Ο νέος κίνδυνος για την Wall Street έρχεται από την Ευρώπη – Τι μπορεί να φέρει μία «απεργία» των επενδυτών

Η επιθετική ρητορική Τραμπ εντείνει τις ανησυχίες στη Wall Street, καθώς Ευρωπαίοι επενδυτές εξετάζουν τη μείωση έκθεσης σε αμερικανικά assets, προσθέτοντας νέο κίνδυνο σε μια αγορά υψηλών αποτιμήσεων - Δείτε γραφήματα

Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ, απευθυνόμενος στους ισχυρούς «παίχτες» των αγορών που είχαν συγκεντρωθεί στο Νταβός, ανέφερε ότι η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί την παγκοσμιοποίηση «μια αποτυχημένη πολιτική» που άφησε την Αμερική πίσω. Μία ημέρα αργότερα, ο προϊστάμενός του, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, προέβλεψε ότι το αμερικανικό χρηματιστήριο θα διπλασιαστεί από τα ιστορικά υψηλά για τα οποία ο ίδιος ο Τραμπ παίρνει ανοιχτά τα εύσημα.

Όπως σημειώνει το Bloomberg, υπάρχει μια έντονη αντίφαση ανάμεσα στα λεγόμενα των δύο δισεκατομμυριούχων: τα τελευταία χρόνια οι ξένοι επενδυτές έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για αμερικανικές μετοχές, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στην εκτόξευση των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών στα ρεκόρ για τα οποία ο Τραμπ αρέσκεται να καυχιέται. Οι Ευρωπαίοι, ειδικότερα, υπήρξαν ιδιαίτερα επιθετικοί αγοραστές.

Τι πιστεύουν οι αναλυτές

Και ενώ ο Τραμπ χαμήλωσε τους τόνους απέναντι στην Ευρώπη, στη Wall Street παραμένει η ανησυχία ότι η επιθετική ρητορική και η υποτίμηση της Γηραιάς Ηπείρου θα μπορούσαν να βγάλουν από την αγορά ορισμένους από τους μεγαλύτερους αγοραστές αμερικανικών μετοχών. Υπάρχουν, μάλιστα, ενδείξεις ότι αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει.

«Βλέπουμε περισσότερους επενδυτές να θέλουν να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ. Η τάση αυτή ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2025, αλλά αυτή την εβδομάδα έχει επιταχυνθεί κάπως», δήλωσε ο Βενσάν Μορτιέ, επικεφαλής επενδύσεων της Amundi, του μεγαλύτερου διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη, με υπό διαχείριση κεφάλαια 2,3 τρισ. ευρώ (2,7 τρισ. δολάρια).

Όπως είπε, οποιαδήποτε διαδικασία «αποσύνδεσης» θα καταλήξει να είναι «μακρά και σύνθετη», καθώς οι αγοραστές θα πρέπει να αποφασίσουν πώς θέλουν να απομακρυνθούν από τους βασικούς δείκτες αναφοράς και πώς θα αντισταθμίσουν τον κίνδυνο έναντι του δολαρίου ΗΠΑ.

Οι Ευρωπαίοι επενδυτές κατέχουν περίπου 10,4 τρισ. δολάρια σε αμερικανικές μετοχές — και πάνω από το μισό αυτού του ποσού ανήκει σε επενδυτές από τις ίδιες οκτώ χώρες στις οποίες ο Τραμπ απείλησε να επιβάλει δασμούς, κίνηση που συνέβαλε σε πτώση 2,1% του δείκτη S&P 500 την Τρίτη.

Πιο αναλυτικά, οι Ευρωπαίοι κατέχουν το 49% όλων των αμερικανικών μετοχών που βρίσκονται στα χέρια ξένων επενδυτών — ένα μερίδιο αρκετά μεγάλο ώστε να συνιστά απειλή για την αγορά, όπως έγραψε σε σημείωμά του ο Ούγκο Σεν-Μαρί, στρατηγικός αναλυτής χαρτοφυλακίων και ποσοτικών στρατηγικών της Scotiabank.

«Αν δούμε τη διαφοροποίηση να επιταχύνεται, θα μπορούσε με την πάροδο του χρόνου να ασκήσει πίεση στις αμερικανικές μετοχές, στα ομόλογα και στο δολάριο», είπε.

Για να είμαστε σαφείς, είναι εξαιρετικά απίθανο η Ευρώπη να μπορέσει — ή ακόμη και να θελήσει — να κινηθεί συντονισμένα ώστε να εγκαταλείψει τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Η απειλή για τη Wall Street δεν προέρχεται πρωτίστως, αν προέρχεται καθόλου, από κυβερνητικές αποφάσεις. Όμως, καθώς οι απειλές και οι προσβολές του Τραμπ συνεχίζονται, διαχειριστές κεφαλαίων από το Λονδίνο έως το Βερολίνο και τη Μαδρίτη δέχονται ολοένα και περισσότερα ερωτήματα από πελάτες για τρόπους έστω και μερικής μείωσης της έκθεσης σε αμερικανικά assets.

Για χρόνια, μια τέτοια κίνηση θα ήταν χαμένη υπόθεση, καθώς οι αμερικανικές μετοχές υπεραπέδιδαν άνετα έναντι των αντίστοιχων ανεπτυγμένων αγορών. Αυτό όμως άλλαξε μετά την ορκωμοσία του Τραμπ, καθώς το δολάριο αποδυναμώθηκε και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αύξησαν τις δαπάνες τους. Πέρυσι, ο δείκτης Stoxx 600 ενισχύθηκε κατά 32% σε όρους δολαρίου, ο ιαπωνικός Topix κατέγραψε άνοδο 23% και ο κορεατικός Kospi εκτοξεύθηκε κατά 80% — την ώρα που ο αμερικανικός δείκτης αναφοράς σημείωσε άνοδο 16%. Ο καναδικός S&P/TSX Composite κέρδισε 28%, ξεπερνώντας τον S&P 500 με τη μεγαλύτερη διαφορά των τελευταίων 20 ετών — και αυτό πριν από την προσαρμογή για τη συναλλαγματική επίδραση.

«Αν ήμουν Ευρωπαίος, θα καθόμουν και θα έλεγα: έχουμε έκθεση στις ΗΠΑ και υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες αλλού», δήλωσε ο Μάικλ Ο’Ρουρκ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της JonesTrading Institutional Services LLC.

Μια μαζική πώληση θα σηματοδοτούσε μια ιστορική στροφή για τους Ευρωπαίους επενδυτές, οι οποίοι είδαν τις αμερικανικές τους τοποθετήσεις να αυξάνονται κατά 91%, ή κατά 4,9 τρισ. δολάρια, μέσα μόλις στα τελευταία τρία χρόνια, αντανακλώντας συνδυασμό αγορών και ανόδου τιμών, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ που δημοσιοποιήθηκαν στις 9 Ιανουαρίου και καλύπτουν περίοδο έως τον Σεπτέμβριο. Η δημοσιοποίηση των πιο πρόσφατων στοιχείων εξακολουθεί να καθυστερεί λόγω του shutdown της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το συνταξιοδοτικό ταμείο SISA Pension της Γροιλανδίας, που διαχειρίζεται περίπου 7 δισ. δανικές κορώνες (1,1 δισ. δολάρια), έχει έκθεση περίπου 50% στις ΗΠΑ, κυρίως σε μετοχές. Το διοικητικό του συμβούλιο συζητά το ενδεχόμενο αποεπένδυσης. Μέχρι στιγμής, πάντως, έχει καταγραφεί περιορισμένη πώληση μετοχών, ακόμη και καθώς συνταξιοδοτικά ταμεία — μεταξύ τους και το δανικό AkademikerPension — αποχωρούν από τοποθετήσεις σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Πιστός στο επιθετικό του ύφος, ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι συντονισμένες ή μαζικές αποεπενδύσεις θα προκαλούσαν «μεγάλα αντίποινα», κρατώντας σταθερά στο χέρι το ρόπαλο της χρηματοοικονομικής τιμωρίας. Για ορισμένους στην Ευρώπη, οι απειλές αυτές έχουν ξεπεράσει τα όρια.

«Ύστερα από πέντε χρόνια ισχυρών εισροών σε αμερικανικά assets — και δεδομένης της αδυναμίας του δολαρίου και της αυξανόμενης «εργαλειοποίησης» του αμερικανικού νομίσματος — η διαφοροποίηση βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο για τους περισσότερους θεσμικούς επενδυτές», δήλωσε ο Ραφαέλ Τιέν, επικεφαλής στρατηγικών κεφαλαιαγορών της παρισινής Tikehau Capital SCA, που διαχειρίζεται πάνω από 50 δισ. ευρώ (59 δισ. δολάρια). Όπως είπε, το θέμα τίθεται συχνά στις συζητήσεις με πελάτες σε Ευρώπη και Ασία.

«Καθώς οι επενδυτές επανατοποθετούνται για έναν νέο κύκλο, πιστεύουμε ότι οι κατανομές σε ευρωπαϊκά assets θα μπορούσαν να επιταχυνθούν φέτος», πρόσθεσε.

Αν και ο κίνδυνος για τις αμερικανικές μετοχές από μια ευρωπαϊκή «απεργία αγορών» παραμένει προς το παρόν περιορισμένος, προστίθεται στη λίστα των απειλών για μια αγορά που διαπραγματεύεται σε ιστορικά υψηλές αποτιμήσεις.

«Αυτό είναι πραγματικά ένα περιβάλλον στο οποίο δεν θέλεις να είσαι πλήρως εκτεθειμένος σε αμερικανικές μετοχές ή αμερικανικά assets, και ειδικά όχι στο δολάριο», δήλωσε ο Ματιέ Ρασέ, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών της Julius Baer & Co., με υπό διαχείριση κεφάλαια 520 δισ. ελβετικών φράγκων (662 δισ. δολάρια).

Υπάρχει προηγούμενο πωλήσεων αμερικανικών assets ως αντίδραση στις απειλές του Τραμπ. Πέρυσι, Καναδοί απαίτησαν από τους διαχειριστές των συνταξιοδοτικών τους ταμείων να μειώσουν τις τοποθετήσεις σε αμερικανικές μετοχές, μετά τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου ότι θα χρησιμοποιούσε «οικονομική δύναμη» για να καταστήσει τη χώρα την 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Στο Νταβός, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε ότι οι χώρες που βασίζονταν στη χρηματοοικονομική ολοκλήρωση με τις ΗΠΑ πρέπει να το ξανασκεφτούν, καθώς ο Τραμπ μετέτρεψε αυτή την αλληλεξάρτηση σε όπλο.

«Αν ρωτούσες έναν οικονομολόγο τι λένε τα εγχειρίδια για τους δασμούς, θα σου έλεγε ότι δυσκολεύουν τη χώρα που εξάγει. Όμως αυτό που βλέπουμε τώρα, τουλάχιστον στις χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι σχεδόν το αντίθετο», δήλωσε ο Σεμπαστιάν Παζ, επικεφαλής επενδύσεων της T. Rowe Price, η οποία διαχειρίζεται σχεδόν 1,8 τρισ. δολάρια. «Κινητοποιεί τις εγχώριες επενδύσεις και ενθαρρύνει τη διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων».

Μέχρι στιγμής, τα ημερήσια στοιχεία ροών σε ETF δείχνουν ότι υπάρχει «μικρή μεταβολή» στη ζήτηση ξένων επενδυτών για αμερικανικά μετοχικά funds, έγραψαν την Τετάρτη στρατηγικοί αναλυτές της JPMorgan Chase & Co., υπό τον Νικόλαο Πανιγιρτζόγλου. Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει τους επόμενους μήνες.

«Δεν μπορεί να αποκλειστεί μακροπρόθεσμα ότι το βάρος των ΗΠΑ θα αναπροσαρμοστεί προς τα κάτω στο μέλλον», δήλωσε ο Μπενζαμέν Μελμάν, επικεφαλής επενδύσεων της Edmond de Rothschild Asset Management, που διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 184 δισ. ελβετικών φράγκων (234 δισ. δολάρια).

Το πρόβλημα πηγάζει από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να εγκαταλείπουν τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, την οποία οι ίδιες στήριζαν στο παρελθόν, κάτι που σημαίνει ότι οι επενδυτές δεν μπορούν να εμπιστευτούν το δολάριο ή τις επενδύσεις στις ΗΠΑ στο μέλλον, δήλωσε ο Λαρς Κρίστενσεν, διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής ανάλυσης της Paice, χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής εταιρείας.

«Δεν έχει να κάνει με το αν η Ευρώπη αντιστέκεται στις ΗΠΑ», έγραψε σε ανάρτησή του στο X. «Έχει να κάνει με το να είμαστε συνετοί με τις επενδύσεις μας — για τη μείωση των κινδύνων».

Πηγή: newmoney.gr

Διαβάστε επίσης: Mεγάλες πόλεις, μικρές ομάδες

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ