Offcanvas
Offcanvas
Κόσμος
CNBC: Μυρίζει νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη – Οι ομοιότητες της Γαλλίας με την Ελλάδα του 2009
25-10-2026
Η εκτίναξη των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων και η διόγκωση του χρέους αναζωπυρώνουν τους φόβους για ευρωπαϊκή κρίση - Οι αναλυτές εξηγούν γιατί το 2026 διαφέρει από το 2010
Η Γαλλία εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα προειδοποιητικά σήματα για μια νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, καθώς τα δημοσιονομικά προβλήματα, η πολιτική αστάθεια και η επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών της χώρας εντείνουν την ανησυχία των επενδυτών. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον στις αγορές είναι κατά πόσο η κρίση στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης θα παραμείνει εντός των γαλλικών συνόρων ή θα μπορούσε να εξαπλωθεί και στις υπόλοιπες χώρες του κοινού νομίσματος.
Όπως αναφέρει το CNBC, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη αρχίσει να χτυπούν καμπανάκι κινδύνου. Το ευρώ παραμένει υπό πίεση, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 5% έναντι του δολαρίου από τις αρχές του έτους, ενώ το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει εκτιναχθεί.
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε αυτή την εβδομάδα το 5% για πρώτη φορά από το 2002, συνεχίζοντας στη συνέχεια την έντονα ανοδική πορεία της. Την ίδια στιγμή, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των δεκαετών ομολόγων Γαλλίας και Γερμανίας, ένας από τους σημαντικότερους δείκτες χρηματοπιστωτικής πίεσης στην Ευρωζώνη, ξεπέρασε την Πέμπτη τις 170 μονάδες βάσης, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση κρατικού χρέους των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Παράλληλα, το κόστος ασφάλισης έναντι ενδεχόμενης αθέτησης πληρωμών από το γαλλικό Δημόσιο, όπως αποτυπώνεται στα συμβόλαια αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου (CDS), έχει επίσης αναρριχηθεί στα υψηλότερα επίπεδα από εκείνη την περίοδο.
Ο κίνδυνος μετάδοσης και οι μνήμες της ελληνικής κρίσης
Ο μεγαλύτερος φόβος των επενδυτών αφορά τον λεγόμενο χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό της Ευρωζώνης. Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο χώρες που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα αντιμετωπίζουν πολύ διαφορετικά κόστη δανεισμού, με αποτέλεσμα να επιδεινώνονται οι πιέσεις στις αγορές και να αυξάνεται ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης ανόδου των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους για τα πιο ευάλωτα κράτη.
Η κρίση κρατικού χρέους των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας έδειξε πόσο γρήγορα μπορούν να μεταδοθούν οι αναταράξεις μεταξύ οικονομιών που διαθέτουν κοινό νόμισμα και κεντρική τράπεζα, αλλά διατηρούν διαφορετικές δημοσιονομικές πολιτικές.
Η κρίση ξεκίνησε από την Ελλάδα και εξαπλώθηκε στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία, προκαλώντας μια αλληλουχία πιέσεων σε κυβερνήσεις και τραπεζικά συστήματα.
Οι κυβερνήσεις κλήθηκαν τότε να στηρίξουν προβληματικές τράπεζες, οι οποίες διακρατούσαν μεγάλα χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζικού και δημόσιου χρέους.
Η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται μόνο μετά την εφαρμογή προγραμμάτων διάσωσης που συνοδεύονταν από εκτεταμένα μέτρα λιτότητας, αλλά και την ιστορική δέσμευση του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, το 2012, ότι θα έκανε «ό,τι χρειαστεί» για να διαφυλάξει το ευρώ.
Σήμερα, οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι διαμορφώνεται ένας νέος φαύλος κύκλος, ο οποίος δεν περιορίζεται στη Γαλλία, αλλά αφορά και μεγάλες οικονομίες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες έως το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η αυξανόμενη ανησυχία για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους ωθεί ανοδικά τις αποδόσεις των ομολόγων και το κόστος εξυπηρέτησής τους, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, σε ανάρτησή του στις 8 Οκτωβρίου, προειδοποίησε ότι η επιβράδυνση των αγορών κρατικών ομολόγων ενισχύει το ενδεχόμενο μια κυβέρνηση να οδηγηθεί σε αθέτηση πληρωμών επειδή δεν θα διαθέτει επαρκή ρευστότητα για την εξυπηρέτηση τόκων και κεφαλαίου.
Όπως εξήγησε, ο φόβος μιας πιθανής χρεοκοπίας μπορεί με τη σειρά του να προκαλέσει μεγαλύτερη φυγή κεφαλαίων, τροφοδοτώντας περαιτέρω την ανησυχία των επενδυτών και οδηγώντας σε ακόμη υψηλότερα επιτόκια.
Το γαλλικό χρέος και η πολιτική κρίση
Η Γαλλία βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, καθώς εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των 21 χωρών της Ευρωζώνης, ενώ το δημόσιο χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται.
Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιβραδυνθεί σημαντικά, με την κυβέρνηση να αναθεωρεί προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026, περιορίζοντάς την μόλις στο 0,5%.
Οι δημοσιονομικές δυσκολίες επιτείνονται από την πολιτική αστάθεια και τις κοινωνικές αναταραχές, που δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης να εφαρμόσει τις αναγκαίες παρεμβάσεις σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.
«Βρισκόμαστε πλέον βαθιά μέσα σε μια γαλλική κρίση», ανέφερε ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της ING και επικεφαλής οικονομολόγος της για την Ευρωζώνη.
Όπως επισήμανε, δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος προβλήματος ρευστότητας για τη γαλλική κυβέρνηση. Ωστόσο, η απώλεια εμπιστοσύνης από τις αγορές ομολόγων και η συνεχιζόμενη κρίση θα πρέπει να κινητοποιήσουν επειγόντως το Παρίσι.
Από την πλευρά του, ο Τζον Στόπφορντ, επικεφαλής επενδύσεων πολλαπλών περιουσιακών στοιχείων με έμφαση στο εισόδημα στη Ninety One, σημείωσε ότι η Γαλλία έχει περάσει από την κατηγορία των χωρών του ευρωπαϊκού «πυρήνα» ή του ημιπυρήνα στην κατηγορία των οικονομιών που αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως μέρος της περιφέρειας.
Χαρακτήρισε μάλιστα αυτή τη μετατόπιση «παράδοξη», δεδομένης της ιστορικής θέσης της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της οικονομικής της ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
«Ως επενδυτές, έχουμε επιλέξει προς το παρόν να αποφεύγουμε σχεδόν όλες τις χώρες που δεν ανήκουν στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Η κατάσταση είναι υπερβολικά ρευστή και η αβεβαιότητα πολύ μεγάλη για να θέλουμε πραγματικά να εμπλακούμε», δήλωσε.
Γιατί το 2026 δεν είναι επανάληψη του 2012
Παρά τα ανησυχητικά σημάδια, οι αναλυτές που μίλησαν στο CNBC συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η Ευρωζώνη διαθέτει σήμερα ισχυρότερες άμυνες απέναντι στον κίνδυνο μετάδοσης μιας κρίσης, χάρη στις μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική αναταραχή της προηγούμενης δεκαετίας.
Ο Στόπφορντ εκτίμησε ότι το spread των γαλλικών ομολόγων θα έπρεπε πιθανότατα να κινηθεί στην περιοχή των 200 μονάδων βάσης και άνω, προκειμένου η κατάσταση να αρχίσει να αντιμετωπίζεται ευρέως ως πραγματική κρίση. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η σημερινή εικόνα της Γαλλίας δεν είναι ενθαρρυντική.
Όπως εξήγησε, οι διαφορές αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων είναι ήδη μεγαλύτερες από εκείνες που είχαν καταγραφεί στην κορύφωση της κρίσης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Παραμένουν, ωστόσο, αισθητά χαμηλότερες από τα ακραία επίπεδα που είχαν σημειωθεί τότε σε Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Ιρλανδία.
Κατά την εκτίμησή του, οι αγορές θεωρούν ότι η κατάσταση θα πρέπει να επιδεινωθεί περαιτέρω προτού τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα εξετάσουν ενεργότερη παρέμβαση για τον περιορισμό των συνεπειών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι αναλυτές της BlackRock, οι οποίοι επισημαίνουν ότι το σημερινό περιβάλλον διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο που προηγήθηκε της κρίσης χρέους του 2011-2012.
Η Ευρωζώνη είναι πλέον καλύτερα εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει χρηματοπιστωτικές πιέσεις, αν και δεν αποκλείονται νέες περίοδοι έντονης μεταβλητότητας και διάχυσης των αναταράξεων.
Σύμφωνα με την BlackRock, το ξεπούλημα των γαλλικών ομολόγων αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση κεφαλαίων αναδιαμορφώνει τις αγορές σταθερού εισοδήματος, σε μια περίοδο γενικότερης αναπροσαρμογής των επιτοκίων διεθνώς.
Ο αυξανόμενος κρατικός δανεισμός και οι επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν το κόστος χρηματοδότησης, καθιστώντας τους δανειολήπτες με επιδεινούμενα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη περισσότερο εκτεθειμένους στον έλεγχο των αγορών.
Η σύγκριση με την Ελλάδα του 2009 και το χρέος στο 119% του ΑΕΠ
Ο Τζορτζ Λαγκαρίας, επικεφαλής οικονομολόγος της Forvis Mazars, υποστηρίζει ότι η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε κρίση χρέους.
Ως βασικό στοιχείο επικαλείται την εκτίναξη του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στο 119% στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026, επίπεδο που πλησιάζει το 128% που κατέγραφε η Ελλάδα στα τέλη του 2009.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μια πιθανή μετάδοση της κρίσης θα αποτυπωνόταν αρχικά σε περαιτέρω διεύρυνση του spread μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων και στη συνέχεια σε αύξηση των τιμών των CDS.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία θα αντιμετώπιζαν υψηλότερο κόστος δανεισμού, γεγονός που θα μπορούσε να τις αναγκάσει να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες, προκαλώντας ενδεχομένως νέες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό τους.
«Η ευρωπαϊκή περιφέρεια θα δεχόταν τεράστιες πιέσεις, ακόμη και αν τα δημόσια οικονομικά της βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σύγκριση με πριν από μερικά χρόνια», δήλωσε στο CNBC.
Παρά τις ανησυχίες, ο Λαγκαρίας εκτιμά ότι υπάρχουν σημαντικές διαρθρωτικές διαφορές που περιορίζουν τον κίνδυνο να επαναληφθεί μια κρίση ανάλογη με εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Τοποθετεί την πιθανότητα ευρύτερης μετάδοσης της κρίσης μεταξύ 10% και 20%.
Μία από τις βασικές διαφορές, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορά το εμπορικό ισοζύγιο. Η Ελλάδα εμφάνιζε τότε ιδιαίτερα υψηλό εμπορικό έλλειμμα, ενώ η Γαλλία, παρότι επίσης ελλειμματική, βρίσκεται σε σαφώς ηπιότερη κατάσταση.
Επιπλέον, ο οικονομολόγος υπογράμμισε τη σημασία της αξιοπιστίας των δημοσιονομικών στοιχείων, εκτιμώντας ότι η γαλλική στατιστική υπηρεσία Insee δεν είναι πιθανό να παρουσιάσει παραπλανητικά στοιχεία για το έλλειμμα, σε αντίθεση με όσα είχαν συμβεί στην ελληνική περίπτωση.
Υπενθυμίζεται ότι το 2009 η Ελλάδα αναθεώρησε δραστικά την εκτίμηση για το δημοσιονομικό της έλλειμμα, από 3,7% του ΑΕΠ την άνοιξη σε 12,5% τον Οκτώβριο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των δημόσιων οικονομικών της και επιταχύνοντας την εκδήλωση της κρίσης.
«Τα επίπεδα του γαλλικού χρέους προκαλούν ανησυχία, αλλά είναι γνωστά. Οι αγορές μπορούν να διαχειριστούν γνωστούς κινδύνους. Αυτό που απεχθάνονται είναι οι εκπλήξεις», επισήμανε ο Λαγκαρίας.
Όπως πρόσθεσε, εκείνο που οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση ήταν η ξαφνική αποκάλυψη ενός ελλείμματος πενταπλάσιου σε σχέση με την επίσημη εκτίμηση, γεγονός που λειτούργησε ως καταλύτης για την αναταραχή που ακολούθησε.
Ισχυρότερες τράπεζες και ευρωπαϊκές δικλίδες προστασίας
Την άποψη ότι η σημερινή κρίση πρέπει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως γαλλικό πρόβλημα και όχι ως συστημικός κίνδυνος για ολόκληρη την Ευρωζώνη συμμερίζεται και ο Άλεξ Έβερετ, διευθυντής επενδύσεων στη διαχείριση επιτοκιακών χαρτοφυλακίων της Aberdeen Investments.
Όπως σημείωσε, σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Ευρωζώνη διαθέτει σήμερα ισχυρότερες τράπεζες, μεγαλύτερο βαθμό ενοποίησης και περισσότερα εργαλεία για τον περιορισμό του κινδύνου κατακερματισμού των αγορών κρατικού χρέους.
Για τον λόγο αυτό, εκτιμά ότι οποιαδήποτε μετάδοση των πιέσεων στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες θα έχει περιορισμένη διάρκεια.
Η εικόνα που διαμορφώνεται, επομένως, είναι εκείνη μιας σοβαρής γαλλικής δημοσιονομικής κρίσης, η οποία δοκιμάζει την εμπιστοσύνη των αγορών αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως μια νέα γενικευμένη κρίση του ευρώ. Το κατά πόσο οι πιέσεις θα περιοριστούν στη Γαλλία ή θα επεκταθούν εξαρτάται πλέον τόσο από την ικανότητα του Παρισιού να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά του όσο και από την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών μηχανισμών προστασίας.
Πηγή: newmoney.gr