Offcanvas
Offcanvas
Κύπρος
Διαφωνία για τις καταχρηστικές ρήτρες - Στο Ανώτατο η νομοθεσία κατόπιν αναφοράς του Προέδρου
14-05-2026
Η Κυβέρνηση επικαλείται ζητήματα συνταγματικότητας και κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενώ ο ΣΥΠΡΟΔΑΤ κάνει λόγο ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα
Σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και θεσμικής συνοχής εγείρει «ο Περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων, τροποποιητικός αριθμός 2 νόμος του 2026» (καταχρηστικές ρήτρες) που ψήφισε η Βουλή και έκανε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δήλωσε στο ΚΥΠΕ κυβερνητική πηγή την Πέμπτη.
Αντίθετη είναι η άποψη του ΣΥΠΡΟΔΑΤ, με τη Διευθύντρια του Συνδέσμου Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών (ΣΥΠΡΟΔΑΤ) Τζένη Παπαχαραλάμπους να δηλώνει στο ΚΥΠΕ ότι δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας της νομοθεσίας για τις καταχρηστικές ρήτρες.
Η κυβερνητική πηγή ανέφερε ότι «πρόκειται για θεσμικό έλεγχο συνταγματικότητας και όχι για πολιτική αντιπαράθεση», και πρόσθεσε ότι «η αναφορά αποτελεί εργαλείο διασφάλισης της ορθής λειτουργίας της έννομης τάξης».
Είπε ακόμη ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενήργησε εντός των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων, αξιοποιώντας το δικαίωμα αναφοράς στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η συγκεκριμένη νομοθεσία επηρεάζει άμεσα τη δημοσιονομική πολιτική και τον οικονομικό σχεδιασμό, που αποτελεί αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, πρόσθεσε.
Συνεπώς, συνέχισε, «τίθεται ζήτημα παρέμβασης της νομοθετικής εξουσίας σε πυρήνα εκτελεστικών αρμοδιοτήτων».
Είπε ακόμη ότι το νομοθέτημα αποδυναμώνει το πλαίσιο εκποιήσεων, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για τη λειτουργία του συστήματος, δίνει κίνητρα για καταχρηστικές προσφυγές, καθυστέρηση διαδικασιών εκποίησης και στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων.
Πρόσθεσε ότι με αυτό το νόμο αναμένεται να υπάρξει αύξηση στις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις (ΜΕΧ), επιδείνωση της κουλτούρας πληρωμών και καθυστερήσεις ετών στα δικαστήρια.
Ανέφερε επίσης ότι επηρεάζει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα γιατί η αποδυνάμωση των εξασφαλίσεων οδηγεί σε αύξηση επιτοκίων νέων δανείων και περιορισμών της πιστωτικής επέκτασης.
«Άρα επηρεάζονται αρνητικά η οικονομική δραστηριότητα, η ανάπτυξη και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επίσης επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα ανάκτησης οφειλών από την ΚΕΔΙΠΕΣ και αυτό δυσχεραίνει την αποπληρωμή της κρατικής ενίσχυσης και επηρεάζει τα έσοδα του κράτους», πρόσθεσε.
Σημείωσε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο, πριν την ψήφιση της νομοθεσίας «δεν στερούσε από κανέναν το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη».
Αντίθετα, συνέχισε, προέβλεπε πλήρη δικαστική προστασία, μέσω δικαστηρίου.
Η διαφορά, όπως είπε, είναι ότι η αναστολή της εκποίησης δεν γινόταν αυτόματα, μόνο με απόφαση Δικαστηρίου, ώστε να διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ προστασίας των πολιτών και λειτουργικότητας του συστήματος.
Η πηγή είπε στο ΚΥΠΕ ότι οι οίκοι αξιολόγησης επανειλημμένα συνέδεσαν τη μείωση των ΜΕΧ και την ύπαρξη αποτελεσματικού πλαισίου εκποιήσεων με τη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «πρόσφατα επεσήμανε ότι τέτοιες παρεμβάσεις στο νομοθετικό πλαίσιο των εκποιήσεων υπονομεύουν τα κίνητρα αποπληρωμής, αυξάνουν τον πιστωτικό κίνδυνο και περιορίζουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
«Η Κυβέρνηση σέβεται πλήρως τη Βουλή και τις προτάσεις της, αλλά έχει ευθύνη να διασφαλίζει τη συνταγματικότητα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», σημείωσε.
Όπως είπε, η αναφορά δεν στοχεύει στην απόρριψη πολιτικών προτάσεων, αλλά στη διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ κοινωνικής προστασίας και σταθερότητα του συστήματος.
Επιπλέον, η πηγή είπε ότι η Κυβέρνηση οφείλει να ενεργεί με υπευθυνότητα, διασφαλίζοντας ότι κάθε νομοθετική παρέμβαση είναι συνταγματικά ορθή, συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και δεν υπονομεύει χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τα δημόσια οικονομικά.
Για το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, η πηγή τόνισε ότι «η αλλαγή του που έγινε το 2018 δεν αποστέρησε ποτέ την πρόσβαση ή το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη», προσθέτοντας ότι «το ισχύον πλαίσιο, πριν την ψήφιση του συγκεκριμένου νόμου, δεν στερούσε σε καμία περίπτωση το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη».
«Ο δανειολήπτης μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή, να αμφισβητήσει το ύψος της οφειλής και να επικαλεστεί καταχρηστικούς όρους ή παρανομίες», πρόσθεσε.
Συνεπώς, συνέχισε, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας ήταν ουσιαστικά κατοχυρωμένο.
Πρόσθεσε ότι «το ζήτημα δεν ήταν η πρόσβαση στην δικαιοσύνη, η οποία υπήρχε, αλλά το ζήτημα αν ήταν εάν η άσκηση του δικαιώματος συνεπάγεται αυτόματη αναστολή εκποίησης.
Ανέφερε ότι με το υφιστάμενο πλαίσιο υπήρχε επίσης δικαστική προστασία μέσω προσωρινών διαταγμάτων και πρόσθεσε ότι το πλαίσιο προέβλεπε ότι «ο δανειολήπτης μπορούσε να ζητήσει ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα και η αναστολή εκποίησης δεν ήταν αυτόματη, αλλά αποφασιζόταν από το δικαστήριο κατά περίπτωση».
«Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε δικαστικός έλεγχος ουσίας. Το Δικαστήριο αξιολογούσε αν υπάρχει βάσιμος λόγος και αν συντρέχει ανάγκη αναστολής», ανέφερε και πρόσθεσε ότι «η προστασία υπήρχε, αλλά ήταν στοχευμένη και δικαστικά ελεγχόμενη, όχι οριζόντια».
Η πηγή είπε στο ΚΥΠΕ ότι η μη αυτόματη αναστολή είναι κρίσιμη για την λειτουργία του συστήματος, για να μην δημιουργείται κίνητρο καταχρηστικών προσφυγών και αυτόν είναι που απέτρεπε το υφιστάμενο πλαίσιο.
Δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας λέει στο ΚΥΠΕ ο ΣΥΠΡΟΔΑΤ
Εξάλλου, η Διευθύντρια του Συνδέσμου Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών (ΣΥΠΡΟΔΑΤ) Τζένη Παπαχαραλάμπους δήλωσε στο ΚΥΠΕ ότι δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας της νομοθεσίας για τις καταχρηστικές ρήτρες για την οποία έγινε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ανέφερε ότι η νομοθεσία που ψήφισε η Βουλή αφορά πρόταση νόμου που κατέθεσαν ΑΚΕΛ και Οικολόγοι «με την οποία οι οφειλέτες θα είχαν πρόσβαση στη δικαιοσύνη για το ύψος των χρεών και για τις καταχρηστικές ρήτρες και προσθέτει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «έκρινε ότι επηρεαζόταν η χρηματοπιστωτική σταθερότητα με σοβαρές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά».
Η κ. Παπαχαραλάμπους εξέφρασε την ελπίδα ότι η αναμενόμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θα είναι θετική ως προς τη νομοθεσία.
«Το ίδιο ευελπιστούμε και για την πρόταση περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου καθώς το όφελος που θα προσκομίσουν οι δανειολήπτες από τις εν λόγω αποφάσεις είναι μεγάλης σημασίας», πρόσθεσε.
Ανέφερε ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία που αφορά πρόταση νόμου που κατέθεσαν ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ και στοχεύει στην τροποποίηση του νόμου περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου, «απαγορεύει στις Τράπεζες να επιβάλλουν επιπλέον τόκους σε περίπτωση κατά την οποία το οφειλόμενο ποσό πιστωτικής διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού χρέους».
Πρόσθεσε ότι «ο κύριος λόγος αναφοράς είναι η πρόνοια περί αναδρομικότητας αλλά η εκπρόσωπος του Υπουργείου είχε συμφωνήσει νοουμένου ότι θα εφαρμοζόταν στα νέα δάνεια».
Πηγή: ΚΥΠΕ
Διαβάστε επίσης: «Μπουμ» αδειών οικοδομής τον Ιανουάριο – Ισχυρή αύξηση σε αριθμό και αξία