Απόδοση 5.000.000% σε 60 χρόνια – Ένα αδιανόητο επίτευγμα, ένας «προφήτης» χωρίς αντίπαλο

Τι φεύγει μαζί με τον Μπάφετ; Μια εποχή σπάνιας διορατικότητας και πειθαρχίας που δεν ξαναγράφεται εύκολα.

Ο επενδυτικός κόσμος έμαθε να ακολουθεί έναν βόρειο αστέρα: έναν άνθρωπο που μιλούσε λίγο  — αλλά σχεδόν πάντα την κατάλληλη στιγμή. Έναν επενδυτή, που κέρδισε το προσωνύμιο «ο προφήτης της Όμαχα».

Ο Γουόρεν Μπάφετ παραδίδει τα ηνία της Berkshire Hathaway στον Γκρεγκ Έιμπελ, κλείνοντας έναν κύκλο έξι δεκαετιών που μετέτρεψε μια «κουρασμένη» κλωστοϋφαντουργία σε μια οικονομική μηχανή χωρίς προηγούμενο.

Το μέγεθος του επιτεύγματός του χωράει σε έναν αριθμό που μοιάζει υπερβολικός για να είναι αληθινός: απόδοση άνω των 5 εκατομμυρίων τοις εκατό σε περίπου 60 χρόνια.

Κι όμως, αυτή ήταν η Berkshire του Μπάφετ. Ένα επενδυτικό όχημα που δεν έγινε σύμβολο επειδή «έπιασε» μόδες, αλλά επειδή απέδειξε ότι η υπομονή —όταν συνδυάζεται με πειθαρχία και καθαρό μυαλό— μπορεί να είναι η πιο επιθετική στρατηγική όλων.

Η φόρμουλα της Berkshire: απλή, αλλά ανελέητα δύσκολη

Η συνταγή του «προφήτη της Όμαχα» δεν ήταν ποτέ μυστική. Ήταν όμως ασυνήθιστα αυστηρή: να αγοράζεις μόνο ό,τι καταλαβαίνεις, να πληρώνεις λιγότερο από όσο αξίζει, να προτιμάς επιχειρήσεις με ανθεκτικές ταμειακές ροές και ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, και —το πιο δύσκολο— να αφήνεις τον χρόνο να κάνει τη δουλειά.

Το θεμέλιο αυτής της φόρμουλας ήταν το ασφαλιστικό «float»: τα κεφάλαια που συγκεντρώνουν οι ασφαλιστικές από ασφάλιστρα πριν πληρώσουν αποζημιώσεις.

Ο Μπάφετ το χρησιμοποίησε ως χαμηλού κόστους «καύσιμο» για επενδύσεις και εξαγορές. Έχτισε έτσι μια αυτοκρατορία που απλώνεται από τους σιδηροδρόμους και την ενέργεια μέχρι τις ασφάλειες, τα καταναλωτικά αγαθά και τη βιομηχανία.

Και την ίδια στιγμή, κράτησε τη διοίκηση αποκεντρωμένη: λίγοι άνθρωποι στο κέντρο, μεγάλη αυτονομία στις θυγατρικές, αλλά αυστηρά συγκεντρωμένη κατανομή κεφαλαίων στην Όμαχα.

Οι σταθμοί που δείχνουν χαρακτήρα

Ο Μπάφετ άρχισε να επενδύει πριν καν ενηλικιωθεί. Σε ηλικία 11 ετών αγόρασε την πρώτη του μετοχή. Στα 14 έκανε την πρώτη του επένδυση σε ακίνητη περιουσία, αγοράζοντας αγροτική γη και νοικιάζοντάς την. Το χρήμα τον ενδιέφερε από νωρίς — όχι ως επίδειξη, αλλά ως μέτρο ελευθερίας και επιλογών.

Σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων, βρέθηκε στο Columbia όταν το Harvard τον απέρριψε, και εκεί συνάντησε τον Μπέντζαμιν Γκράχαμ, τον πατέρα της επένδυσης αξίας. Από τον Γκράχαμ πήρε τις βάσεις: την ιδέα της «εγγενούς αξίας» και την πειθαρχία να αγοράζεις με έκπτωση. Όμως ο Μπάφετ δεν έμεινε μόνο στους αριθμούς. Επέμενε ότι μια εταιρεία δεν είναι φύλλο ισολογισμού: είναι άνθρωποι, κουλτούρα, διοίκηση, «τάφρος» απέναντι στον ανταγωνισμό.

Κάπου εκεί μπήκε στη ζωή του ο Τσάρλι Μάνγκερ. Η συνεργασία τους δεν ήταν απλώς επαγγελματική· ήταν μια σπάνια διανοητική συνύπαρξη, που έσπρωξε τον Μπάφετ από το «φθηνά και υποτιμημένα» στο «εξαιρετικά και δίκαια αποτιμημένα». Μαζί μετέτρεψαν τη Berkshire σε όχημα εξαγορών και συμμετοχών, με την αρχική κλωστοϋφαντουργία να κλείνει τελικά το 1985 — αλλά το όνομα να μένει, σαν υπενθύμιση ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες συχνά ξεκινούν από κάτι μικρό και προβληματικό.

Από τη See’s Candies στην Apple: η «υπογραφή» του χρόνου

Η Berkshire μεγάλωσε με κινήσεις που, εκ των υστέρων, μοιάζουν προφανείς, αλλά τότε δεν ήταν. Η εξαγορά της See’s Candies το 1972 έδειξε ότι ο Μπάφετ αγαπούσε τις επιχειρήσεις που «βγάζουν» μετρητά και μπορούν να αυξάνουν τιμές χωρίς να χάνουν πελάτες. Ακολούθησαν συμμετοχές σε εταιρείες-σύμβολα όπως η Coca-Cola και η American Express, με τη λογική ότι όταν αγοράζεις κάτι πραγματικά καλό, δεν χρειάζεται να το πουλήσεις.

Ο ίδιος υπήρξε για χρόνια επιφυλακτικός απέναντι στην τεχνολογία — όχι από ιδεολογία, αλλά επειδή δεν πίστευε ότι μπορεί να προβλέψει τις καμπύλες της. Κι όμως, όταν «είδε» την Apple ως καταναλωτικό οικοσύστημα με απίστευτη πιστότητα πελατών, τόλμησε. Η επένδυση αποδείχθηκε μία από τις πιο κερδοφόρες κινήσεις της Berkshire, αλλά και ένας καθρέφτης της ευελιξίας του: δεν ήταν δογματικός· ήταν πειθαρχημένος.

Όχι στη χλιδή, ναι στη φιλανθρωπία

Το παράδοξο του Μπάφετ είναι ότι έγινε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον πλανήτη χωρίς να «ντυθεί» ποτέ σαν τέτοιος. Ζούσε επί δεκαετίες στο ίδιο σπίτι που αγόρασε το 1958, έπινε Coca-Cola, προτιμούσε απλά γεύματα, και όταν απέκτησε ιδιωτικό τζετ, το βάφτισε ειρωνικά “Indefensible”. Η επίδειξη πλούτου δεν τον ενδιέφερε. Η χρησιμότητα του πλούτου — ναι.

Η φιλανθρωπία ήταν κεντρικό μέρος της προσωπικής του αφήγησης, με τη δέσμευση να διοχετευτεί μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε σκοπούς κοινής ωφέλειας. Ήταν, με τον τρόπο του, μια δημόσια άρνηση του «πλούτου ως τρόπαιου».

Η επόμενη μέρα

Η διαδοχή από τον Γκρεγκ Έιμπελ δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία. Είναι σχέδιο ετών. Όμως η αγορά δεν φοβάται τόσο την αλλαγή προσώπου, όσο την απώλεια ενός «premium εμπιστοσύνης» που επί δεκαετίες είχε όνομα: Μπάφετ.

Τώρα, το ερώτημα γίνεται πρακτικό και τεράστιο: τι θα γίνει με τα βουνά ρευστότητας που συγκεντρώνει η Berkshire, σε μια αγορά ακριβών αποτιμήσεων; Θα περιμένει μια μεγάλη διόρθωση για να χτυπήσει; Θα εντείνει τις επαναγορές; Θα αλλάξει βηματισμό στην επιλογή μετοχών;

Η ιστορία, βέβαια, δείχνει ότι η Berkshire δεν χτίστηκε με βιασύνη. Χτίστηκε με επιμονή στο «όχι» — μέχρι να έρθει ένα «ναι» που να αξίζει.

Και αυτή ίσως είναι η πιο σπάνια κληρονομιά του Γουόρεν Μπάφετ: ότι απέδειξε, με αριθμούς που μοιάζουν αδύνατοι, πως σε έναν κόσμο που λατρεύει την κίνηση, η μεγαλύτερη δύναμη μπορεί να είναι η ακινησία.

Η υπομονή. Η πίστη στη σύνθεση. Και το θάρρος να κάνεις λίγα σωστά — αρκεί να μην κάνεις πολλά λάθος.

Πηγή: naftemporiki.gr

Διαβάστε επίσης: Φρένο στις πωλήσεις Tesla παρά την ευφορία Μασκ για την αυτόνομη οδήγηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ