Offcanvas
Offcanvas
Απλοί νόμοι, χρηστή διοίκηση και ισχυροί θεσμοί είναι οι βασικές προϋποθέσεις για ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, τονίζει ο φορολογικός σύμβουλος και CEO της CSC Christodoulou, Χρίστος Χριστοδούλου ο οποίος ανοίγει το κεφάλαιο φορολογική δικαιοσύνη στην Κύπρο.
Συνέντευξη στον Ξένιο Μεσαρίτη
Η φορολογική δικαιοσύνη δεν είναι απλώς θέμα νομοθεσίας. Κρίνεται στην πράξη, από το πόσο απλοί και κατανοητοί είναι οι κανόνες, από το πώς λειτουργεί η φορολογική διοίκηση και από το κατά πόσο οι θεσμοί μπορούν να διορθώνουν τις ανισορροπίες του συστήματος. Όπως επισημαίνει στο Economy Today ο φορολογικός σύμβουλος και CEO της CSC Christodoulou, Χρίστος Χριστοδούλου, ένα δίκαιο φορολογικό πλαίσιο προϋποθέτει απλούς νόμους, φορολογική συνείδηση και ισχυρούς θεσμούς που διασφαλίζουν χρηστή διοίκηση και διαφάνεια. Στην κυπριακή πραγματικότητα, ωστόσο, η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, τα γκρίζα σημεία και οι θεσμικές αδυναμίες δείχνουν ότι η φορολογική δικαιοσύνη παραμένει ακόμη ζητούμενο.
Υπάρχει τελικά ένας σαφής ορισμός της “φορολογικής δικαιοσύνης” στη διεθνή βιβλιογραφία ή πρόκειται περισσότερο για ένα σύνολο αρχών; Πώς θα την ορίζατε εσείς;
Δεν υπάρχει ένας τυποποιημένος, «επίσημος» ορισμός της φορολογικής δικαιοσύνης που να έχει θεσπίσει ρητά η διεθνής βιβλιογραφία. Στα κείμενα του OECD η φορολογική πολιτική συζητείται με όρους «fairness», «equity», «inclusive growth» κ.λπ., αλλά όχι ως κάποια νομικά ορισμένη έννοια «tax justice» με συγκεκριμένο άρθρο-ορισμό.
Στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, οι έννοιες «tax justice» ή «tax fairness» συνήθως περιγράφουν αρχές όπως: δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, προοδευτικότητα, φορολόγηση ανάλογα με τη φορολογική ικανότητα, αποφυγή επιθετικής φοροαποφυγής και χρηστή διοίκηση και διαφάνεια. Συνεπώς, με αυτή την έννοια η «φορολογική δικαιοσύνη» σε διεθνές επίπεδο λειτουργεί περισσότερο ως κανονιστική και πολιτική έννοια (fairness/equity στη φορολογία), που εξειδικεύεται μέσα από αρχές και κριτήρια, παρά ως όρος με έναν ενιαίο, θεσμικά κατοχυρωμένο ορισμό από τον OECD ή κάποιο άλλο διεθνές όργανο.
Ωστόσο, θα επιχειρήσω να δώσω ένα δικό μου ορισμό με βάση την εμπειρία μου: «Φορολογική δικαιοσύνη είναι το αίσθημα των συμμετεχόντων σε μια κοινωνία που αυτή μπορεί να διαχειριστεί το φορολογικό βάρος κατά τρόπο που η φορολογική συνείδηση και η χρηστή διοίκηση να ισορροπούν».
Πώς συνδέεται η φορολογική δικαιοσύνη με τη φορολογική συνείδηση των πολιτών, αλλά και με τον τρόπο που απονέμεται δικαιοσύνη στο φορολογικό σύστημα;
Όπως και ο ορισμός που έδωσα πιο πάνω, όλα αυτά πρέπει να είναι ισορροπημένα για να υπάρξει αυξημένο επίπεδο φορολογικής δικαιοσύνης. Διαφορετικά το αίσθημα δικαίου δεν θα υπάρχει. Η φορολογική συνείδηση δημιουργείται σε περιβάλλοντα τα οποία προσφέρουν απλά και δίκαια φορολογικά πλαίσια, που μπορούν να κατανοηθούν και να εφαρμοστούν εύκολα, κατά τρόπο που έκαστος φορολογούμενος να καταβάλει το φόρο που του αναλογεί, μέσα στα πλαίσια της δικής του συνεισφοράς για την λειτουργία του κράτους, και απέναντι σε μια φορολογική διοίκηση που τον αντιμετωπίζει ως συνοδοιπόρο και όχι σαν «καταζητούμενο». Η δε απονομή δικαιοσύνης, σχετίζεται μεν άμεσα με το δικαστηριακό σύστημα, πλην όμως η φορολογική δικαιοσύνη πρέπει να αποδίδεται καθημερινά, μέσα από το «σύστημα» και όχι να χρειάζεται να αποδοθεί στο τελικό στάδιο των δικαστηρίων.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι σε ένα «άριστο» φορολογικό «σύστημα» όπου θέλουμε να κυριαρχεί η αρχή της αυτοφορολογίας, πρέπει να έχουμε απλούς και ξεκάθαρους νόμους που είναι εύκολα κατανοητοί και εφαρμόσιμοι από τον φορολογούμενο αλλά και τους επαγγελματίες, χωρίς την ανάγκη έκδοσης δεκάδων εγκυκλίων για κάθε κεφάλαιο, γκρίζων σημείων, παγίδων, της ανάγκης για εξασφάλιση γραπτών γνωματεύσεων κ.λ.π. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μια φορολογική διοίκηση η οποία να ενεργεί γρήγορα, να εφαρμόζει αυστηρό κώδικα δεοντολογίας και διαφάνειας κατά τον έλεγχο και την εξυπηρέτηση του φορολογούμενου που συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία. Και τέλος, πρέπει να έχουμε έναν φορολογούμενο, που, τηρουμένων των πιο πάνω, να κατανοεί ότι είναι καθήκον του να εφαρμόζει τους νόμους και να συνεισφέρει κατ’ αναλογία των κερδών του. Το δικαστηριακό σύστημα υπάρχει και θα πρέπει να υπάρχει, για να ρυθμίζει εκείνες τις ανισορροπίες του πιο πάνω συστήματος και να επαναφέρει την φορολογική δικαιοσύνη στο σημείο ισορροπίας. Να διορθώνει τα λάθη και τις κακές πρακτικές ή και ερμηνείες των πιο πάνω μερών. Όσο πιο αποτελεσματικά λειτουργεί αυτό το πλαίσιο, τόσο λιγότερο χρειάζεται να παρεμβαίνουν τα δικαστήρια.

Πόσο κοντά βρίσκεται η κυπριακή πραγματικότητα σε αυτές τις αρχές φορολογικής δικαιοσύνης;
Κατά την προσωπική μου άποψη, υστερούμε σε αρκετά επίπεδα.
Πρώτον, οι φορολογικές νομοθεσίες παραμένουν αρκετά πολύπλοκες, περιέχουν αρκετά γκρίζα σημεία και περιέχουν ακόμα και παγίδες. Εξού και υπάρχει συνεχής ροή έκδοσης ερμηνευτικών και άλλων εγκυκλίων από το Τμήμα Φορολογίας και αιτήσεων από επαγγελματίες για έκδοση γνωμάτευσης από το Τμήμα Φορολογίας. Εάν οι νομοθεσίες μας ήταν ξεκάθαρες δεν θα χρειαζόντουσαν όλα αυτά. Είχαμε την ευκαιρία μέσα από την πολύ-αναμενόμενη φορολογική μεταρρύθμιση, να απλοποιήσουμε τις νομοθεσίες μας και να μειώσουμε αισθητά τα γκρίζα σημεία, ακόμα και να ενοποιήσουμε νομοθεσίες της άμεσης φορολογίας σε μία! Δεν το πράξαμε. Οι νέες νομοθεσίες επιβάλλουν την έκδοση νέων εγκυκλίων και νέο κύκλο γνωματεύσεων.
Δεύτερον, η Φορολογική διοίκηση προσπαθεί να μειώσει το ρόλο και την ανάγκη ύπαρξης του Εφοριακού Συμβουλίου, ενός οργάνου που απονέμει φορολογική δικαιοσύνη, όταν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια επικοινωνίας και συμφωνίας των φορολογούμενων με το Τμήμα Φορολογίας είτε σε τεχνικά θέματα ή σε θέματα ερμηνείας (βλέπε το πρώτο μου σχόλιο για νομοθεσίες με γκρίζα σημεία).
Τρίτον, το Διοικητικό Δικαστήριο σε πολλές αποφάσεις του, αναφέρεται σε αποφάσεις του Τμήματος Φορολογίας που δεν εδράζονται την χρηστή διοίκηση ή και υπερβαίνουν τα όρια της νομοθεσίας, επιβαρύνοντας τον φορολογούμενο.
Και τέλος, το Τμήμα Φορολογίας εντοπίζει, ακόμα, αρκετές περιπτώσεις που φορολογούμενοι φοροδιαφεύγουν ή εφαρμόζουν επιθετικούς σχεδιασμούς φορολογικής αποφυγής.
Όλα αυτά, υποδεικνύουν ότι η φορολογική δικαιοσύνη στη χώρα μας δεν έχει φτάσει ακόμα σε επίπεδα για να καυχιόμαστε.
Ποια είναι η θεσμική σημασία του Εφοριακού Συμβουλίου για τη διασφάλιση της φορολογικής δικαιοσύνης και πώς αξιολογείτε τον ρόλο του σήμερα;
Εφοριακά Συμβούλια (Tax Tribunals) υπάρχουν σε πολλές χώρες και συμβάλλουν αποτελεσματικά στην διασφάλιση της φορολογικής δικαιοσύνης. Αποτελούν ιεραρχικά ανώτερα όργανα από το Τμήμα Φορολογίας και εξετάζουν την ουσία της διαφωνίας του φορολογούμενου με το Τμήμα Φορολογίας. Ο φορολογούμενος δηλαδή μπορεί να αποταθεί σε ένα ιεραρχικά ανώτερο όργανο να εξετάσει την διαφωνία του με την φορολογική διοίκηση. Είτε επειδή υπάρχει διαφωνία στην ερμηνεία του νόμου, ή επειδή ο φορολογούμενος θεωρεί ότι του έχει επιβληθεί μεγαλύτερος φόρος από αυτόν που του αναλογεί ή του επιβάλλει η νομοθεσία, είτε λόγω ερμηνείας ή για λόγους μη χρηστής διοίκησης ή/και μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας από τις φορολογικές αρχές. Το γεγονός ότι, ο φορολογούμενος έχει την δυνατότητα να αιτηθεί ακρόασης από ένα ανεξάρτητο όργανο, να επεξηγήσει τις θέσεις του (όπως και ο Έφορος Φορολογίας) και να τύχει αξιολόγησης από έναν ενδιάμεσο, τύπου «διαιτητή», προσθέτει στην αύξηση του αισθήματος της φορολογικής δικαιοσύνης, ανεξάρτητα της όποιας απόφασης λάβει τελικά το Εφοριακό Συμβούλιο. Και ως επαγγελματίας φορολογικός σύμβουλος, τοποθετούμαι κάθετα υπέρ του θεσμού και του ρόλου του Εφ. Συ, ανεξάρτητα εάν στατιστικά υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του που τεκμηριωμένα δεν δικαιώνουν τον φορολογούμενο. Μάλιστα δε, αποτελεί πάγια εισήγηση των επαγγελματικών του κλάδου μας και εμένα προσωπικά, ότι το Εφοριακό Συμβούλιο πρέπει περαιτέρω να στηριχθεί και να καταστεί αυτόνομο (παραμένει οργανικά κάτω από το Υπουργείο Οικονομικών) με δικό του προϋπολογισμό και εξειδικευμένο, δικό του προσωπικό (οι λειτουργοί του είναι αποσπασμένοι από το Τμήμα Φορολογίας) και με περαιτέρω δυνατότητα τεχνικής υποστήριξης από εξωτερικούς επαγγελματίες τόσο από την Κύπρο όσο και από το εξωτερικό (οι οποίοι βεβαίως θα πρέπει να μην έχουν σύγκρουση συμφερόντων σε κάθε περίπτωση).
Σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένο μητρώο φορολογικών συμβούλων στην Κύπρο. Θεωρείτε ότι πρέπει να υπάρξει θεσμική ρύθμιση και εποπτεία του επαγγέλματος; Ποιος φορέας θα μπορούσε να αναλάβει αυτή την εποπτεία και με ποιο θεσμικό πλαίσιο;
Χαίρομαι για την ερώτηση επειδή αποτελεί ίσως ένα σημαντικό θεσμικό κεφάλαιο που κατά την προσωπική μου γνώμη θα έπρεπε να είχε ρυθμιστεί. Δεν υπάρχει τέτοιο μητρώο ή θεσμικά κατοχυρωμένο τέτοιο «επάγγελμα». Ανέκαθεν, οι εγκεκριμένοι λογιστές / εγγεγραμμένοι ελεγκτές, στο μητρώο του ΣΕΛΚ, ενεργούν και ως φορολογικοί σύμβουλοι, εξού και στη χώρα μας, για δεκαετίες, το επάγγελμα μας ως λογιστές /ελεγκτές θεωρείται από τους επιχειρηματίες περισσότερο συνυφασμένο με τον φορολογικό χειρισμό! Με την παγκοσμιοποίηση αρκετών φορολογικών πρακτικών, την ύπαρξη πλέον στην χώρα μας αρκετών εταιρειών ξένων συμφερόντων με εγκαταστάσεις ή και συναλλαγές με το εξωτερικό και την πολυπλοκότητα που παρατηρούμε στις νομοθεσίες άμεσης και έμμεσης φορολογίας, θεωρώ ότι η «λογιστική ταυτότητα» δεν είναι αρκετή για κάποιον που θέλει να θεωρείται ως φορολογικός σύμβουλος επιχειρήσεων και να συμβουλεύει για υποθέσεις εκατομμυρίων. Είμαι της άποψης ότι θα ήταν καλύτερο όπως το επάγγελμα του φορολογικού συμβούλου θεσμοθετηθεί και οριστεί ως ειδικότητα υπό τον ΣΕΛΚ (σημ. όλοι οι εγκεκριμένοι ελεγκτές που κατέχουν πιστοποιητικό άσκησης του επαγγέλματος τυγχάνουν εξέτασης σχετική με το φορολογικό πλαίσιο της Κύπρου), ο οποίος θα πρέπει να καταρτίσει και πλάνο εποπτείας όπως ακριβώς συμβαίνει και στις περιπτώσεις του AML και του Audit, κάτι για το οποίο εμείς στον οίκο CSC Christodoulou νοιώθουμε περήφανοι αφού έχουμε περάσει με τιμητικές διακρίσεις όλους τους διαδοχικούς ελέγχους του ΣΕΛΚ τα τελευταία 22 χρόνια, σε όλα τα επίπεδα. Μια τέτοια ενέργεια πιστεύω ότι θα ωφελήσει και το Τμήμα Φορολογίας όπου πλέον θα μπορεί να καταρτιστεί ένα μνημόνιο αυτοελέγχων από εγκεκριμένους φορολογικούς συμβούλους και θα επιταχύνει την αποτελεσματικότητα τόσο της φορολογικής συμμόρφωσης όσο και της ενίσχυσης της φορολογικής δικαιοσύνης.
Αρκούν οι επιμέρους αλλαγές στο φορολογικό σύστημα ή χρειάζεται μια συνολική αναθεώρηση του πλαισίου; Πώς αξιολογείτε τη νέα φορολογική μεταρρύθμιση ως προς τη βελτίωση της φορολογικής δικαιοσύνης;
Mε τα όσα αναφέρω πιο πάνω πιστεύω ότι έχω καταστήσει σαφές ότι δεν αρκούν οι επιμέρους αλλαγές. Το όλο φορολογικό πλαίσιο χρειάζεται εκ νέου συγγραφή! Ένας, ενιαίος «Νόμος Περί Άμεσης Φορολογίας» ο οποίος να ενσωματώνει το όλο φορολογικό πλαίσιο ώστε να αποφεύγονται παγίδες στους φορολογούμενους (π.χ. εξαιρείται από τον ένα νόμο αλλά φορολογείται στον άλλο νόμο, διαφορετική η ερμηνεία του αντικειμένου στον ένα νόμο και διαφορετική στον άλλο νόμο κ.λ.π), χωρίς γκρίζα σημεία που να χρειάζονται τόσες εγκυκλίους και γνωμοδοτήσεις, κάτι το οποίο ζητούσαμε εδώ και χρόνια (ο υποφαινόμενος παρουσίασε ολοκληρωμένη τοποθέτηση από τον Ιανουάριο 2020). Παρόλο που αυτό δεν έγινε, μπορούμε να εργαστούμε τώρα, για να γίνει εφικτό στο άμεσο μέλλον. Η φορολογική μεταρρύθμιση δεν πρέπει να είναι κάτι το στατικό. Έγιναν δηλαδή κάποιες επιμέρους αλλαγές και τελειώσαμε. Χρειάζεται όραμα και πλάνο και φυσικά μια ομάδα ειδικών που θα διαχειριστούν το έργο αυτό.
Όσον αφορά το δεύτερο σας ερώτημα θεωρώ ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την απόδοση της φορολογικής δικαιοσύνης ειδικότερα ως προς το σκέλος όπου ο Κύπριος φορολογούμενος (Domiciled in Cyprus) φορολογείται πιο ισότιμα (όχι εντελώς αλλά σαφώς δικαιότερα από ότι πριν) ως προς τον ξένο φορολογούμενο (Non Domiciled in Cyprus). Είναι ακριβώς αυτές οι ανισορροπίες του φορολογικού πλαισίου που δημιουργούσαν και τις δικαιολογημένες αντιδράσεις του Κύπριου επιχειρηματία ο οποίος, ως στυλοβάτης της Κυπριακής οικονομίας, συνείσφερε σχεδόν διπλάσια από τον μη κάτοικο Κύπρου, φορολογούμενο. Παραμένουν βεβαίως άλλες ανισορροπίες ειδικότερα στους μισθωτούς αφού στην προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και ξένων ανώτερων διοικητικών στελεχών η νομοθεσία δίδει σημαντικές φοροελαφρύνσεις σε αυτούς παρά στους Κύπριους κάτοικους. Παρόλα ταύτα, προσωπικά θεωρώ ότι έγινε ένα σημαντικό, θετικό, βήμα.
Η πραγματική αξιολόγηση της φορολογικής μεταρρύθμισης θα γίνει στην πράξη και εκ των υστέρων. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο θα ενισχύσει ουσιαστικά τη φορολογική δικαιοσύνη.
Αυτό μπορεί να κριθεί μέσα από συγκεκριμένους δείκτες:
• Θα γίνει το σύστημα πιο απλό στην εφαρμογή και θα μειωθούν τα γκρίζα σημεία, οι εγκύκλιοι και οι γνωμοδοτήσεις;
• Θα ενισχυθεί η φορολογική συμμόρφωση και η φορολογική συνείδηση, μειώνοντας τα φαινόμενα φοροδιαφυγής;
• Θα καταστεί το Τμήμα Φορολογίας πιο προσιτό και πιο δίκαιο απέναντι στον συμμορφούμενο φορολογούμενο;
• Θα μειωθούν οι ενστάσεις και οι προσφυγές προς το Εφοριακό Συμβούλιο και το Διοικητικό Δικαστήριο;
Εάν τα πιο πάνω απαντηθούν θετικά, τότε θα μπορούμε να πούμε ότι η μεταρρύθμιση πράγματι ενίσχυσε τη φορολογική δικαιοσύνη. Εάν όχι, τότε σαφώς χρειάζονται αλλαγές.

Κατά τη συζήτηση της φορολογικής μεταρρύθμισης ακούστηκαν επικρίσεις για πιθανές “υπερεξουσίες” του Εφόρου Φορολογίας. Πόσο βάσιμη θεωρείτε αυτή την κριτική; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί η ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματική πάταξη της φοροδιαφυγής και την προστασία πολιτών και επιχειρήσεων από καταχρηστικές πρακτικές;
Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για «υπερεξουσίες». Σαφώς και πρέπει να υπάρχουν νομικά εργαλεία και νομοθετημένες πρακτικές που να προσφέρουν την δυνατότητα στο Τμήμα Φορολογίας να επιβάλει τη νομοθεσία και να εξασφαλίσει συμμόρφωση εκεί που δεν υπάρχει όπως και την είσπραξη των σωστών φόρων προς εξασφάλιση των δημόσιων εσόδων. Και δεν θεωρώ ότι τα νέα εργαλεία που προστέθηκαν, με τον τρόπο που διασφάλισε η Βουλή των Αντιπροσώπων, (η οποία θεωρώ ότι στάθηκε πολύ υπεύθυνα στο όλο έργο της φορολογικής μεταρρύθμισης) δίδουν υπερεξουσίες που δύνανται να εξοντώσουν επιχειρήσεις που συμμορφώνονται ή έστω συνεργάζονται με το Τμήμα Φορολογίας για να συμμορφωθούν σε κοινά αποδεκτά πλαίσια (με τις ανάλογες κυρώσεις ή/και πρόστιμα φυσικά).
Από την εμπειρία μου με το Τμήμα Φορολογίας τόσα χρόνια δεν έχω διαπιστώσει, για να είμαστε δίκαιοι, ότι οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν την συμμόρφωση αν και αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα οικονομικά ή άλλα προβλήματα, δεν τυγχάνουν λογικής και πρακτικής αντιμετώπισης. Άλλο είναι η φοροδιαφυγή και άλλο η πρόσκαιρη αδυναμία στην συμμόρφωση. Θεωρώ δε ότι η πιο «επιθετική» πρακτική σε περιπτώσεις τεκμηριωμένης φοροδιαφυγής είναι αναγκαία και αυξάνει την φορολογική δικαιοσύνη ξεχωρίζοντας έτσι την αντιμετώπιση των συμμορφούμενών φορολογουμένων έναντι των όσων σκόπιμα φοροδιαφεύγουν.
Θεωρώ ότι η ανησυχία που είχε δημιουργηθεί πηγάζει από δύο διαφορετικές πηγές:
(α) Το γεγονός ότι ακόμα καταγράφονται από τα δικαστήρια, περιπτώσεις μη χρηστής διοίκησης και υπέρβασης εξουσίας ως αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας, υπερβολικών φορολογιών, προστατευτικών φορολογιών κ.λ.π., που ενδεχομένως να δημιουργεί προβληματισμούς όπως η ερώτηση που θέσατε, και
(β) Τη συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια ενός και μόνο κριτή χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες (όπως αρχικά ήταν το νομοσχέδιο), κάτι που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε θέμα συζήτησης και εξέτασης σε κρίσιμες θέσεις του δημοσίου!
Καταληκτικά, θεωρώ ότι ο τρόπος που η Βουλή αντιμετώπισε το όλο θέμα ήταν σωστός. Από εκεί και πέρα, όπως αναφέρω και πιο πάνω, εάν και εφόσον θα υπάρξει ενίσχυση της φορολογικής δικαιοσύνης είναι κάτι που εύκολα μπορεί να μετρηθεί πρακτικά, από την κοινή γνώμη.
CSC Christodoulou
Ο οίκος CSC Christodoulou Ltd έχει ιδρυθεί το έτος 2004 και έκτοτε, λόγω της δραστηριότητας και των διακρίσεων του, έχει καταστεί ως ένας ποιοτικός λογιστικός, ελεγκτικός και συμβουλευτικός οίκος στην Κύπρο με γραφεία σε Λεμεσό και Λευκωσία. Ένας οίκος που για 22 χρόνια ήταν δίπλα στον Κύπριο επιχειρηματία και όπως δηλώνει ο CEO του οίκου κ. Χρίστος Χριστοδούλου «Σταθήκαμε δίπλα στους πελάτες μας στα δύσκολα τους, τις δύσκολες εποχές της Κυπριακής οικονομίας, εξού και η σημερινή τους αφοσίωση. Μερικοί από τους πελάτες μας είναι πρωτοπόροι σε διάφορους τομείς της Κυπριακής Οικονομίας».
Ο οίκος διαθέτει τρία επιχειρηματικά τμήματα που παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες με διακρίσεις, έκαστο με διαφορετική διοικητική ομάδα.
- Ελεγκτικό Τμήμα
- Τμήμα λογιστικής και φορολογικής συμμόρφωσης
- Συμβουλευτικό Τμήμα

Χρίστος Χριστοδούλου
Ο Χρίστος Σ. Χριστοδούλου είναι ο ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος του ελεγκτικού και συμβουλευτικού οίκου CSC Christodoulou Ltd. Είναι κάτοχος του επαγγελματικού τίτλου του Εγκεκριμένου Λογιστή (FCCA) και (CFE) και είναι μέλος του (ΣΕΛΚ). Είναι μέλος της επιτροπής ΦΠΑ του ΣΕΛΚ κατά τα τελευταία 25 χρόνια στην οποία διετέλεσε δύο φορές ως Πρόεδρος. Συμμετέχει σε συναντήσεις στο Υπουργείο Οικονομικών, στη Βουλή των Αντιπροσώπων και με τον Έφορο Φορολογίας για τη διαμόρφωση φορολογικών νόμων, εγκυκλίων και φορολογικών πολιτικών και χειρίζεται εξειδικευμένες φορολογικές υποθέσεις. Αρθρογραφεί τακτικά για φορολογικά και άλλα οικονομικά θέματα και παρεμβαίνει, κατά εποικοδομητικό τρόπο, στην προώθηση βέλτιστων πρακτικών και πολιτικών για την ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας.