Offcanvas
Offcanvas
Συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές σε Ιαπωνία, Καναδά και Ταϊβάν έχουν περιορίσει τις αντισταθμίσεις έναντι του αμερικανικού νομίσματος – Οι αμφιβολίες για την κυριαρχία του δολαρίου ως «ασφαλούς καταφυγίου»
Οι μεγαλύτεροι ξένοι κάτοχοι αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων εμφανίζονται ολοένα και λιγότερο προστατευμένοι απέναντι σε μια πιθανή νέα υποχώρηση του δολαρίου, καθώς συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες έχουν μειώσει σημαντικά τις κινήσεις αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg που βασίζονται σε στοιχεία από έξι αγορές όπου υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, επενδυτές από χώρες όπως η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Ταϊβάν είχαν αντισταθμίσει μόλις το 41% της έκθεσής τους σε ξένα νομίσματα στις 30 Ιουνίου, το χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 2015.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί πλήρη αποτύπωση της παγκόσμιας αγοράς, ωστόσο δείχνει ότι η μεγάλη στροφή του 2025 προς την προστασία από πιθανές απώλειες του δολαρίου, μετά την έναρξη της πολιτικής δασμών του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει υποχωρήσει καθώς το αμερικανικό νόμισμα σταθεροποιήθηκε.

Η στρατηγική που λειτούργησε για χρόνια δοκιμάζεται
Η μείωση των αντισταθμίσεων σηματοδοτεί επιστροφή σε μια στρατηγική που είχε αποδώσει για μεγάλο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας.
Το δολάριο παραδοσιακά ενισχυόταν ή τουλάχιστον διατηρούσε τη δυναμική του σε περιόδους αναταράξεων στις αγορές, λειτουργώντας ως «μαξιλάρι» για τις απώλειες από αμερικανικές μετοχές και ομόλογα όταν αυτά μετατρέπονταν ξανά στα εγχώρια νομίσματα των επενδυτών.
Παράλληλα, το υψηλό κόστος αντιστάθμισης έκανε λιγότερο ελκυστική την αγορά προστασίας έναντι της πτώσης του δολαρίου.
Ωστόσο, οι δύο βασικοί πυλώνες αυτής της στρατηγικής — το ακριβό κόστος αντιστάθμισης και ο ρόλος του δολαρίου ως ασφαλούς καταφυγίου — αρχίζουν να αμφισβητούνται ταυτόχρονα.
Το αμερικανικό νόμισμα έχει υποχωρήσει περίπου 2% το τελευταίο τρίμηνο και έχει χάσει έδαφος έναντι των περισσότερων μεγάλων νομισμάτων, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν το λεγόμενο «trade υποτίμησης», δηλαδή την εκτίμηση ότι οι πολιτικές των ΗΠΑ μπορεί να διαβρώσουν την αξία του δολαρίου.
Οι κινήσεις του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, για τη στήριξη του γιεν και τον περιορισμό της ανόδου των αμερικανικών αποδόσεων, αλλά και οι αμφιβολίες για το κατά πόσο ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουορς, θα προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, ενισχύουν τις ανησυχίες.

Μια μικρή αλλαγή στις αντισταθμίσεις μπορεί να φέρει δισεκατομμύρια πωλήσεις δολαρίων
Η αντιστάθμιση συναλλαγματικού κινδύνου επιτρέπει στους επενδυτές να προστατεύονται από τις διακυμάνσεις των νομισμάτων μέσω παραγώγων, ουσιαστικά πουλώντας το δολάριο έναντι του εγχώριου νομίσματός τους.
Καθώς τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία αποτελούν μεγάλο μέρος των παγκόσμιων χαρτοφυλακίων, η αύξηση των αντισταθμίσεων σημαίνει μεγαλύτερες πωλήσεις δολαρίων στις αγορές συναλλάγματος.
«Δεδομένου του μεγέθους των ξένων επενδύσεων σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, δεν χρειάζεται μια δραματική αλλαγή στις τοποθετήσεις για να υπάρξει επίδραση», δήλωσε η Λόρα Κούπερ, επικεφαλής μακροοικονομικής πιστωτικής στρατηγικής στη Nuveen, η οποία διαχειρίζεται 1,4 τρισ. δολάρια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg, μια αύξηση κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες στους δείκτες αντιστάθμισης θα μπορούσε να οδηγήσει σε συναλλαγές περίπου 230 δισ. δολαρίων, με βάση ξένα συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους 4,6 τρισ. δολαρίων στις έξι αγορές που εξετάστηκαν.
Η εκτίμηση δεν περιλαμβάνει μεγάλες αγορές όπως η Βρετανία και η Ευρωζώνη, ωστόσο οι χώρες που περιλαμβάνονται αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος των ξένων επενδύσεων σε αμερικανικά assets.
Η Ιαπωνία παραμένει ο μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών κρατικών ομολόγων, με περίπου 10% των συνολικών ξένων τοποθετήσεων, ενώ ο Καναδάς και η Ταϊβάν βρίσκονται μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων κατόχων.

Το κόστος προστασίας μειώνεται
Οι παράγοντες που είχαν οδηγήσει τους επενδυτές να περιορίσουν τις αντισταθμίσεις αρχίζουν πλέον να αλλάζουν.
Το κόστος προστασίας έναντι των διακυμάνσεων του δολαρίου μειώνεται, καθώς το χάσμα επιτοκίων περιορίζεται.
Το κόστος τρίμηνης αντιστάθμισης για επενδυτές με βάση το γιεν έχει υποχωρήσει σε χαμηλό τεσσάρων ετών, στο 2,75%, από το υψηλό του 6% τον Οκτώβριο του 2023.
Για επενδυτές με βάση το ευρώ, το αντίστοιχο κόστος έχει μειωθεί σε χαμηλό δύο ετών, στο 1,32%.
Πριν από έναν χρόνο, οι εισροές σε διαπραγματεύσιμα κεφάλαια (ETF) που αντιστάθμιζαν το δολάριο και επένδυαν σε αμερικανικά assets ξεπέρασαν για πρώτη φορά μέσα στη δεκαετία τα κεφάλαια χωρίς αντιστάθμιση, σύμφωνα με στοιχεία της Deutsche Bank.
Τώρα, όμως, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγώντας κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως σε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική και περιορίζοντας τη διαφορά επιτοκίων με τις ΗΠΑ.

Η Ιαπωνία στο επίκεντρο της αλλαγής
Η μεγαλύτερη πιθανότητα αλλαγής στάσης εντοπίζεται στην Ιαπωνία, όπου βρίσκονται ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ξένους επενδυτές σε αμερικανικά assets.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Deutsche Bank, οι Ιάπωνες επενδυτές αντιστάθμισαν μόλις το 41% των νέων αγορών ξένων ομολόγων το πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι 62% το 2024.
«Την τελευταία φορά που το ποσοστό ήταν τόσο χαμηλό, το 2013, το δολάριο εισερχόταν σε έναν δεκαετή ανοδικό κύκλο. Σήμερα η μακροοικονομική εικόνα μοιάζει περισσότερο με το αντίθετο», δήλωσε ο Σόκι Ομόρι, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος της Deutsche Bank για την Ιαπωνία.
Ο ίδιος εντοπίζει τρεις πιθανούς καταλύτες για αύξηση των αντισταθμίσεων: περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας, μια απότομη πτώση του δολαρίου που θα αυξήσει τις πιέσεις για προστασία, νέους κανόνες φερεγγυότητας που θα περιορίσουν την ανοχή των ασφαλιστικών εταιρειών στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις.
Το δολάριο χάνει μέρος του ρόλου του ως «καταφυγίου»
Ορισμένοι επενδυτές αρχίζουν πλέον να αμφισβητούν κατά πόσο το αμερικανικό νόμισμα μπορεί να διατηρήσει τον παραδοσιακό του ρόλο σε περιόδους αναταράξεων.
«Σε μια εποχή αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, είστε πραγματικά βέβαιοι ότι το δολάριο θα συνεχίσει να είναι το βασικό καταφύγιο;», διερωτήθηκε ο Στιούαρτ Σίμονς, επικεφαλής στρατηγικής πολλαπλών assets στην QIC.
Όπως σημείωσε, οι επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση στα ξένα νομίσματα των χαρτοφυλακίων τους.
Παράλληλα, η προσπάθεια του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να περιορίσει τις αποδόσεις μέσω αγορών μακροπρόθεσμων ομολόγων, αλλά και η συντονισμένη παρέμβαση ΗΠΑ-Ιαπωνίας για το γιεν, έχουν προκαλέσει ερωτήματα για τη διάθεση των αρχών να στηρίξουν το δολάριο.
Όπως δήλωσε ο Νουρεντίν Αλ Χαμούρι, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Equiti Group στο Ντουμπάι, αν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη ότι το δολάριο ενισχύεται σταθερά σε περιόδους κρίσης, «θα έχουν λιγότερο λόγο να διατηρούν μεγάλες μη αντισταθμισμένες θέσεις».
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: Τα νοικοκυριά που παίρνουν σειρά για έξυπνους μετρητές ανακοίνωσε η ΑΗΚ