Της Χριστιάνας Αντωνίου
Με εξαιρετική επίδοση κινήθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας, όπως δήλωσε ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης μιλώντας στο Economy Today σχολιάζοντας τα πρόσφατα στοιχεία για την μεγέθυνση του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν την Παρασκευή, το τελευταίο τρίμηνο του 2025 η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 4,5%, ενώ για ολόκληρο το έτος στο 3,7%.
Ο κ. Τελώνης χαρακτήρισε την επίδοση αξιοσημείωτη χρονικά, καθώς σημειώθηκε είναι εν μέσω της παγκόσμιας αβεβαιότητας που επικρατεί τόσο με τους δασμούς του Τραμπ όσο και με τους εν εξελίξει πολέμους σε Ουκρανία και Γάζα. Παράλληλα, ο ρυθμός ανάπτυξης της Κύπρου ήταν υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που κινείται στο 1,3% για την Ευρωζώνη και στο 1,5% για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι 3 βασικοί πυλώνες ανάπτυξης
Όπως ανέφερε, τρεις είναι οι βασικοί πυλώνες της ανάπτυξης. Ο πρώτος είναι ο τουρισμός, που λειτουργεί ως η «ατμομηχανή» της οικονομίας, με αυξημένη κίνηση και επέκταση της τουριστικής περιόδου από τον Απρίλιο μέχρι και τον Οκτώβριο.
Δεύτερος, είναι ο κατασκευαστικός τομέας, που έχει φτάσει σχεδόν στο 100% των δυνατοτήτων του, παρά τις ελλείψεις που υπάρχουν στην εύρεση εργατικού δυναμικού.
Και ο τρίτος πυλώνας είναι οι συνεχείς επενδύσεις στην κυπριακή οικονομία, τόσο από τον ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η ανέγερση νέων ξενοδοχειακών μονάδων και ιδιωτικών νοσοκομείων, όσο και μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων αναδιάρθρωσης. «Είμαστε από τις χώρες με τις πιο ψηλές αποδόσεις στην αξιοποίηση των κονδυλίων», τόνισε.
Πλήρης απασχόληση και δημοσιονομική πειθαρχία
Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι είμαστε σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, όπως ανέφερε. Επομένως, επεσήμανε αυτό θα πρέπει να μεταφραστεί και με αυξήσεις στους μισθούς, προκειμένου να υπάρξει καλύτερη κοινωνική συνοχή και δίκαιη κατανομή του αυξανόμενου πλούτου.
Αναφορά έκανε και στα δημοσιονομικά του κράτους, τονίζοντας ότι παρά τα αυξημένα φορολογικά έσοδα εξαιτίας της κατανάλωσης και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων πρέπει να διατηρηθεί παράλληλα δημοσιονομική πειθαρχία, ειδικά σε μη παραγωγικές επενδύσεις όπως για παράδειγμα, σε έργα που δεν προσφέρουν στον κοινωνικό ιστό, λόγου χάρη, ένα νέο κτίριο της Βουλής.
Πληθωρισμός και ακρίβεια
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, υπογράμμισε ότι παρότι έχουμε αποπληθωρισμό, οι Κύπριοι πολίτες, εξακολουθούν να βιώνουν την ακρίβεια. Όπως ανέφερε, η ακρίβεια δεν πηγάζει από τον πληθωρισμό όπως τον μετράμε στην Στατιστική, αλλά από τις αγορές συχνής συχνότητας βασικών αγαθών όπως είναι τα τρόφιμα, τα καύσιμα και η ενέργεια.
«Πρέπει να πέσει περισσότερη πίεση ειδικά στους τομείς που παρατηρούνται οριζόντια μονοπώλια που καθορίζουν τις τιμές. Αυτό μπορεί να γίνεται είτε με προσυνεννόηση είτε γιατί παίρνουμε πολλές τιμές από το εξωτερικό,οι οποίες είναι δεδομένες και δεν έχουμε έλεγχο πάνω σε αυτές».
Αναφερόμενος στην ενέργεια, σημείωσε ότι οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν μειωθεί σε σχέση με τα επίπεδα των προηγούμενων ετών, αν και η Κύπρος επηρεάζεται κυρίως από τις τιμές διυλισμένων προϊόντων και όχι από το αργό πετρέλαιο. Εκτίμησε ότι οι εξελίξεις στην αγορά θα ξεκαθαρίσουν το επόμενο τρίμηνο, με την αναπλήρωση των αποθεμάτων στην Ευρώπη.
Η Κύπρος διατηρεί δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 3%, ενώ το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί κοντά στο 50% του ΑΕΠ. Αν η τάση συνεχιστεί και το 2026, η χώρα ενδέχεται να καταταχθεί ανάμεσα στις ισχυρότερες δημοσιονομικά οικονομίες της Ευρώπης, ανέφερε ο κ. Τελώνης.
Μελλοντικές μεταρρυθμίσεις και εφαρμογή της τεχνολογίας
Το μεγάλο ζητούμενο είναι πως θα συνεχίσει ο θετικός ρυθμός ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Χρειάζονται να γίνουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στην τεχνολογία στον κρατικό τομέα, διαφορετικά η οικονομία θα φτάσει σε μια κορύφωση και μετά θα υπάρξει στασιμότητα, όπως τόνισε.
Δεν μπορούμε να προσλαμβάνουμε επ' άπειρον δημόσιους υπαλλήλους, επεσήμανε. «Πρέπει να εισάγουμε την τεχνολογία και να καταργήσουμε θέσεις εργασίας, διότι αν έρθει μαζικά η τεχνολογία, που θα έρθει με τον τρόπο που αναπτύσσεται, το 10-15% των κυβερνητικών υπαλλήλων δεν θα έχουν αντικείμενο εργασίας, Επομένως, θα υπάρξει πρόβλημα στο πώς θα κατανέμουμε αυτό το εργατικό δυναμικό στην αγορά εργασίας».

