Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
Γερμανία: Γιατί η μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρώπη δεν μπορεί να ρίξει χρήμα στην ανάπτυξη
11-05-2026
Το γερμανικό πακέτο υποδομών των 584 δισ. δολαρίων παραμένει εγκλωβισμένο στη γραφειοκρατία, με καθυστερήσεις έργων και περιορισμένη επίδραση στην οικονομία, παρά την ανάγκη άμεσου εκσυγχρονισμού της χώρας
Ένας χρόνος έχει περάσει από την έγκριση του γιγαντιαίου πακέτου στήριξης της Γερμανίας, το οποίο σχεδιάστηκε για να βγάλει τη χώρα από τη μακρά οικονομική στασιμότητα. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο μέρος του σχεδίου υποδομών ύψους 584 δισ. δολαρίων παραμένει αναξιοποίητο, εγκλωβισμένο στη βαριά γραφειοκρατία και στους αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου δαπανών που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τη γερμανική οικονομική πολιτική.
Το αποτέλεσμα είναι ότι τα κονδύλια δεν έχουν ακόμη αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα στην οικονομία. «Ξεχάσαμε πώς να δανειζόμαστε», δήλωσε χαρακτηριστικά στη Wall Street Journal ο δήμαρχος του Βάισενμπουργκ, Μάρκο Μπέκεντορφ, ο οποίος δεν έχει λάβει ούτε μέρος από τα 2 εκατ. ευρώ που περίμενε να επενδύσει σε έργα αποκατάστασης δρόμων, σχολικών υποδομών και βιομηχανικής ζώνης. Όπως εξηγεί, οι καθυστερήσεις οφείλονται στις αργές διαδικασίες σχεδιασμού αλλά και στον διαχρονικό φόβο ανάληψης νέου δημόσιου χρέους.
Την ώρα που πολλές οικονομίες διεθνώς λειτουργούν υπό το βάρος υπέρογκου δανεισμού, η Γερμανία δυσκολεύεται ακόμη και να αυξήσει ελάχιστα το δικό της χρέος. Την ίδια στιγμή, όμως, η οικονομία της χρειάζεται επειγόντως εκσυγχρονισμό, καθώς μετά την πανδημία — με την ενεργειακή κρίση, τους αμερικανικούς δασμούς και την αυξανόμενη πίεση από την Κίνα — η ανάπτυξη κινείται οριακά.
Τον Απρίλιο, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι ετών, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για ένα «σπασμένο» γερμανικό αναπτυξιακό μοντέλο. Παράλληλα, και οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για την οικονομία, παραμένουν μπλοκαρισμένες εξαιτίας κυβερνητικών διαφωνιών.
Έτσι, η παραδοσιακή «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής οικονομίας εμφανίζει σημάδια κόπωσης σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αυξήσει τις επενδύσεις της για λόγους ασφάλειας, ανταγωνιστικότητας απέναντι στις ΗΠΑ αλλά και αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.
Το τεράστιο πρόγραμμα υποδομών είχε παρουσιαστεί ως η μεγάλη ευκαιρία αναστροφής της εικόνας. Οι οικονομολόγοι εκτιμούσαν ότι η παραγωγικότητα θα ενισχυόταν σημαντικά μέσω της αναβάθμισης σιδηροδρομικών γραμμών, αυτοκινητοδρόμων, τηλεπικοινωνιακών δικτύων, πανεπιστημίων αλλά και της δημόσιας διοίκησης, η οποία εξακολουθεί να υστερεί σε επίπεδο ψηφιοποίησης. Πρόκειται για τομείς που κουβαλούν τις συνέπειες δεκαετιών περιορισμένων δημόσιων δαπανών.
«Οι διαδικασίες παραμένουν υπερβολικά αργές και απουσιάζουν τα κίνητρα ώστε οι δημόσιοι λειτουργοί να πουν “να το έργο, ας το υλοποιήσουμε”», ανέφερε στη WSJ ο οικονομολόγος του German Economic Institute, Tobias Hentze.
Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα οδικά έργα. Λίγο μετά την ψήφιση του κρίσιμου νομοσχεδίου, η γερμανική πρωτεύουσα γέμισε με πλαστικά οδοφράγματα που απέκλεισαν βασικές αρτηρίες. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, τα εργοτάξια παραμένουν σχεδόν ανενεργά, με τα έργα να έχουν προχωρήσει ελάχιστα ή καθόλου. Αυτό συνδέεται με τους κανονισμούς που υποχρεώνουν τις δημόσιες αρχές να «σπάνε» μεγάλα projects σε μικρότερα τμήματα και να τα διαχειρίζονται ξεχωριστά, προκαλώντας τελικά μεγάλες καθυστερήσεις ακόμη και σε επείγουσες παρεμβάσεις.
Η Γερμανία έχει πάντως αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί ταχύτερα όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη μείωση των ροών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, το Βερολίνο ανέστειλε σειρά κανονισμών προκειμένου να κατασκευάσει τρεις σταθμούς LNG. Έργα που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα χρειάζονταν περίπου πέντε χρόνια ολοκληρώθηκαν τελικά μέσα σε μόλις δέκα μήνες.
Την ίδια στιγμή, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι δημόσιες επενδύσεις δεν έχουν αυξηθεί ουσιαστικά, καθώς σημαντικό μέρος των κονδυλίων φαίνεται να κατευθύνεται σε λειτουργικές δαπάνες αντί για νέα έργα. Γερμανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε και για τέτοιες ανάγκες, ωστόσο απορρίπτουν τις εκτιμήσεις οικονομικών ινστιτούτων όπως το Ifo και το German Economic Institute, τα οποία υποστηρίζουν ότι το Βερολίνο έχει αναδρομολογήσει μεταξύ 86% και 95% των διαθέσιμων κονδυλίων.
Πηγή: newmoney.gr