Offcanvas
Offcanvas
Η οικονομία της Κίνας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές, δεδομένου ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει χαμηλή, και η ΕΕ αποτελεί προσφιλή αγορά
Να επιταχύνει τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού μακριά από την Κίνα δεσμεύθηκε αυτή την εβδομάδα η G7, ενισχύοντας την προσπάθεια της EE να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη εμπορική ανισορροπία με τη μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη του κόσμου.
Οι 27 χώρες-μέλη της ΕΕ συμφωνούν πλέον ότι η κινεζική εμπορική πολιτική αποτελεί στρατηγική πρόκληση. Στις Βρυξέλλες, οι ηγέτες της G7 συζητούν τρόπους διαχείρισης των επερχόμενων εμπορικών διαπραγματεύσεων με το Πεκίνο, καθώς και νέα εργαλεία άμυνας απέναντι σε πρακτικές που θεωρούνται στρεβλωτικές του ανταγωνισμού, αναφέρει το Bloomerg.
Η ανησυχία της ΕΕ επικεντρώνεται στο εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, το οποίο ξεπερνά πλέον το 1 δισ. ευρώ ημερησίως, αλλά και στην εξάρτηση από κινεζικές πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες, ημιαγωγούς και κρίσιμες τεχνολογίες. Ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφκοβιτς χαρακτήρισε τη σημερινή εμπορική σχέση «μη βιώσιμη», ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ακόμη και για επιβολή νέων δασμών εάν το Πεκίνο δεν αντιμετωπίσει τις ανισορροπίες.
Παρά τη συναίνεση ως προς την ανάγκη διαφοροποίησης, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναγνωρίζουν ότι η απεξάρτηση από την Κίνα θα απαιτήσει χρόνια. Η εξάρτηση παραμένει έντονη: η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία πίεσε πρόσφατα για προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων σε κινεζικό προμηθευτή ημιαγωγών, προειδοποιώντας για άμεσες ελλείψεις στην παραγωγή.
Η στροφή της Ευρώπης απέναντι στην Κίνα αποτελεί συνέχεια της πολιτικής που ξεκίνησε το 2019, όταν το Πεκίνο χαρακτηρίστηκε ταυτόχρονα οικονομικός ανταγωνιστής και συστημικός αντίπαλος. Ωστόσο, για χρόνια οι ισχυρές εξαγωγικές βιομηχανίες –ιδιαίτερα στη Γερμανία– αντιστέκονταν σε περιοριστικά μέτρα, καθώς η κινεζική αγορά παρέμενε εξαιρετικά κερδοφόρα.
Η ΕΕ χάνει 1 δισ. δολάρια την ημέρα στο ισοζύγιο με την Κίνα
Η κατάσταση όμως αλλάζει. Οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς την Κίνα έχουν μειωθεί δραματικά από το 2022, ενώ εταιρείες όπως η BMW προειδοποιούν για πιέσεις στα κέρδη λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού από κινεζικές επιχειρήσεις. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα έφτασε τα 360 δισ. ευρώ το 2025 και συνεχίζει να διευρύνεται.
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κριτικής βρίσκονται οι εκτεταμένες κρατικές επιδοτήσεις του Πεκίνου. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η κρατική στήριξη προς κινεζικές επιχειρήσεις ήταν έως και οκτώ φορές υψηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών του οργανισμού την περίοδο 2005-2024. Η πολιτική αυτή συνέβαλε στην ενίσχυση της κινεζικής κυριαρχίας σε κλάδους όπως η ηλιακή ενέργεια, η ναυπηγική, η χαλυβουργία, οι τηλεπικοινωνίες, οι ανεμογεννήτριες, τα ηλεκτρικά οχήματα και η αεροδιαστημική.
Παράλληλα, η Κίνα εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο: τον σχεδόν μονοπωλιακό έλεγχο της επεξεργασίας σπάνιων γαιών. Οι περιορισμοί εξαγωγών που επέβαλε το 2025 προκάλεσαν παγκόσμιες ανησυχίες για διακοπές παραγωγής, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτες παραμένουν οι δυτικές οικονομίες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πλέον ενίσχυση των εμπορικών αμυντικών εργαλείων, αύξηση των ελεγκτικών μηχανισμών και υιοθέτηση νέων μέσων προστασίας των ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικές εισροές και έχουν μεταφέρει μόνο περιορισμένο μέρος της παραγωγικής τους αλυσίδας εκτός Κίνας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Γερμανία. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δηλώνει πλέον ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει αδρανής απέναντι σε πρακτικές που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, σηματοδοτώντας μια πιο σκληρή γραμμή από το Βερολίνο. Παρόλα αυτά, οι στενοί οικονομικοί δεσμοί μεταξύ Γερμανίας και Κίνας καθιστούν οποιαδήποτε στρατηγική απεξάρτησης μια δύσκολη και λεπτή ισορροπία.
Στις Βρυξέλλες αυξάνεται η συναίνεση ότι το κόστος της έγκαιρης προσαρμογής θα είναι τελικά μικρότερο από το κόστος της διατήρησης του σημερινού μοντέλου εξάρτησης. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ευρώπη θα κινηθεί προς μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία απέναντι στην Κίνα, αλλά πόσο γρήγορα και πόσο αποφασιστικά είναι διατεθειμένη να το κάνει.
Πηγή: ot.gr
Διαβάστε επίσης: Αυξήθηκε κατά 2,62% το κόστος των κατασκευαστικών υλικών