Offcanvas
Offcanvas
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το πετρέλαιο και το νέο δύσκολο στοίχημα της Ευρώπης
Στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ αντιμετωπίζονται πλέον όχι ως ένα μακρινό γεωπολιτικό επεισόδιο αλλά ως ο βασικός παράγοντας που μπορεί να καθορίσει την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας μέχρι το τέλος του χρόνου.
Μέση Ανατολή και επιτόκια
Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται εξαιρετικά κρίσιμες και η συνεδρίαση του Ιουνίου έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά καμπής για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης, καθώς σχεδόν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ συγκλίνουν πλέον στην ανάγκη μιας πρώτης αύξησης επιτοκίων.
Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι η ΕΚΤ βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής
Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι όμως η πρώτη κίνηση, αλλά τι θα συμβεί μετά, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ενεργειακή αβεβαιότητα, χαμηλή ανάπτυξη και εύθραυστη δημοσιονομική ισορροπία.
Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι η ΕΚΤ βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής. Οι μνήμες της ενεργειακής κρίσης του 2022 παραμένουν έντονες και στη Φρανκφούρτη δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να κατηγορηθούν ξανά ότι αντέδρασαν καθυστερημένα απέναντι στον πληθωρισμό.
Η πρώτη αύξηση επιτοκίων θεωρείται πλέον αναπόφευκτη, κυρίως για λόγους αξιοπιστίας
Αυτό εξηγεί γιατί τις τελευταίες ημέρες «γεράκια» και «περιστέρια» εμφανίζονται ασυνήθιστα ευθυγραμμισμένα. Από την Ιζαμπέλ Σνάμπελ μέχρι τον Γιάννη Στουρνάρα και από τον Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό μέχρι τον Αλεξάντερ Ντεμάρκο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σχεδόν κοινό. Η πρώτη αύξηση επιτοκίων θεωρείται πλέον αναπόφευκτη, κυρίως για λόγους αξιοπιστίας. Στο παρασκήνιο, ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Φρανκφούρτη φοβάται ένα νέο ενεργειακό σοκ
Στελέχη της ΕΚΤ παραδέχονται ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι ο πληθωρισμός αλλά η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία των τιμών ενέργειας τους επόμενους μήνες. Τα Στενά του Ορμούζ λειτουργούν πλέον ως ένας καθημερινός δείκτης νομισματικής πολιτικής.
Στην Φρανκφούρτη υπάρχει πλέον η αίσθηση ότι η Ευρωζώνη έχει εισέλθει σε μια περίοδο «γεωπολιτικού πληθωρισμού»
Κάθε νέο επεισόδιο έντασης, κάθε απειλή για περιορισμό της ναυσιπλοΐας και κάθε καθυστέρηση στις διπλωματικές πρωτοβουλίες μεταφράζονται αυτόματα σε πιέσεις στις τιμές ενέργειας και σε νέες ανησυχίες για τον πληθωρισμό στην Ευρώπη.
Η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Φίλιπ Λέιν έχουν ήδη προϊδεάσει για αναθεώρηση των προβλέψεων πληθωρισμού και ανάπτυξης
Στην Φρανκφούρτη υπάρχει πλέον η αίσθηση ότι η Ευρωζώνη έχει εισέλθει σε μια περίοδο «γεωπολιτικού πληθωρισμού», όπου οι παραδοσιακές οικονομικές προβλέψεις δυσκολεύονται να λειτουργήσουν με ακρίβεια. Αυτός είναι και ο λόγος που η ΕΚΤ αποφεύγει να δώσει σαφείς ενδείξεις για το πώς θα κινηθεί μετά τον Ιούνιο.
Η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Φίλιπ Λέιν έχουν ήδη προϊδεάσει για αναθεώρηση των προβλέψεων πληθωρισμού και ανάπτυξης. Οι τεχνικές ομάδες της ΕΚΤ επεξεργάζονται καθημερινά διαφορετικά σενάρια, επιχειρώντας να υπολογίσουν πόσο θα διαρκέσει το ενεργειακό σοκ και κυρίως πόσο βαθιά θα περάσει στην πραγματική οικονομία.
Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη νευρικότητα στην ΕΚΤ είναι το ενδεχόμενο οι υψηλές τιμές ενέργειας να αρχίσουν να περνούν μόνιμα σε μισθούς, υπηρεσίες και στο κόστος παραγωγής. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ ήταν από τις πρώτες που περιέγραψαν ανοιχτά αυτόν τον φόβο.
Στη Φρανκφούρτη υπάρχει πλέον η εκτίμηση ότι το σοκ στη Μέση Ανατολή έχει διαρκέσει περισσότερο από όσο υπολόγιζαν αρχικά τα μοντέλα της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός κινδυνεύει να αποκτήσει πιο επίμονα χαρακτηριστικά, ακόμη και αν οι τιμές πετρελαίου σταθεροποιηθούν αργότερα μέσα στη χρονιά.
Οι συζητήσεις στο εσωτερικό της κεντρικής τράπεζας περιστρέφονται όλο και περισσότερο γύρω από τις λεγόμενες «δευτερογενείς επιπτώσεις». Δηλαδή το σημείο όπου το ενεργειακό σοκ παύει να είναι ένα προσωρινό εξωτερικό γεγονός και μετατρέπεται σε μόνιμη πληθωριστική δυναμική μέσα στην οικονομία. Αυτό ακριβώς θέλει να αποτρέψει η ΕΚΤ με την πρώτη αύξηση επιτοκίων. Το μήνυμα που επιδιώκει να στείλει είναι ότι παραμένει αποφασισμένη να επαναφέρει τον πληθωρισμό κοντά στο 2%, ακόμη και αν η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Η αδύναμη οικονομία
Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη του 2026 δεν θυμίζει την περίοδο πριν από την πανδημία. Η ανάπτυξη είναι ασθενής, η γερμανική βιομηχανία παραμένει πιεσμένη και η κατανάλωση σε πολλές χώρες εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Οι τελευταίες εκτιμήσεις της Κομισιόν, που περιορίζουν την ανάπτυξη της Ευρωζώνης κοντά στο 0,9%, έχουν ήδη ενσωματώσει μια πρώτη αύξηση επιτοκίων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η οικονομία μπορεί να αντέξει έναν επιθετικό κύκλο αυστηροποίησης.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπάρχει ήδη ανησυχία ότι η ΕΚΤ κινδυνεύει να βρεθεί παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αρνητικά σενάρια. Από τη μία πλευρά, αν κινηθεί πολύ επιθετικά, μπορεί να οδηγήσει την Ευρωζώνη σε στασιμότητα ή ύφεση.
Από την άλλη, αν κινηθεί πολύ αργά, κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο των πληθωριστικών προσδοκιών. Οι ανησυχίες αυτές είναι ιδιαίτερα έντονες στις χώρες του Νότου, όπου η οικονομική ανάκαμψη παραμένει πιο εύθραυστη και τα δημόσια χρέη εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα.
Τα στρατόπεδα μέσα στην ΕΚΤ
Παρά τη δημόσια εικόνα συνεννόησης, στο εσωτερικό της ΕΚΤ παραμένουν διαφορετικές σχολές σκέψης. Τα «γεράκια», κυρίως από τη Γερμανία και τη βόρεια Ευρώπη, θεωρούν ότι η τράπεζα πρέπει να κινηθεί προληπτικά ώστε να μη χαθεί η αξιοπιστία της απέναντι στις αγορές.
Υποστηρίζουν ότι ακόμη και ένα γεωπολιτικό σοκ μπορεί να αφήσει μόνιμο αποτύπωμα αν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αρχίσουν να πιστεύουν ότι ο υψηλός πληθωρισμός θα διατηρηθεί.
Στον αντίποδα, πιο προσεκτικές φωνές επιμένουν ότι η Ευρωζώνη δεν βρίσκεται μπροστά σε μια κλασική υπερθέρμανση οικονομίας αλλά σε ένα εξωτερικό ενεργειακό σοκ που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με υψηλότερα επιτόκια.
Στην πραγματικότητα, όμως, ακόμη και τα πιο ήπια στελέχη της ΕΚΤ εμφανίζονται πλέον διατεθειμένα να στηρίξουν μια πρώτη αύξηση. Αυτό που παραμένει ανοιχτό είναι η συνέχεια.
Τα τρία σενάρια μέχρι το τέλος του χρόνου
Στην ΕΚΤ επεξεργάζονται ουσιαστικά τρία βασικά σενάρια για το δεύτερο εξάμηνο.
Το πρώτο προβλέπει αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και σταδιακή σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας. Σε αυτό το σενάριο, η ΕΚΤ θα περιοριζόταν πιθανότατα σε μία ή δύο μικρές αυξήσεις επιτοκίων και στη συνέχεια θα περνούσε σε στάση αναμονής.
Το δεύτερο, που θεωρείται και το πιθανότερο, αφορά μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας χωρίς πλήρη διακοπή ροών από το Ορμούζ αλλά με συνεχή πίεση στις αγορές ενέργειας. Σε αυτή την περίπτωση, η ΕΚΤ θα αναγκαζόταν να κρατήσει τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο διάστημα.
Το τρίτο και πιο δύσκολο σενάριο αφορά σοβαρή αποσταθεροποίηση στην περιοχή και νέα ενεργειακή έκρηξη. Τότε η ΕΚΤ θα βρεθεί μπροστά στο πιο δύσκολο δίλημμα της τελευταίας δεκαετίας. Αν αυστηροποιήσει επιθετικά τη νομισματική πολιτική, κινδυνεύει να βυθίσει την οικονομία. Αν δεν αντιδράσει, κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο του πληθωρισμού.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που δεν γεννιέται από υπερβολική ανάπτυξη ή υπερκατανάλωση αλλά εξαιτίας της γεωπολιτικής έντασης, της ενεργειακής ασφάλειας και ενός πολέμου που εξακολουθεί να επηρεάζει την οικονομία.
Και όσο οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή παραμένουν αβέβαιες, τόσο οι αποφάσεις για τα επιτόκια της Ευρωζώνης θα συνεχίσουν να χαράσσονται όχι μόνο στις συνεδριάσεις της ΕΚΤ αλλά και στα νερά των Στενών του Ορμούζ.
Πηγή: ot.gr
Διαβάστε επίσης: Αγορές: Η σύμπτωση των 20 στρατιωτών που «φωνάζει» 2000