Offcanvas
Offcanvas
Ως ''εκτροχιασμός τρένου σε αργή κίνηση'' περιγράφεται από αναλυτές η απροσδόκητη ετυμηγορία της Moody's, με αρκετούς να αμφισβητούν κατά πόσο αντανακλά την πραγματική κατάσταση της γαλλικής οικονομίας - Νέο κύμα διαδηλώσεων, μάχη για τον προϋπολογισμό και προβλέψεις για βαθύτερη κρίση στην αγορά ομολόγων
Σε μια κίνηση που αιφνιδίασε τις αγορές και έδωσε προσωρινή ανάσα στην πολιτική ηγεσία της χώρας, ο οίκος αξιολόγησης Moody’s πήγε κόντρα στο ρεύμα και διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας στη βαθμίδα Αa3 με αρνητικές προοπτικές. Και όλα αυτά, σε μια περίοδο που οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εκτινάσσονται, το πολιτικό αδιέξοδο διευρύνεται και οι μαζικές διαδηλώσεις διατηρούνται σε ολόκληρη την γαλλική επικράτεια. Βέβαια, τόσο τα βασικά σημεία της έκθεσης του αμερικανικού οίκου, όσο και οι πρώτες αντιδράσεις των αναλυτών προμηνύουν ότι η ευφορία δεν θα κρατήσει για πολύ, αφού ένας νέος ”χορός” αρνητικών αξιολογήσεων και νέων πιέσεων στην αγορά χρέους, ενδέχεται να είναι μπροστά.
Πολλοί οικονομολόγοι ανέμεναν υποβάθμιση στη βαθμίδα A1, την πέμπτη υψηλότερη, εξέλιξη που θα ευθυγράμμιζε τη Moody’s με τις αξιολογήσεις A+ των Fitch και S&P, οι οποίες συνοδεύονται από σταθερές προοπτικές, μετά τις υποβαθμίσεις στις οποίες προχώρησαν οι δύο οίκοι το φθινόπωρο του 2025.
Με τη χθεσινοβραδινή ετυμηγορία, η Γαλλία παραμένει επτά βαθμίδες πάνω από την κατηγορία των ομολόγων υψηλού κινδύνου (junk), εξακολουθεί όμως να κατατάσσεται χαμηλότερα από τη Γερμανία και την Ολλανδία, που διατηρούν την κορυφαία βαθμολογία Aaa της Moody’s. Παραμένει, βέβαια υψηλότερα από την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι οποίες βρίσκονται στην έβδομη βαθμίδα της κλίμακας, στο A3 και στο ίδιο επίπεδο με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Εδώ και αρκετούς μήνες, ο αμερικανικός οίκος αντιμετωπίζει τη Γαλλία με συγκριτικά μεγαλύτερη επιείκεια, επιτρέποντάς της να διατηρεί την αξιολόγηση διπλού Α.
Τον Οκτώβριο του 2025, όταν αναθεώρησε τις προοπτικές της χώρας σε αρνητικές, είχε προειδοποιήσει για πιθανές υποβαθμίσεις εξαιτίας της παρατεταμένης αποδυνάμωσης των θεσμών, των επίμονων δυσκολιών περιορισμού του ελλείμματος και της αναστολής ή εγκατάλειψης ορισμένων μεταρρυθμίσεων, ιδίως της συνταξιοδοτικής.
Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι έχουν έκτοτε υλοποιηθεί και θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει σε υποβάθμιση.
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν συνέβη.
Το σκεπτικό της Moody’s και το καρφί Λεκορνί προς ”ειδικούς” και ”κερδοσκόπους”
Στη χθεσινοβραδινή ετυμηγορία του οίκου, διαβάζουμε μεταξύ άλλων ότι «θα εγκριθεί ένας προϋπολογισμός για το 2027 που θα περιορίζει το έλλειμμα, ενώ το κόστος χρηματοδότησης και οι κοινωνικές εντάσεις θα αποκλιμακωθούν σε κάποιο βαθμό τους επόμενους μήνες».
Ωστόσο, η Moody’s προειδοποίησε ότι οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί σε σχέση με τις προβλέψεις που είχε διατυπώσει μόλις πριν από λίγους μήνες.
«Η ασθενέστερη ανάπτυξη και το υψηλότερο έλλειμμα έχουν οδηγήσει το βάρος του γαλλικού χρέους σε επίπεδα κάπως υψηλότερα από όσα αναμέναμε προηγουμένως», σημείωσε ο οίκος.
«Οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τις εκτιμήσεις μας, ενώ έχουν ξεσπάσει εκτεταμένες κοινωνικές διαδηλώσεις, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης», πρόσθεσε.
Σε ανάρτησή του στο x, ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί τόνισε χαρακτηριστικά ότι η απόφαση του οίκου «διαψεύδει τις απαισιόδοξες προβλέψεις πολλών αυτοαποκαλούμενων “ειδικών” και όσων κερδοσκοπούν με το γαλλικό χρέος».
Από πλευράς, του, ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ πρόσθεσε ότι «αναγνωρίζει την ισχύ της οικονομίας μας και την αξιοπιστία του κυβερνητικού προϋπολογισμού, ο οποίος αποσκοπεί στη συνέχιση της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών».
Η απόφαση της Moody’s να παραμείνει αμετάβλητη η πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στο κόστος δανεισμού, καθησυχάζοντας τους επενδυτές ότι οι δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας δεν έχουν επιδεινωθεί στον βαθμό που φοβούνταν.
Ωστόσο, τα περιθώρια ανακούφισης ενδέχεται να είναι περιορισμένα, καθώς οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά και την πολιτική αβεβαιότητα παραμένουν.
Έλλειμμα 5,4%, χρέος στα ύψη και αναιμική ανάκαμψη
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο 5,4% του ΑΕΠ φέτος, σημαντικά υψηλότερα τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης όσο και από το όριο του 3% που προβλέπουν οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ και στο 121,7% το 2027, ξεπερνώντας τα 3,8 τρισ. ευρώ. Ανοδικά αναμένεται να κινηθεί και το κόστος εξυπηρέτησής του. Oι ανησυχίες εντείνονται από τους υποτονικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η γαλλική οικονομία θα αναπτυχθεί μόλις κατά 0,4% φέτος, έναντι 1,1% για το σύνολο της Ευρωζώνης.
Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνα που δημοσίευσε την Παρασκευή η S&P Global, η επιχειρηματική δραστηριότητα στη Γαλλία κατέγραψε απότομη πτώση τον Οκτώβριο, παρά τη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Σφυροκοπούνται τα γαλλικά ομόλογα, νέα καμπανάκια για διόγκωση του spread
O πραγματικός Γολγοθάς βέβαια του τελευταίου διαστήματος, είναι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Κατά την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε, οι αποδόσεις ξεπέρασαν το 5% για πρώτη φορά από τον Ιούλιο του 2002. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές απαιτούν πλέον υψηλότερο επιτόκιο για να δανείσουν τη Γαλλία από ό,τι για να αγοράσουν κρατικά ομόλογα της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας ή της Ισπανίας, δηλαδή των χωρών που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η απόκλιση σε σχέση με τη συμπεριφορά των γερμανικών κρατικών ομολόγων. Οι αποδόσεις των γερμανικών τίτλων είχαν επίσης αυξηθεί από την αρχή του έτους. Ωστόσο, μέσα στο σημερινό περιβάλλον έντονης αναταραχής στις αγορές, οι επενδυτές στράφηκαν εκ νέου σε κρατικά ομόλογα που θεωρούνται ασφαλή, όπως τα γερμανικά bunds. Το spread μεταξύ γαλλικών και γερμανικών τίτλων βρέθηκε αυτή την εβδομάδα σε υψηλό 15ετίας, δηλαδή σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την κρίση του ’11.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, πριν ενταθούν οι ρευστοποιήσεις στη γαλλική αγορά ομολόγων, το ίδιο spread βρισκόταν μόλις στις 85 μονάδες βάσης.
Υπενθυμίζεται, ότι τον Νοέμβριο του 2011, το spread είχε εκτοξευτεί ακόμα και στις 200 μονάδες βάσης. Και παρ’ ότι ακόμη απέχει από αυτά τα επίπεδα, η νέα πρόβλεψη της ING δημιουργεί προβληματισμό, με τους αναλυτές της να προειδοποιούν, ότι «με την τρέχουσα δυναμική, πιθανότατα είναι απλώς θέμα ημερών μέχρι να καταγραφεί ένα νέο υψηλό».
Το 55% του γαλλικού χρέους βρίσκεται σε ξένα χέρια
Ένας πρόσθετος παράγοντας κινδύνου για τη γαλλική οικονομία είναι η μεγάλη εξάρτηση από τους διεθνείς επενδυτές για τη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών του Δημοσίου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχεδόν το 55% του γαλλικού δημόσιου χρέους βρισκόταν πέρυσι στα χέρια ξένων επενδυτών, έναντι 31% στις Ηνωμένες Πολιτείες και μόλις 13% στην Ιαπωνία.
Κατά συνέπεια, μια ενδεχόμενη απώλεια εμπιστοσύνης από τους διεθνείς επενδυτές θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στο κόστος δανεισμού της Γαλλίας.
Η μάχη για τον προϋπολογισμό και τα μέτρα των 43 δισ. ευρώ
Η κυβέρνηση μειοψηφίας του Εμανουέλ Μακρόν, υπό τον Λεκορνί, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή κοινοβουλευτική αναμέτρηση για την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027.
Το σχέδιο προβλέπει περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων συνολικού ύψους 43 δισ. ευρώ, με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση, η οποία εμφανίζεται ενωμένη απέναντι στο σχέδιο και χαρακτηρίζει τα προτεινόμενα μέτρα υπερβολικά αυστηρά, θα μπορούσε να μπλοκάρει την ψήφισή του.
Με την κυβέρνηση να βρίσκεται ήδη υπό την πίεση των αγορών, τα περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Αυτό δυσκολεύει τις προσπάθειες κατευνασμού τόσο των βουλευτών της αντιπολίτευσης όσο και των διαδηλωτών, οι οποίοι ζητούν περισσότερους πόρους για ανακούφιση από το κύμα ακρίβειας.
Να σημειωθεί, ότι η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε την Παρασκευή το σκέλος των εσόδων του νομοσχεδίου για τον προϋπολογισμό κοινωνικής ασφάλισης του 2027, με αποτέλεσμα η αρχική εκδοχή του σχεδίου νόμου να παραπεμφθεί στη Γερουσία.
Οι βουλευτές της Κάτω Βουλής αναμένεται να επιστρέψουν την επόμενη εβδομάδα στη συζήτηση για τον βασικό κρατικό προϋπολογισμό.
Ένας έξτρα πονοκέφαλος για την αγορά, είναι οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές του 2027, με τους επενδυτές να μην διαθέτουν σαφή εικόνα για το κατά πόσον η επόμενη κυβέρνηση θα διαθέτει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη ώστε να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος της χώρας.
«Μια απόφαση που δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητή»
Η απόφαση της Moody’s προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξύ οικονομολόγων, ορισμένοι από τους οποίους αμφισβητούν κατά πόσον αντανακλά την πραγματική κατάσταση της γαλλικής οικονομίας.
«Οι οίκοι αξιολόγησης συχνά καθυστερούν να αντιδράσουν στις εξελίξεις, αλλά η απόφαση της Moody’s είναι, επιεικώς, δύσκολο να γίνει κατανοητή, αν όχι ευθέως προβληματική», δήλωσε ο Αντονί Μορλέ-Λαβινταλί από το ερευνητικό ινστιτούτο Rexecode στη γαλλική Le Monde.
«Στα χαρτιά, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ικανοποιημένοι που διατηρήθηκε η αξιολόγηση της Γαλλίας. Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα είναι η αξιοπιστία της ίδιας της αξιολόγησης», πρόσθεσε.
Ο ίδιος προειδοποίησε επίσης για τον κίνδυνο μιας αιφνίδιας και επώδυνης προσαρμογής. «Η κρίση της Ευρωζώνης μάς δίδαξε ότι η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να αυτοτροφοδοτείται, καθιστώντας τις προσαρμογές ιδιαίτερα επώδυνες. Αναβάλλοντας το αναπόφευκτο, δεν εξαλείφουμε τον κίνδυνο. Αντιθέτως, αυξάνουμε τις πιθανότητες να χρειαστεί να τον αντιμετωπίσουμε υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης», τόνισε.
Σχολιάζοντας επίσης την κατάσταση, ο Ματιέ Πλαν, διευθυντής ερευνών στο Γαλλικό Ινστιτούτο Οικονομίας και καθηγητής στο Sciences Po, μίλησε για ένα κοκτέιλ Μολότοφ για τις αγορές, οι οποίες πλέον θεωρούν τη Γαλλία χώρα υψηλού κινδύνου.
Η επόμενη προγραμματισμένη αξιολόγηση της Γαλλίας από την S&P αναμένεται στις 27 Νοεμβρίου, ενώ η Fitch θα επανεξετάσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας τον Φεβρουάριο.
Ο Φεντερίκο Μπαρίγκα-Σαλασάρ, υπεύθυνος για τη Δυτική Ευρώπη στη Fitch, υπογράμμισε επίσης μιλώντας στη Le Monde, ότι ένας οίκος αξιολόγησης δεν εξετάζει αποκλειστικά οικονομικούς δείκτες, όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα ή τον ρυθμό ανάπτυξης. Αξιολογεί επίσης την ισχύ και την αποτελεσματικότητα των θεσμών μιας χώρας.
Όπως επισήμανε, η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία έχει αποδυναμώσει αυτή τη διάσταση, εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την επόμενη αξιολόγηση της Fitch. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αφετηρία της επόμενης επιτροπής αξιολόγησης θα είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προηγούμενη.
Το μήνυμα πάντως προς τη γαλλική κυβέρνηση είναι σαφές: η προσωρινή ανακούφιση από τη Moody’s δεν αναιρεί την ανάγκη για ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή, ούτε εξαλείφει τους κινδύνους που δημιουργούν το διογκούμενο χρέος και η πολιτική αστάθεια.
Ή όπως σχολίασαν χαρακτηριστικά οι αναλυτές της ING «αυτό που συμβαίνει μοιάζει με εκτροχιασμό τρένου σε αργή κίνηση».
Πηγή: newmoney.gr