε ηλικία 100 ετών. Η προσωπικότητα που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αλάνθαστη στην παγκόσμια οικονομική σκηνή είδε τη φήμη της να αμαυρώνεται μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ακολούθησε λίγα μόλις χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη Federal Reserve.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε το NBC News, ο Γκρίνσπαν πέθανε τη Δευτέρα στο σπίτι του, έχοντας αντιμετωπίσει επιπλοκές από τη νόσο Πάρκινσον. Δίπλα του βρισκόταν η σύζυγός του, η δημοσιογράφος Άντρια Μίτσελ.
Η χρυσή εποχή της αμερικανικής οικονομίας
Η θητεία του στην ηγεσία της Fed διήρκεσε από το 1987 έως τις αρχές του 2006 και συνέπεσε με μία από τις πιο σταθερές και δυναμικές περιόδους ανάπτυξης στην αμερικανική ιστορία. Οι χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν εντυπωσιακά κέρδη, η ανεργία υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμούς που πολλοί θεωρούσαν αδύνατους χωρίς την εμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων.
Ο Ρότζερ Φέργκιουσον, πρώην αντιπρόεδρος της Fed, χαρακτήρισε τον Γκρίνσπαν έναν από τους σημαντικότερους κεντρικούς τραπεζίτες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, επισημαίνοντας ότι ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν τη συμβολή της τεχνολογίας στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Η εποχή της «παράλογης ευφορίας»
Ο Γκρίνσπαν εξελίχθηκε σε παγκόσμιο οικονομικό σύμβολο. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του και οι καταθέσεις του στο Κογκρέσο παρακολουθούνταν στενά από επενδυτές και αναλυτές, οι οποίοι προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν τις συχνά αινιγματικές διατυπώσεις του.
Μία από τις πιο διάσημες στιγμές του σημειώθηκε το 1996, όταν χρησιμοποίησε τον όρο «παράλογη ευφορία» για να περιγράψει την υπερβολική άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Η φράση έμεινε στην οικονομική ιστορία και συνδέθηκε αργότερα με τη φούσκα των εταιρειών του διαδικτύου.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, διαμορφώθηκε επίσης η έννοια του «Greenspan put», δηλαδή η πεποίθηση των επενδυτών ότι η Fed θα παρενέβαινε κάθε φορά που οι αγορές αντιμετώπιζαν σοβαρές αναταράξεις. Οι επικριτές του υποστήριξαν ότι αυτή η αντίληψη ενθάρρυνε υπερβολικό ρίσκο και δημιούργησε επικίνδυνα κίνητρα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Από την αποθέωση στην κρίση
Παρά τις επιτυχίες του, οι τελευταίες χρονιές της θητείας του συνοδεύτηκαν από τη συσσώρευση ανισορροπιών στην αγορά κατοικίας. Η χορήγηση στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου, η υπερβολική μόχλευση και η ανάπτυξη σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την κρίση που ακολούθησε.
Αποκαλυπτικά πρακτικά συνεδριάσεων της Fed έδειξαν ότι ήδη από το 2005 υπήρχαν ανησυχίες για φούσκα στην αγορά ακινήτων. Ο ίδιος ωστόσο εκτιμούσε τότε ότι οι υπερβολές περιορίζονταν σταδιακά καθώς τα επιτόκια στεγαστικών δανείων αυξάνονταν.
Η κατάρρευση της αγοράς και η χρεοκοπία της Lehman Brothers το 2008 οδήγησαν πολλούς να θεωρήσουν ότι η πολιτική χαλαρής εποπτείας που ακολούθησε συνέβαλε στη δημιουργία των συνθηκών για τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική κρίση μετά τη Μεγάλη Ύφεση.
Η δημόσια αυτοκριτική
Μετά την κρίση, ο Γκρίνσπαν βρέθηκε αντιμέτωπος με πρωτοφανή κριτική. Παραδέχθηκε δημοσίως ότι το μοντέλο αυτορρύθμισης των αγορών στο οποίο πίστευε ίσως να είχε σοβαρές αδυναμίες. Σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο δήλωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση «δυσπιστίας» βλέποντας πώς συμπεριφέρθηκαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Σε άλλη κατάθεσή του αναγνώρισε ότι ήταν σωστός περίπου στο 70% των εκτιμήσεών του και λανθασμένος στο υπόλοιπο 30%, μια σπάνια παραδοχή για έναν άνθρωπο που για δεκαετίες θεωρούνταν αδιαμφισβήτητη αυθεντία.
Ο Γκρίνσπαν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1926. Νεαρός έδειξε ενδιαφέρον για τα μαθηματικά και το μπέιζμπολ, όμως αρχικά ακολούθησε διαφορετική πορεία, σπουδάζοντας μουσική στη σχολή Juilliard και παίζοντας κλαρινέτο και σαξόφωνο σε ορχήστρα swing.
Στη συνέχεια στράφηκε στα οικονομικά, σπουδάζοντας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και αργότερα στο Columbia University. Επηρεάστηκε έντονα από τη φιλόσοφο Άυν Ραντ και τις φιλελεύθερες οικονομικές της ιδέες, οι οποίες διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό την κοσμοθεωρία του.
Πριν εισέλθει στην πολιτική και τη δημόσια διοίκηση, απέκτησε φήμη ως οικονομικός σύμβουλος χάρη στην ακρίβεια των προβλέψεών του για την αμερικανική οικονομία.
Η πολιτική διαδρομή και η Fed
Η πολιτική του σταδιοδρομία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν συνεργάστηκε με τον Ρίτσαρντ Νίξον. Αργότερα διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων υπό τους προέδρους Νίξον και Τζέραλντ Φορντ.
Το 1987 ο Ρόναλντ Ρίγκαν τον επέλεξε για τη θέση του προέδρου της Fed. Στα χρόνια που ακολούθησαν διαχειρίστηκε σειρά κρίσεων, από το χρηματιστηριακό κραχ του 1987 έως την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση, τη ρωσική χρεοκοπία και την κατάρρευση του hedge fund Long-Term Capital Management.
Η κληρονομιά
Ένα από τα πιο μόνιμα αποτυπώματά του ήταν η αύξηση της διαφάνειας της Fed. Από το 1994 η κεντρική τράπεζα άρχισε να ανακοινώνει δημόσια τις αποφάσεις της για τα επιτόκια αμέσως μετά τις συνεδριάσεις της, μια πρακτική που σήμερα θεωρείται αυτονόητη.
Παράλληλα, αναγνώρισε νωρίτερα από πολλούς τη διαρθρωτική αλλαγή που έφερνε η τεχνολογική επανάσταση στην αμερικανική οικονομία, επιτρέποντας στη Fed να ανεχθεί υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς να αυξήσει άμεσα τα επιτόκια.
Η ιστορία θα συνεχίσει να συζητά εάν ο Άλαν Γκρίνσπαν υπήρξε ο αρχιτέκτονας μιας χρυσής εποχής ευημερίας ή ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στις συνθήκες της κρίσης του 2008. Αυτό που δύσκολα αμφισβητείται είναι ότι επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη οικονομική πολιτική και διαμόρφωσε όσο λίγοι την παγκόσμια αντίληψη για τον ρόλο των κεντρικών τραπεζών.
Πηγή: newmoney.gr