Offcanvas
Offcanvas
Συνεντεύξεις
Η προειδοποίηση των γιατρών για το ΓεΣΥ - «Να μη χαθεί ο ανθρωποκεντρικός πυρήνας της ιατρικής»
08-06-2026
Ο Πρόεδρος του ΠΙΣ δρ Πέτρος Αγαθαγγέλου μιλά στο Economy Today για την ποιοτική ωρίμανση του Συστήματος, τη γραφειοκρατία, τα τεχνικά προβλήματα και την ανάγκη διασφάλισης της ιατρικής ανεξαρτησίας.
Συνέντευξη στον Ξένιο Μεσαρίτη
Επτά και πλέον χρόνια μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ, η συζήτηση για το Σύστημα Υγείας μετατοπίζεται από την καθολική πρόσβαση στην ποιότητα, τη λειτουργικότητα και την καθημερινή εμπειρία τόσο των ασθενών όσο και των επαγγελματιών Υγείας. Ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, δρ Πέτρος Αγαθαγγέλου, μιλώντας στο Economy Today, σκιαγραφεί μια σύνθετη εικόνα: από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει ότι ο πολίτης απολαμβάνει σήμερα «πολύ μεγαλύτερη οικονομική προστασία» και «ευρύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας», από την άλλη όμως επισημαίνει ότι το Σύστημα «δεν έχει ακόμη περάσει από τη φάση της πρόσβασης στη φάση της πραγματικής ποιοτικής ωρίμανσης».
Όπως εξηγεί, το ΓεΣΥ εξακολουθεί να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με «διοικητικούς και λογιστικούς δείκτες», με έμφαση στον όγκο πράξεων και όχι στην έκβαση της φροντίδας, την ώρα που η καθημερινότητα του γιατρού επιβαρύνεται σημαντικά από γραφειοκρατία και τεχνικές δυσλειτουργίες. Τα στοιχεία που παραθέτει ο ΠΙΣ είναι ενδεικτικά: το 91% των γιατρών δηλώνει συχνές διακοπές ή μη διαθεσιμότητα του Συστήματος, ενώ 8 στους 10 αναγκάζονται να εργάζονται εκτός κανονικού ωραρίου για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Παράλληλα, σημαντικό μέρος του χρόνου τους αφιερώνεται σε μη κλινικές διαδικασίες, εις βάρος της ουσιαστικής επαφής με τον ασθενή.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο δρ Αγαθαγγέλου επισημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ιατρική κρίση επηρεάζεται από περιορισμούς του Συστήματος, τονίζοντας ότι «η ιατρική δεν είναι λογιστική άσκηση» και ότι ο έλεγχος οφείλει να γίνεται με επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια και όχι αποκλειστικά με αριθμούς. Παράλληλα, καλεί σε αποφυγή γενικεύσεων στη συζήτηση για καταχρήσεις, υπογραμμίζοντας ότι η μεγάλη πλειονότητα των γιατρών λειτουργεί με επιστημονική ευθύνη και επαγγελματισμό.
Αναφερόμενος στη συνολική κατεύθυνση του Συστήματος, τονίζει την ανάγκη για λιγότερη γραφειοκρατία, λειτουργικό ψηφιακό περιβάλλον και ουσιαστική επένδυση στην ποιότητα της φροντίδας, ενώ προειδοποιεί ότι το μεγαλύτερο ρίσκο για την ιατρική σήμερα είναι «να χαθεί σταδιακά η επιστημονική ανεξαρτησία και ο ανθρωποκεντρικός πυρήνας της ιατρικής». Όπως σημειώνει, ζητήματα όπως η επαγγελματική εξουθένωση, η διοικητική επιβάρυνση και η αμυντική ιατρική δεν αποτελούν μεμονωμένες προκλήσεις, αλλά συστημικούς κινδύνους που επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα και την ασφάλεια της φροντίδας.
Επτά χρόνια μετά
Επτά και πλέον χρόνια μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ, έχει βελτιωθεί ουσιαστικά η ποιότητα των υπηρεσιών Υγείας ή επιβεβαιώθηκαν οι αρχικοί σας προβληματισμοί;
Επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ, ο απολογισμός είναι σύνθετος. Από τη μία πλευρά, ο πολίτης έχει σήμερα πολύ μεγαλύτερη οικονομική προστασία, ευρύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας και σαφώς λιγότερα εμπόδια στη φροντίδα.
Αυτή είναι μια σημαντική κοινωνική κατάκτηση, την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.
Από την άλλη, όμως, το Σύστημα δεν έχει ακόμη περάσει από τη φάση της πρόσβασης στη φάση της πραγματικής ποιοτικής ωρίμανσης.
Κάτι που ουσιαστικά αγγίζει την κουλτούρα.
Την κουλτούρα της διοίκησης, την κουλτούρα των επαγγελματιών Υγείας και εξίσου την κουλτούρα των ίδιων των δικαιούχων. Για ένα Σύστημα που ακολουθεί τον ασθενή και τις ανάγκες του, για ένα Σύστημα που σέβεται και καλλιεργεί τον σεβασμό προς τους επαγγελματίες Υγείας.
Το ΓεΣΥ εξακολουθεί να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με διοικητικούς και λογιστικούς δείκτες: πόσες επισκέψεις έγιναν, πόσες πράξεις εκτελέστηκαν, πόσες παραπομπές εγκρίθηκαν. Πολύ λιγότερο, όμως, αξιολογείται το εάν ο ασθενής βελτιώθηκε, αν αποφεύχθηκαν επιπλοκές, αν υπήρχε επαρκής χρόνος για σωστή κλινική εκτίμηση και αν προστατεύθηκε η ουσιαστική σχέση γιατρού–ασθενούς.
Ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα παραμένει το Σύστημα Πληροφορικής του ΓεΣΥ. Ο ΠΙΣ, ακριβώς επειδή δεν θέλει να μιλά με γενικότητες, προχώρησε σε παγκύπρια έρευνα με 728 ιατρούς όλων των ειδικοτήτων. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά: το 91% των γιατρών δήλωσε ότι βιώνει συχνές διακοπές ή πλήρη μη διαθεσιμότητα του Συστήματος, το 82% τεχνικά προβλήματα, αποσυνδέσεις και «διακοπές», ενώ 8 στους 10 αναγκάζονται να εργάζονται εκτός κανονικού ωραρίου για να ολοκληρώσουν καταχωρίσεις και εκκρεμότητες.
Όταν ένας γιατρός δεν μπορεί να ανοίξει τον φάκελο, να εκδώσει παραπεμπτικό, να συνταγογραφήσει ή να δει το ιστορικό του ασθενούς, χάνεται πολύτιμος χρόνος, συσσωρεύονται ασθενείς, αυξάνεται η πίεση, και τελικά, επηρεάζεται η ασφάλεια και η ποιότητα της φροντίδας.
Η επόμενη φάση του ΓεΣΥ πρέπει, επομένως, να είναι ξεκάθαρη: λιγότερη γραφειοκρατία, ουσιαστική επένδυση στην ποιότητα, λειτουργικό ψηφιακό περιβάλλον, πραγματική κλινική τεκμηρίωση και περισσότερος χρόνος στον γιατρό να ασκήσει το κλινικό του έργο.

Ιατρική κρίση Vs λογιστικών κριτηρίων
Έχετε επανειλημμένα αναφερθεί σε αποφάσεις που λαμβάνονται με «λογιστικά» κριτήρια.
Σήμερα, επηρεάζεται στην πράξη η ιατρική κρίση από τους περιορισμούς του συστήματος; Και αν ναι, σε ποιες περιπτώσεις;
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ναι, η ιατρική κρίση επηρεάζεται από τους περιορισμούς του Συστήματος. Όχι επειδή οι γιατροί παύουν να λειτουργούν με επιστημονικά κριτήρια, αλλά επειδή καλούνται να ασκήσουν την ευθύνη τους μέσα σε ένα πλαίσιο που συχνά θέτει πρώτο το διοικητικό κριτήριο.
Αυτό το βλέπουμε σε περιορισμούς παραπεμπτικών, σε προεγκρίσεις, σε δυσκολίες πρόσβασης σε εξετάσεις ή θεραπείες, ακόμη και σε ελέγχους που βασίζονται αποκλειστικά σε αριθμούς και όχι στο κλινικό πλαίσιο. Η λογική πολλές φορές είναι: «πόσες εξετάσεις ζήτησε ο γιατρός;», αντί «ήταν κλινικά απαραίτητες;».
Η ιατρική, όμως, δεν είναι λογιστική άσκηση. Ο κάθε ασθενής είναι διαφορετικός. Ένας ηλικιωμένος με πολλαπλά νοσήματα, ένας χρόνιος ασθενής, ένα παιδί ή ένας ογκολογικός ασθενής δεν μπορούν πάντα να αντιμετωπιστούν μέσα από τυποποιημένα «κουτάκια».
Ο γιατρός οφείλει να λειτουργεί με βάση την επιστήμη, την εμπειρία και τις ιδιαιτερότητες τού συγκεκριμένου ανθρώπου που έχει απέναντί του. Όταν το Σύστημα δεν αφήνει επαρκή χώρο στην κλινική κρίση, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε αμυντική ιατρική.
Ο έλεγχος είναι απαραίτητος. Κανείς δεν υποστηρίζει την απουσία ελέγχου. Ο έλεγχος, όμως, πρέπει να γίνεται με σαφείς κανόνες, με συμμετοχή των ειδικών και με βάση τεκμηριωμένα κριτήρια ανά ιατρική ειδικότητα. Στόχος πρέπει να είναι η βελτίωση της ποιότητας και όχι η καλλιέργεια καχυποψίας ή η δημόσια διαπόμπευση των επαγγελματιών Υγείας.
Ποιότητα Vs όγκου
Το ΓεΣΥ όπως λειτουργεί σήμερα, επιβραβεύει την ποιότητα της ιατρικής πράξης ή την ποσότητα υπηρεσιών;
Δεν θεωρώ ότι το πραγματικό δίλημμα είναι «ποιότητα ή όγκος». Οι γιατροί της Κύπρου διαχειρίζονται καθημερινά πολύ μεγάλο αριθμό περιστατικών και παρά τις δυσκολίες, συνεχίζουν να προσφέρουν υψηλού επιπέδου επιστημονική φροντίδα.
Το πρόβλημα δεν είναι ο όγκος του κλινικού έργου. Το πρόβλημα είναι ότι πάνω σε αυτόν τον όγκο έχουν προστεθεί ένα σωρό υποχρεώσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το κλινικό έργο: γραφειοκρατία, καταχωρίσεις, διοικητικές διαδικασίες, επαναλαμβανόμενες τεκμηριώσεις, αναφορές, τεχνικά προβλήματα και πολλές φορές, ακόμη και καθήκοντα γραμματειακής φύσης.
Ο γιατρός καλείται συχνά να λειτουργεί ταυτόχρονα ως γιατρός, διοικητικός υπάλληλος, γραμματέας και τεχνικός υποστήριξης. Αυτό αφαιρεί χρόνο από εκεί που πραγματικά χρειάζεται: από τον ασθενή.
Η ποιότητα δεν υπονομεύεται επειδή ο γιατρός βλέπει πολλούς ασθενείς. Υπονομεύεται όταν ο χρόνος του καταναλώνεται σε μη επιστημονικές διαδικασίες και όταν δεν του επιτρέπεται να αφιερώσει χρόνο για να ακούσει, να εξηγήσει, να αξιολογήσει και να λάβει από κοινού με τον ασθενή τη σωστή απόφαση.
Γι’ αυτό το ζητούμενο είναι να ελαφρυνθεί ο γιατρός από όλα όσα δεν αποτελούν ιατρική πράξη. Ένα ώριμο σύστημα πρέπει να επιβραβεύει τον χρόνο με τον ασθενή, την πρόληψη, τη σωστή παρακολούθηση, τη συνέχεια της φροντίδας και την τεκμηριωμένη ιατρική – όχι μόνο την τήρηση διοικητικών δεικτών.

Καταχρήσεις: πραγματικότητα ή αφήγημα;
Η συζήτηση για καταχρήσεις είναι έντονη. Πρόκειται για πραγματικό, εκτεταμένο φαινόμενο ή για μεμονωμένες περιπτώσεις που γενικεύονται;
Όπως σε κάθε μεγάλο σύστημα, υπάρχουν περιπτώσεις που λειτουργούν έξω από το πνεύμα του, είτε από επαγγελματίες Υγείας είτε και από δικαιούχους.
Δεν πρέπει, όμως, να πέσουμε στο άλλο άκρο και να θεωρήσουμε ότι οι καταχρήσεις είναι ο κανόνας. Η μεγάλη πλειονότητα των γιατρών εργάζεται με επιστημονική ευθύνη, επαγγελματισμό και υψηλό αίσθημα καθήκοντος. Το ίδιο και οι πλείστοι ασθενείς-δικαιούχοι του Συστήματος.
Γι’ αυτό η συζήτηση για τις καταχρήσεις δεν πρέπει να οδηγεί σε γενικεύσεις, καχυποψία ή στοχοποίηση ολόκληρου του ιατρικού κόσμου ή όλων των δικαιούχων. Χρειάζονται στοχευμένοι, δίκαιοι και επιστημονικά τεκμηριωμένοι έλεγχοι, με συμμετοχή των αντίστοιχων ειδικοτήτων και με σαφή διάκριση ανάμεσα στην πραγματική κατάχρηση και στην κλινική αναγκαιότητα.
Παράλληλα, χρειάζεται να καλλιεργηθεί μια ευρύτερη κουλτούρα υπευθυνότητας μέσα στο Σύστημα. Και εδώ έχουν ρόλο όλοι: η Πολιτεία, ο ΟΑΥ, οι επαγγελματίες Υγείας, αλλά και οι οργανωμένοι ασθενείς.
Πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο στην καλλιέργεια κουλτούρας του ασθενούς: στη σωστή χρήση του Συστήματος, στον αμοιβαίο σεβασμό και στην κατανόηση ότι η σχέση γιατρού–ασθενούς είναι σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας, όχι αντιπαράθεσης. Και ότι και ο γιατρός είναι άνθρωπος.
Καθημερινότητα γιατρού
Η καθημερινότητα του γιατρού στο ΓεΣΥ έχει γίνει πιο αποτελεσματική ή πιο γραφειοκρατική; Πόσος χρόνος διατίθεται πλέον σε μη κλινικές διαδικασίες;
Η καθημερινότητα του γιατρού έχει γίνει σαφώς πιο γραφειοκρατική. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου διατίθεται πλέον σε καταχωρίσεις, διοικητικές διαδικασίες, προεγκρίσεις, διορθώσεις, τεχνικά προβλήματα και διαχείριση του Πληροφοριακού Συστήματος.
Για πολλούς συναδέλφους, ο χρόνος αυτός φτάνει ακόμη και το ένα τρίτο της εργάσιμης ημέρας ίσως και περισσότερο. Είναι χρόνος που αφαιρείται από την κλινική εξέταση, από τη συζήτηση με τον ασθενή, από την εξατομικευμένη φροντίδα και από την ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης. Με παράλληλες επιπτώσεις σε burnout του γιατρού.
Ο ασθενής συχνά αισθάνεται ότι ο γιατρός του κοιτά περισσότερο την οθόνη παρά τον ίδιο. Και ο γιατρός αισθάνεται ότι αντί να ασκεί ιατρική, αναγκάζεται να διεκπεραιώνει διαδικασίες. Αυτό κάποιες φορές προκαλεί ένταση και απειλεί την υγιή σχέση μεταξύ ασθενούς και γιατρού.
Γι’ αυτό ο ΠΙΣ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο «care for the carer». Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωποκεντρικό σύστημα Υγείας, όταν οι άνθρωποι που το υπηρετούν εργάζονται υπό συνεχή πίεση, εξουθένωση, έλλειψη χρόνου και διοικητική επιβάρυνση. Ένας εξουθενωμένος γιατρός δεν μπορεί να προσφέρει το ίδιο επίπεδο φροντίδας με έναν γιατρό που εργάζεται σε ανθρώπινες συνθήκες.
Γι’ αυτό ο ΠΙΣ στήριξε, προώθησε και προωθεί πρωτοβουλίες για ψυχική ανθεκτικότητα, υγιείς συνθήκες εργασίας, προστασία από τη βία, πρόληψη της επαγγελματικής εξουθένωσης και διασφάλιση της αξιοπρέπειας του ιατρικού λειτουργήματος.
Τεχνικά προβλήματα και επιπτώσεις
Τα προβλήματα στο Πληροφοριακό Σύστημα έχουν αναφερθεί επανειλημμένα. Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν την κλινική πράξη και την ασφάλεια των ασθενών;
Τα προβλήματα του Λογισμικού Συστήματος επηρεάζουν πλέον άμεσα την κλινική πράξη.
Καθυστερήσεις, διακοπές λειτουργίας και δυσκολία πρόσβασης στα δεδομένα σημαίνουν καθυστέρηση στη συνταγογράφηση, στα παραπεμπτικά, στην πρόσβαση στο ιστορικό του ασθενούς και τελικά, στη λήψη αποφάσεων.
Σε ένα σύγχρονο Σύστημα Υγείας, ο γιατρός πρέπει να μπορεί μέσα σε δευτερόλεπτα να έχει πρόσβαση στο ιστορικό, στις προηγούμενες εξετάσεις και στη φαρμακευτική αγωγή. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, αυξάνεται ο κίνδυνος λαθών, διπλών εξετάσεων, καθυστερήσεων και περιττής ταλαιπωρίας. Και του ασθενή και του γιατρού.
Ο ΠΙΣ έχει ήδη τεκμηριώσει τα προβλήματα και έχει καταθέσει συγκεκριμένες εισηγήσεις.
Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον γιατρό και τον ασθενή – όχι να γίνεται εμπόδιο ανάμεσά τους.
Δημόσιο Vs ιδιωτικού
Έχετε μιλήσει για «άτακτο μεικτό σύστημα». Σήμερα, υπάρχει ισορροπία μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα ή δημιουργούνται στρεβλώσεις που επηρεάζουν την ποιότητα της φροντίδας;
Κάτω από την ομπρέλα του ΓεΣΥ, λειτουργεί και ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός τομέας. Ταυτόχρονα ένα μικρό ποσοστό εξακολουθεί να δραστηριοποιείται ιδιωτικά εκτός ΓεΣΥ.
Όλα είναι απαραίτητα.
Φυσικά σήμερα υπάρχουν δημόσιες δομές που σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, ιδιαίτερα στα επείγοντα, στα βαριά περιστατικά και στις εξειδικευμένες υπηρεσίες, ενώ την ίδια στιγμή παραμένουν ανισότητες σε υποδομές, στελέχωση, αμοιβές και κίνητρα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μεικτό σύστημα χωρίς πάντα ξεκάθαρους ρόλους και ισορροπίες.
Η χώρα χρειάζεται και έναν ισχυρό Δημόσιο και έναν ισχυρό Ιδιωτικό τομέα. Δεν χρειάζεται αντιπαράθεση μεταξύ τους. Χρειάζεται σαφής κατανομή ρόλων, συνεργασία και κοινός στόχος: η ποιότητα της φροντίδας και η προάσπιση του επιπέδου της ιατρικής στην Κύπρο.

Το μεγαλύτερο ρίσκο για την ιατρική
Αν κοιτάξετε το Σύστημα από καθαρά ιατρική σκοπιά, ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο σήμερα. H ποιότητα των υπηρεσιών, η πίεση στους επαγγελματίες Υγείας ή η δομή του ίδιου του ΓεΣΥ;
Το μεγαλύτερο ρίσκο σήμερα για την ιατρική στην Κύπρο – είτε στο ΓεΣΥ, είτε στα Δημόσια Νοσηλευτήρια, είτε στον Ιδιωτικό τομέα εντός ή εκτός Συστήματος – είναι να χαθεί σταδιακά η επιστημονική ανεξαρτησία και ο ανθρωποκεντρικός πυρήνας της ιατρικής.
Η ιατρική κινδυνεύει όταν ο γιατρός παύει να λειτουργεί ως ανεξάρτητος επιστήμονας και μετατρέπεται σε εκτελεστή οδηγιών, διοικητικών πρωτοκόλλων, οικονομικών περιορισμών ή αλγοριθμικών υποδείξεων. Η κλινική κρίση, η δεοντολογία, η επαγγελματική ιατρονομική ευθύνη και η σχέση εμπιστοσύνης με τον ασθενή δεν μπορούν να υποκατασταθούν.
Η διεθνής βιβλιογραφία και οι επίσημοι Διεθνείς Οργανισμοί συγκλίνουν σε ορισμένα βασικά ρίσκα για τη σύγχρονη ιατρική: επαγγελματική εξουθένωση, υπέρμετρη διοικητική επιβάρυνση, αμυντική ιατρική, άκριτη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, αποδυνάμωση της επαγγελματικής αυτορρύθμισης.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναγνωρίσει το burnout ως επαγγελματικό φαινόμενο και έχει τονίσει ότι η ασφάλεια των επαγγελματιών Υγείας είναι προϋπόθεση για την ασφάλεια των ασθενών.
Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το clinician burnout ως απειλή όχι μόνο για τον γιατρό αλλά και για την ποιότητα της φροντίδας και τη λειτουργικότητα των Συστημάτων Υγείας.
Το burnout δεν είναι προσωπική αδυναμία. Είναι συστημικός κίνδυνος. Όταν ο γιατρός εργάζεται υπό συνεχή πίεση, με διοικητικό βάρος, ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, επαγγελματική αβεβαιότητα και ανεπαρκή στήριξη, όταν γίνεται δέκτης άσχημων συμπεριφορών και κάποιες φορές βίας, μειώνεται η δυνατότητά του να αφουγκραστεί, να αναλύσει, να σταθμίσει και να αποφασίσει όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτό το «care for the carer» δεν είναι δευτερεύον θέμα· είναι βασική προϋπόθεση ασφαλούς και ποιοτικής φροντίδας.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η διάσταση αυτή για τους ειδικευόμενους ιατρούς. Οι ειδικευόμενοι βρίσκονται στο πιο απαιτητικό και ευάλωτο στάδιο της επαγγελματικής τους διαμόρφωσης: με μεγάλη κλινική έκθεση, υψηλό φόρτο, αυξημένες μαθησιακές απαιτήσεις και συχνά περιορισμένο βαθμό ελέγχου πάνω στο εργασιακό τους περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνώς έχουν αναγνωριστεί ως ομάδα υψηλού κινδύνου για burnout. Γι’ αυτό και Διεθνείς Φορείς έχουν ενσωματώσει την ευημερία των ειδικευομένων στις βασικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης, συνδέοντάς την άμεσα με την ποιότητα της εκπαίδευσης και την ασφάλεια των ασθενών. Η Κύπρος οφείλει να επενδύσει ιδιαίτερα στη στήριξη των νέων γιατρών, γιατί εκεί διαμορφώνεται το μέλλον της ιατρικής.
Ένα δεύτερο σοβαρό ρίσκο είναι η αμυντική ιατρική. Όταν ο γιατρός αισθάνεται ότι λειτουργεί σε περιβάλλον συνεχούς καχυποψίας, διοικητικής πίεσης, βίας, άσχημης συμπεριφοράς ή υπέρμετρης ιατρονομικής έκθεσης, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να παίρνει αποφάσεις όχι με βάση το τι είναι καλύτερο για τον ασθενή, αλλά με βάση το τι τον προστατεύει. Η εμπειρία πολλών χωρών, όπως καταγράφεται και σε σχετικές αναλύσεις, δείχνει ότι η αμυντική ιατρική αυξάνει το κόστος, οδηγεί σε χαμηλής αξίας φροντίδα και απομακρύνει την κλινική πράξη από την τεκμηριωμένη ιατρική.
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη της Ψηφιακής Υγείας και της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί μεγάλες δυνατότητες, αλλά και σημαντικούς κινδύνους. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τη διάγνωση, την ανάλυση δεδομένων, την ακρίβεια σε επιλεγμένους τομείς και ενδεχομένως να ελαφρύνει μέρος της γραφειοκρατίας. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει υποστηρικτικά στην πρόληψη, στην παρακολούθηση χρόνιων νοσημάτων και στην καλύτερη οργάνωση υπηρεσιών.
Όμως η τεχνολογία πρέπει να παραμείνει εργαλείο και όχι να μετατραπεί σε υποκατάστατο της κλινικής κρίσης. Γι’ αυτό και υπάρχει η ανάγκη διαφάνειας, ανθρώπινης εποπτείας, ηθικής διακυβέρνησης και σαφούς λογοδοσίας στη χρήση της ΤΝ στην υγεία. Η κλινική κρίση του ιατρού παραμένει αναντικατάστατη και στην πράξη, η ιατρονομική και δεοντολογική ευθύνη απέναντι στον ασθενή δεν παύει να βαραίνει τον ιατρό επειδή χρησιμοποιήθηκε ένα ψηφιακό ή αλγοριθμικό εργαλείο. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΤΝ πρέπει να λειτουργεί ως υποστηρικτικό μέσο.
Εξίσου σημαντική είναι και η διάσταση της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. Σε μια εποχή πολλαπλών πιέσεων – οικονομικών, διοικητικών, τεχνολογικών και επικοινωνιακών – υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθούν θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής: η ανεξαρτησία της κρίσης, η εμπιστευτικότητα, η συναίνεση, η ενημέρωση, η αρχή του ωφελείν και του μη βλάπτειν.
Η ιατρική είναι λειτούργημα με ηθικές δεσμεύσεις. Γι’ αυτό η αυτορρύθμιση του επαγγέλματος, η δεοντολογική λογοδοσία, η πειθαρχική επάρκεια και ο θεσμικός ρόλος των επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων έχουν κρίσιμη σημασία. Ένα ισχυρό Ιατρικό Σώμα, ένας ισχυρός Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος με υψηλά πρότυπα δεοντολογίας, ποιότητας και αυτοελέγχου, προστατεύει και το κύρος του επαγγέλματος και τον ίδιο τον ασθενή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο εκσυγχρονισμός των πειθαρχικών μας διαδικασιών που σχεδιάσαμε, διεκδικήσαμε και έχουμε πετύχει.
Ταυτόχρονα κρίσιμο ρόλο στη μείωση των ρίσκων στην ιατρική, διαδραματίζει η συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση και η συνεχιζόμενη επαγγελματική ανάπτυξη. Ως ΠΙΣ πετύχαμε πρόσφατα τη θεσμοθέτηση της Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης και την διασύνδεσή της με την ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς πρόληψης – τόσο στην Υγεία όσο και στην ίδια την ιατρική.
Η πρόληψη στην ιατρική δεν αφορά μόνο την έγκαιρη διάγνωση των ασθενειών. Αφορά και την πρόληψη της επιστημονικής στασιμότητας, της αποδυνάμωσης των κλινικών δεξιοτήτων, της εξάρτησης από ξεπερασμένες πρακτικές ή από ανεξέλεγκτες τεχνολογίες.
Σε μια εποχή όπου η ιατρική γνώση, οι κατευθυντήριες οδηγίες, τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και τα τεχνολογικά εργαλεία εξελίσσονται ραγδαία, η διαρκής εκπαίδευση είναι όρος επιστημονικής ανεξαρτησίας και ασφαλούς φροντίδας.
Η Συνεχιζόμενη Ιατρική Εκπαίδευση, όπως θεσμοθετήθηκε στην Κύπρο με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα UEMS–EACCME, αποτελεί ουσιαστική επένδυση στην ποιότητα, στην ασφάλεια, στην πρόληψη και στην αξιοπιστία του ίδιου του Συστήματος Υγείας.
Ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος θα συνεχίσει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή διαχείρισης και αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων. Ως ο θεσμικός εκφραστής του Ιατρικού Σώματος και ο κατεξοχήν επιστημονικός σύμβουλος της Πολιτείας για τις πολιτικές Υγείας, ο ΠΙΣ έχει καθήκον αλλά και ευθύνη να παρεμβαίνει, να τεκμηριώνει, να προειδοποιεί, να προτείνει λύσεις και να υπερασπίζεται όσα είναι ουσιώδη για την ιατρική και για την κοινωνία.
Οι γιατροί της Κύπρου πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν έναν ισχυρό θεσμό πάνω στον οποίο μπορούν να στηριχθούν. Έναν θεσμό που υπερασπίζεται την επιστημονική τους ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια, τις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος και το κύρος της ιατρικής επιστήμης.
Γιατί η προάσπιση του επιστημονικού κύρους του γιατρού αποτελεί ταυτόχρονα προϋπόθεση για να προστατεύεται ο ίδιος ο ασθενής και να διασφαλίζεται η ποιότητα της φροντίδας Υγείας.