Offcanvas
Offcanvas
Πετρέλαιο, μεταφορές και διεθνείς αγορές αποτυπώνουν ήδη το διευρυνόμενο κόστος
Η επανέναρξη των αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν και η ιρανική απάντηση επαναφέρουν την περιοχή σε τροχιά επικίνδυνης κλιμάκωσης, με το πετρέλαιο, τις μεταφορές και τις διεθνείς αγορές να αποτυπώνουν ήδη το διευρυνόμενο κόστος. Παράλληλα, η Τεχεράνη αναζητεί πολιτική κάλυψη στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, χωρίς να είναι βέβαιο ότι η διπλωματική στήριξη θα μεταφραστεί σε ουσιαστική βοήθεια. Στο ουκρανικό μέτωπο, η αντιπαράθεση παίρνει τη μορφή ασύμμετρου πολέμου φθοράς: πλήγματα σε ενεργειακές, εμπορικές και εφοδιαστικές υποδομές δοκιμάζουν τις δύο κοινωνίες, ενώ ενισχύονται οι ανησυχίες για ρωσικές υβριδικές ενέργειες στην Ευρώπη. Η πολεμική συνεργασία Μόσχας–Πιονγκγιάνγκ συνδέει πλέον τα μέτωπα Ευρώπης και Ασίας, αμφισβητώντας την αμερικανική επιδίωξη γεωγραφικού επιμερισμού των αμυντικών βαρών.
Πώς παρουσιάζεται από τον διεθνή τύπο
Ο δυτικός Τύπος
Τη δημόσια απόδοση ευθύνης στη Ρωσία για την επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Λειψίας σχολιάζει η συντακτική ομάδα της αμερικανικής εφημερίδας Wall Street Journal, στο άρθρο «Η Γερμανία καταγγέλλει τον “υβριδικό” πόλεμο του Πούτιν», που δημοσιεύτηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Η εφημερίδα χαιρετίζει την ευθεία γερμανική τοποθέτηση ότι η χώρα αποτελεί καθημερινό στόχο υβριδικού πολέμου και εντάσσει το περιστατικό σε ένα ευρύτερο μοτίβο κυβερνοεπιθέσεων, σαμποτάζ και παραβιάσεων ευρωπαϊκών υποδομών. Κατά τη συντακτική ομάδα, η Μόσχα επιχειρεί να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ, διατηρώντας ταυτόχρονα περιθώριο άρνησης ευθύνης. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η συμμαχία δεν μπορεί να προστατεύσει κάθε ευάλωτο στόχο και χρειάζεται αξιόπιστη αποτροπή. Επικρίνει, επίσης, την πρόσκληση του Ρώσου υπουργού Οικονομικών στη σύνοδο της G20, θεωρώντας ότι προσφέρει διεθνή νομιμοποίηση στον Βλαντιμίρ Πούτιν τη στιγμή που συνεχίζονται οι ρωσικοί βομβαρδισμοί στην Ουκρανία.
Τις συνέπειες της στρατιωτικής συνεργασίας Ρωσίας–Βόρειας Κορέας για την αμερικανική στρατηγική συμμαχιών αναλύει ο Ντονγκάκ Χο στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, στο άρθρο «Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα αποδιοργανώνουν τη στρατηγική συμμαχιών του Τραμπ», που δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου. Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι οι βορειοκορεατικές δυνάμεις αποκτούν στην Ουκρανία πραγματική εμπειρία σε επιχειρήσεις με drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και πυραυλικά πλήγματα, ενώ η Μόσχα προσφέρει στην Πιονγκγιάνγκ πολιτική και ενδεχομένως τεχνολογική υποστήριξη. Η εξέλιξη περιπλέκει την επιδίωξη της Ουάσιγκτον να αναθέσει στους Ευρωπαίους το κύριο βάρος απέναντι στη Ρωσία και στη Νότια Κορέα την αποτροπή του Βορρά. Κατά τον Χο, οι απειλές δεν μπορούν να διαχωριστούν γεωγραφικά, όταν όπλα, στρατεύματα και τεχνογνωσία μετακινούνται μεταξύ θεάτρων επιχειρήσεων. Οι ΗΠΑ οφείλουν, επομένως, να λειτουργήσουν ως σταθερός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους συμμάχους τους στην Ευρώπη και την Ασία.
Το ενδεχόμενο νέας ρωσικής κλιμάκωσης εξετάζει η συντακτική ομάδα του βρετανικού περιοδικού The Economist, στο άρθρο «Στριμωγμένος, ο Βλαντιμίρ Πούτιν σχεδιάζει να κλιμακώσει τον πόλεμό του» (ημερομηνία πρόσβασης: 4 Σεπτεμβρίου). Η ανάλυση συνδέει την επιθετικότερη στάση του Κρεμλίνου με το παρατεταμένο αδιέξοδο στο μέτωπο, τις ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια και κέντρα εφοδιασμού, καθώς και τη φθορά της σιωπηρής κοινωνικής αποδοχής του πολέμου στη Ρωσία. Πηγές του περιοδικού εκτιμούν ότι ο Πούτιν θεωρεί την υποχώρηση προσωπική απειλή και αντιλαμβάνεται τις δυτικές προειδοποιήσεις ως αδυναμία. Πιθανές μορφές κλιμάκωσης είναι η εντατικοποίηση σαμποτάζ και υβριδικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη, μαζικότερα πλήγματα κατά της ουκρανικής ενεργειακής υποδομής, πρόσθετη στρατολόγηση και αυστηρότερη εσωτερική καταστολή. Το περιοδικό εκτιμά ότι αυτά τα μέτρα δεν επιλύουν τα στρατηγικά προβλήματα της Ρωσίας, αλλά αυξάνουν την ανθρώπινη οδύνη και την αστάθεια.
Την κλιμάκωση του ασύμμετρου πολέμου φθοράς αναλύουν οι Τομά ντ’ Ιστριά, Εμανουέλ Γκρίνσπαν και Μπενζαμέν Κενέλ στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, στο άρθρο «Ο ασύμμετρος πόλεμος φθοράς Ουκρανίας και Ρωσίας», που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια και αποθήκες ηλεκτρονικού εμπορίου έχουν διαταράξει την καθημερινότητα και πλήξει την εικόνα κανονικότητας που καλλιεργεί το Κρεμλίνο. Αντίστοιχα, η Ρωσία στοχεύει ουκρανικά λιμάνια, σιδηροδρόμους, επιχειρήσεις και κέντρα διανομής, επιδιώκοντας οικονομική παράλυση και κοινωνική κόπωση ενόψει χειμώνα. Η εφημερίδα τονίζει, ωστόσο, τη μεγάλη ανισορροπία: η Ουκρανία υφίσταται βαρύτερες ανθρώπινες απώλειες, στερείται βαλλιστικών πυραύλων και διαθέτει λιγότερα μέσα αναχαίτισης, ενώ η Ρωσία υπερέχει σε βιομηχανική παραγωγή και όγκο πυρών. Καμία πλευρά, σύμφωνα με τους αναλυτές που επικαλείται το ρεπορτάζ, δεν έχει ακόμη αποκτήσει την πίεση που απαιτείται για να εξαναγκάσει την άλλη σε ουσιαστικές παραχωρήσεις.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Την πίεση ως κεντρικό μηχανισμό του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν εξετάζει ο Ντέιμιαν ΜακΈλροϊ στην εφημερίδα The National των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, στο άρθρο «Η πίεση είναι ο κύριος μοχλός του πολέμου με το Ιράν – αλλά για πόσο;», που δημοσιεύτηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η αμερικανική οικονομική εκστρατεία, οι επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης και ο ναυτικός αποκλεισμός έχουν σχεδόν παραλύσει τις εξαγωγές του Κόλπου: οι διελεύσεις μειώθηκαν, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, από 88 σε 16 ημερησίως και οι πετρελαϊκές εξαγωγές από περίπου 20 σε 3,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Η πίεση πλήττει ταυτόχρονα την Ουάσιγκτον, μέσω της ακρίβειας στα καύσιμα, και την Τεχεράνη, όπου εντείνονται οι ουρές και η οικονομική ασφυξία. Κατά τον ΜακΈλροϊ, η διπλωματία παραμένει ανοιχτή, αλλά η διάρκεια της αντιπαράθεσης ωθεί τις χώρες του Κόλπου να αναζητήσουν εναλλακτικές οδούς εξαγωγών πέρα από τα Στενά του Ορμούζ.
Τη μεταφορά του κόστους του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν στην αμερικανική οικονομία προβάλλει η συντακτική ομάδα του ιρανικού δικτύου Nournews, στο άρθρο «Ο πόλεμος του Ιράν φθάνει στην καρδιά της Αμερικής – αρχίζει ο “Μαύρος Σεπτέμβρης” του Τραμπ», που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου. Το κείμενο συνδέει τα νέα αμερικανικά πλήγματα και την ιρανική απάντηση με την άνοδο του Brent πάνω από τα 95 δολάρια, την αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων και την πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών. Σύμφωνα με το Nournews, η απειλή για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ ενισχύει τον πληθωρισμό, περιορίζει τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων και επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το φιλοϊρανικό μέσο εκτιμά ότι η στρατιωτική πίεση, αντί να εξασφαλίζει γρήγορη έκβαση, μπορεί να αυξήσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Πρόκειται για σαφώς ιρανική ερμηνεία των εξελίξεων και όχι για ανεξάρτητη αποτίμηση των ισχυρισμών της Τεχεράνης.
Ο Τύπος της Ασίας
Τη ρωσική αντίδραση στις επικείμενες ασκήσεις Ιαπωνίας, ΗΠΑ και Αυστραλίας μεταδίδει το ιαπωνικό Asahi Shimbun, σε κείμενο του Reuters με τίτλο «Η Ρωσία καταγγέλλει τις ιαπωνικές ασκήσεις με ΗΠΑ και Αυστραλία και χαρακτηρίζει απειλή τους πυραύλους Typhon», που δημοσιεύτηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Η Μόσχα υπέβαλε επίσημη διαμαρτυρία στο Τόκιο για την ανάπτυξη του αμερικανικού συστήματος πυραύλων μέσου βεληνεκούς Typhon στο πλαίσιο της άσκησης Orient Shield, η οποία θα διεξαχθεί 8–24 Σεπτεμβρίου με περίπου 3.700 στρατιωτικούς. Η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα χαρακτήρισε απαράδεκτη τη στρατιωτική δραστηριότητα κοντά στα ρωσικά σύνορα και προειδοποίησε για «αντισταθμιστικά αντίμετρα». Το δημοσίευμα εντάσσει τη διαμάχη στην πρόσφατη ένταση Μόσχας–Τόκιο μετά την επίσκεψη Πούτιν σε διαφιλονικούμενο νησί υπό ρωσικό έλεγχο. Η Ιαπωνία κατήγγειλε την επίσκεψη, ενώ η Ρωσία απάντησε καλώντας τον Ιάπωνα πρεσβευτή.
Τη διπλωματική στήριξη που εξασφάλισε το Ιράν στη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης αναλύει ο Ντιούι Σιμ στην εφημερίδα South China Morning Post του Χονγκ Κονγκ, στο άρθρο «Το Ιράν κερδίζει τη στήριξη του SCO απέναντι στα αμερικανικά πλήγματα – θα είναι αρκετή;», που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου. Η Διακήρυξη του Μπισκέκ καταδίκασε τα στρατιωτικά πλήγματα στο ιρανικό έδαφος ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και επανέλαβε τη στήριξη στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Ιράν. Ο Μασούντ Πεζεσκιάν συναντήθηκε στο περιθώριο της συνόδου με τους ηγέτες της Ρωσίας, της Κίνας, της Ινδίας και του Πακιστάν, επιδιώκοντας πολιτική και οικονομική κάλυψη. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι SCO και BRICS προσφέρουν στην Τεχεράνη σημαντικό διπλωματικό βήμα και δεσμούς με τον Παγκόσμιο Νότο. Προειδοποιούν, όμως, ότι δεν αποτελούν στρατιωτικές συμμαχίες και ότι η υποστήριξη των μελών τους πιθανότατα θα παραμείνει περισσότερο συμβολική παρά υλική.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης ως ιστορική καμπή προς έναν πολυπολικό κόσμο παρουσιάζει ο Κιρίλ Στρέλνικοφ στο ρωσικό κρατικό δίκτυο RIA Novosti, στο άρθρο «Λίγο νερό: Ο Πούτιν και οι εταίροι του ανάγκασαν τη Δύση να καταπιεί τις προσβολές της», που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου. Με εμφανώς πολεμικό και σαρκαστικό ύφος, ο αρθρογράφος αντιπαραβάλλει παλαιότερες δυτικές περιγραφές του οργανισμού ως «λέσχης αυταρχικών καθεστώτων» με πρόσφατες εκτιμήσεις ότι εξελίσσεται σε αντίβαρο της αμερικανικής επιρροής. Επικαλείται το μέγεθος των χωρών-μελών, την επιδίωξη διπλασιασμού του ενδοοργανωσιακού εμπορίου, την αποδολαριοποίηση και τα σχέδια για Αναπτυξιακή Τράπεζα του SCO. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας και στις προτάσεις για μεγαλύτερη εκπροσώπηση του Παγκόσμιου Νότου στα Ηνωμένα Έθνη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα. Το κείμενο αποτυπώνει την επίσημη ρωσική, αντιδυτική ανάγνωση της συνόδου.
Την ουκρανική αντεπίθεση βόρεια και ανατολικά του Λιμάν περιγράφει ο Στέφαν Κόρσακ στην ουκρανική εφημερίδα Kyiv Post, στο άρθρο «Ουκρανική επίθεση με αιχμή τα drones ανακαταλαμβάνει έδαφος σε κρίσιμο τομέα του ανατολικού μετώπου», που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το 3ο Σώμα Στρατού προωθήθηκε σταδιακά έως και 15 χιλιόμετρα, έκοψε ρωσικές οδούς ανεφοδιασμού και απειλεί να απομονώσει από δεκάδες έως εκατοντάδες Ρώσους στρατιώτες. Η τακτική βασίζεται σε μικρές ομάδες πεζικού που κινούνται υπό συνεχή κάλυψη μη επανδρωμένων αεροσκαφών αναγνώρισης και κρούσης. Το Kyiv Post επικαλείται ουκρανικές στρατιωτικές πηγές, οπτικό υλικό, δυτικούς αναλυτές και ακόμη φιλορωσικές αναφορές, σημειώνοντας όμως ότι δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα κάθε επιμέρους πλήγμα. Η Μόσχα αρνείται ότι σημειώθηκε επιτυχής ουκρανική αντεπίθεση. Εφόσον εδραιωθούν, τα κέρδη θα δυσκολέψουν τα ρωσικά σχέδια προέλασης προς Κραματόρσκ και Σλοβιάνσκ.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ