Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
Ο Τραμπ κάνει πόλεμο αλλά η Ευρώπη πληρώνει τον λογαριασμό – Ο πονοκέφαλος των 100 δισ. και οι «27» που ψάχνουν λύσεις
15-10-2026
Οι ηγέτες της ΕΕ αναζητούν στη Σύνοδο Κορυφής μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών, αλλά τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν και οι διαφωνίες για την πράσινη μετάβαση βαθαίνουν
Αντιμέτωποι με ένα νέο ενεργειακό σοκ, το δεύτερο μέσα σε τέσσερα χρόνια, βρίσκονται οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή τη φορά, όμως, τα περιθώρια παρέμβασης είναι σημαντικά πιο περιορισμένα, καθώς ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Ιράν έχει επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες σε μια περίοδο υψηλού δημόσιου χρέους και αυξημένου κόστους δανεισμού.
Η ενεργειακή κρίση αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της διήμερης Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ξεκινά την Πέμπτη στις Βρυξέλλες, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό και επιβαρύνοντας τις προοπτικές ανάπτυξης στα 27 κράτη-μέλη.
Σύμφωνα με ανώτερο Ευρωπαίο αξιωματούχο που μίλησε στο Bloomberg υπό τον όρο της ανωνυμίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να καταστήσει σαφές στους ηγέτες ότι δεν υπάρχει κάποια εύκολη ή άμεση λύση για την αντιμετώπιση των υψηλών ενεργειακών τιμών.
Πάνω από 100 δισ. ευρώ ο πρόσθετος λογαριασμός της Ευρώπης
Το μέγεθος της ενεργειακής επιβάρυνσης αποτυπώνεται ήδη στο κόστος εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει προσθέσει μέχρι στιγμής περισσότερα από 100 δισ. ευρώ στον λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων της Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ενόψει της χειμερινής περιόδου θέρμανσης, αυξάνοντας την πίεση στις κυβερνήσεις να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες σε προσιτές τιμές.
Οι επιλογές των κρατών-μελών είναι, ωστόσο, περιορισμένες. Η επιβολή πλαφόν στις τιμές και οι φορολογικές ελαφρύνσεις συνεπάγονται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, τη στιγμή που οι κρατικοί προϋπολογισμοί βρίσκονται ήδη υπό πίεση.
Η άνοδος των επιτοκίων επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση, καθιστώντας ακριβότερη τη χρηματοδότηση νέων μέτρων στήριξης.
«Οι ηγέτες της ΕΕ αντιμετωπίζουν ένα δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε τέσσερα χρόνια, αυτή τη φορά με υψηλότερο δημόσιο χρέος και μεγαλύτερο κόστος δανεισμού», επισημαίνει η Ελίζ Βιαντέρ, ερευνήτρια του Centre for European Reform.
Πλαφόν, μειώσεις φόρων και κρατικές ενισχύσεις στο τραπέζι
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει την παράταση των κοινών αγορών ενέργειας, την αναβολή εφαρμογής κανόνων για τον περιορισμό των εκπομπών μεθανίου στις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και την επέκταση των κρατικών ενισχύσεων προς τις βιομηχανίες που πλήττονται περισσότερο.
Ωστόσο, τα συγκεκριμένα μέτρα δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε άμεση μείωση των τιμών, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι δήλωσε την Τετάρτη ότι βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με την Κομισιόν, η οποία θα επιτρέψει στην Ιταλία να επιβάλει ανώτατο όριο στην τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Από την πλευρά του, ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει προτείνει σημαντική μείωση των φόρων στην ηλεκτρική ενέργεια για όλους τους καταναλωτές.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν υπάρχουν τα απαραίτητα δημοσιονομικά περιθώρια για την εφαρμογή μιας τέτοιας παρέμβασης.
Σύμφωνα με σχέδιο συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής που επικαλείται το Bloomberg, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να ζητήσουν από την Επιτροπή πρόσθετα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας.
Το κείμενο, πάντως, δεν προσδιορίζει ποια ακριβώς θα μπορούσαν να είναι αυτά τα μέτρα, αναδεικνύοντας τη δυσκολία εξεύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων.
Στο επίκεντρο και η αποδέσμευση αποθεμάτων ντίζελ
Παράλληλα με τη Σύνοδο Κορυφής, την Πέμπτη πραγματοποιείται και συνεδρίαση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), με αντικείμενο την υλοποίηση της δέσμευσης της G7 για ταχεία διάθεση ποσοτήτων ντίζελ στην αγορά.
Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ενίσχυση της προσφοράς και στον περιορισμό των πιέσεων που έχουν προκαλέσει οι πολεμικές συγκρούσεις στις αγορές καυσίμων.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς οι αυξημένες τιμές του ντίζελ επιβαρύνουν τις μεταφορές, τη βιομηχανία και συνολικά το κόστος παραγωγής.
Επιστρέφει η συζήτηση για φορολόγηση των υπερκερδών
Μία ακόμη επιλογή που εξετάζει η Κομισιόν είναι η επιβολή ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών.
Η Επιτροπή αξιολογεί ήδη τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου μέτρου, το οποίο θα παρέπεμπε στον μηχανισμό της λεγόμενης «εισφοράς αλληλεγγύης» που είχε εφαρμοστεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Εκείνη η παρέμβαση ισοδυναμούσε ουσιαστικά με φορολόγηση 33% επί των υπερβαλλόντων κερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η ΕΕ είχε επιβάλει ανώτατο όριο στα έσοδα παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλότερο οριακό κόστος, όπως οι μονάδες αιολικής και ηλιακής ενέργειας.
Ωστόσο, μια νέα φορολόγηση των υπερκερδών αναμένεται να συναντήσει αντιδράσεις από ορισμένα κράτη-μέλη.
Επιπλέον, εκφράζονται ανησυχίες ότι ο περιορισμός της κερδοφορίας των ενεργειακών επιχειρήσεων θα μπορούσε να αποθαρρύνει επενδύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία απαιτείται ενίσχυση των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων.
Οι επενδύσεις αυτές θεωρούνται απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια καυσίμων τόσο για τους πολίτες όσο και για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Διχασμένη η Ευρώπη για το σύστημα εμπορίας ρύπων
Η ενεργειακή μετάβαση αναμένεται να παρουσιαστεί εκ νέου από τους Ευρωπαίους ηγέτες ως η αποτελεσματικότερη μακροπρόθεσμη στρατηγική για τη μείωση των ενεργειακών τιμών.
Ωστόσο, οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν έντονες όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (ETS).
Μια ομάδα χωρών, στην οποία περιλαμβάνονται η Ισπανία, η Ολλανδία και τα σκανδιναβικά κράτη, υποστηρίζει ότι το σύστημα είναι κρίσιμο για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης στις τεχνολογίες αιχμής.
Κατά την άποψή τους, οποιαδήποτε αποδυνάμωσή του θα υπονόμευε τους μακροπρόθεσμους στόχους της Ένωσης για την πράσινη μετάβαση.
Στον αντίποδα, άλλες κυβερνήσεις θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα επιβαρύνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας της βιομηχανίας.
Η Τζόρτζια Μελόνι και ο Τσέχος ομόλογός της, Αντρέι Μπάμπις, ζητούν να ανασταλεί η προγραμματισμένη για το 2028 επέκταση του ETS στους τομείς της θέρμανσης και των οδικών μεταφορών.
Παράλληλα, επιδιώκουν την ενίσχυση των μέτρων προστασίας των βιομηχανιών που ήδη υπάγονται στο υφιστάμενο σύστημα.
Αντίστοιχες ανησυχίες διατύπωσαν και ευρωπαϊκοί βιομηχανικοί φορείς, οι οποίοι απέστειλαν αυτή την εβδομάδα επιστολή προς τους ηγέτες της ΕΕ, ζητώντας καλύτερη ευθυγράμμιση του ETS με τους στόχους ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει το δύσκολο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: πώς θα περιορίσει το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις χωρίς να υπονομεύσει την προσπάθεια απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Bruegel: Χρειάζονται διαρθρωτικές λύσεις, όχι μόνο έκτακτα μέτρα
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να αντιμετωπίσουν και τις βαθύτερες αδυναμίες της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Σιμόνε Ταλιαπιέτρα, αναπληρωτής διευθυντής του ευρωπαϊκού think tank Bruegel, υποστηρίζει ότι η ουσιαστική και μόνιμη μείωση των τιμών απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές.
«Η διαρθρωτική μείωση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί χρόνο και διαρθρωτικές απαντήσεις, όπως η βαθύτερη ενοποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας», επισημαίνει.
Όπως τονίζει, χωρίς ισχυρή πολιτική καθοδήγηση από τους ηγέτες της ΕΕ προς αυτή την κατεύθυνση, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική πρόοδος.
Η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών πραγματοποιείται έτσι σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, με την Ευρώπη να αναζητεί ισορροπία ανάμεσα στην άμεση ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και την ανάγκη μακροπρόθεσμης ενεργειακής αυτονομίας.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι, σε αντίθεση με την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, οι κυβερνήσεις διαθέτουν πλέον λιγότερα χρήματα για να απορροφήσουν το κόστος, ενώ οι διεθνείς εξελίξεις εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις τιμές.
Πηγή: newmoney.gr