Offcanvas
Offcanvas
Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση ενίσχυσε τις εξουσίες τής διοίκησης χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τους φορολογουμένους, ενώ η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και η απουσία ανεξάρτητου μηχανισμού επίλυσης διαφορών εξακολουθούν να υπονομεύουν τη φορολογική δικαιοσύνη, τονίζει ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Μιχάλης Βορκάς.
Συνέντευξη στον Ξένιο Μεσαρίτη
Η φορολογική δικαιοσύνη αποτελεί βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου, καθώς καθορίζει την ισορροπία ανάμεσα στη φορολογική εξουσία του κράτους και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει στο Economy Today ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Μιχάλης Βορκάς, η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση δεν αντιμετώπισε τις βασικές θεσμικές αδυναμίες του συστήματος. Η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, η εξάρτηση από ερμηνευτικές εγκυκλίους και η απουσία ενός πραγματικά ανεξάρτητου μηχανισμού επίλυσης φορολογικών διαφορών δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, το οποίο υπονομεύει τόσο την ασφάλεια δικαίου όσο και την εμπιστοσύνη των φορολογουμένων προς το σύστημα.
Από τη σκοπιά του κράτους δικαίου, ποια είναι τα βασικά συστατικά της φορολογικής δικαιοσύνης;
Η φορολογική δικαιοσύνη είναι πυρήνας του κράτους δικαίου. Προϋποθέτει ένα σύστημα που στηρίζεται σε βασικές φορολογικές και νομικές αρχές, με στόχο ένα φορολογικό πλαίσιο δίκαιο, βέβαιο, εύκολο και αποτελεσματικό («Fairness, Certainty, Convenience and Efficiency»).
Στην πράξη αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: οι κανόνες πρέπει να είναι σαφείς, προβλέψιμοι και κατανοητοί. Δεν μπορεί ο πολίτης να καλείται να συμμορφωθεί σε ένα πλέγμα από διάσπαρτες νομοθεσίες, κανονισμούς και εγκυκλίους, όπου η εφαρμογή συχνά εξαρτάται από ερμηνευτικές οδηγίες και όχι από τον ίδιο τον νόμο.
Δυστυχώς, η φορολογική δικαιοσύνη δεν τέθηκε ως κεντρικός στόχος της πρόσφατης φορολογικής μεταρρύθμισης. Δεν ενσωματώθηκε ως βασικός άξονας ούτε στη μελέτη του ΚΟΕ ούτε στα νομοσχέδια που ψηφίστηκαν. Έτσι, παραμένουμε με νομοθεσία που χαρακτηρίζεται από ασάφεια, πολυπλοκότητα και γλωσσικό αναχρονισμό, συχνά σε παρωχημένη καθαρεύουσα, με αποτέλεσμα η συμμόρφωση να γίνεται δυσανάλογα επαχθής και η ασφάλεια δικαίου να υπονομεύεται.
Και να το πούμε απλά: δεν νοείται να καταργείται η χαρτοσήμανση ως «δυσανάλογη» και την επόμενη να επιβάλλονται πανομοιότυπα «τέλη» από δημόσιους φορείς για την ίδια ουσία. Αλλάζει η ετικέτα, όχι η πραγματικότητα. Η σαφήνεια και η διαφάνεια της πρόθεσης του νομοθέτη δεν είναι λεπτομέρεια· είναι προϋπόθεση φορολογικής δικαιοσύνης.
Υπάρχουν επαρκείς δικαστικές και διοικητικές δικλείδες προστασίας για φορολογουμένους;
Όχι στον βαθμό που απαιτεί το κράτος δικαίου. Υπάρχουν τυπικά μηχανισμοί προσφυγής, όμως η πρακτική τους αποτελεσματικότητα περιορίζεται από πολυπλοκότητα, κόστος συμμόρφωσης και καθυστερήσεις. Και κυρίως: δεν υπάρχει ανεξάρτητος και λειτουργικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών που να προσφέρει γρήγορη, αντικειμενική και ουσιαστική αποκατάσταση.
Η πρόσφατη μεταρρύθμιση ενίσχυσε μονομερώς τις εξουσίες της φορολογικής διοίκησης χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των εγγυήσεων υπέρ των φορολογουμένων. Ενδεικτικά, ο φορολογούμενος καλείται να υποβάλει ένσταση εντός περίπου 60 ημερών, ενώ η διοίκηση μπορεί να επανέλθει επί της ένστασης ακόμη και μετά από 1.095 ημέρες ή και περισσότερο. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια θεσμικά άνιση σχέση.
Παράλληλα, αντί η ψηφιοποίηση να μειώνει χρόνους και αβεβαιότητα, βλέπουμε συχνά το αντίθετο: αυξάνεται η περίοδος εξέτασης, παρατείνεται η οριστικοποίηση των υποχρεώσεων και ένας φορολογούμενος — φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία — μπορεί μετά από χρόνια να βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική οικονομική κατάσταση όταν κληθεί να ανταποκριθεί.
Όταν δε η δικαστική οδός συχνά οδηγεί σε χρονικά βάρη που μπορεί να ξεπεράσουν τη δεκαετία, η «προστασία» παραμένει θεωρητική. Μια πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι μόνο νομοθεσία: απαιτεί και σύγχρονη, αποτελεσματική φορολογική διοίκηση, ώστε το διοικητικό κόστος να είναι δίκαια κατανεμημένο και η εξυπηρέτηση άμεση.
Πώς αξιολογείται η λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης σε φορολογικές υποθέσεις;
Η διοικητική δικαιοσύνη είναι κρίσιμο αντίβαρο στη φορολογική εξουσία. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και η εξάρτηση από ερμηνευτικές παρεμβάσεις αυξάνουν τις διαφορές και επιβαρύνουν το σύστημα. Οι καθυστερήσεις δημιουργούν οικονομική αβεβαιότητα, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που χρειάζονται προβλεψιμότητα.
Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος έχει εισηγηθεί τη δημιουργία εξειδικευμένου Φορολογικού Δικαστηρίου: όχι μόνο για αποσυμφόρηση, αλλά για ανάπτυξη τεχνογνωσίας και ουσιαστικό, ανεξάρτητο έλεγχο αποφάσεων της φορολογικής διοίκησης.
Την ίδια ώρα, όταν εισάγονται ισχυρά εργαλεία — όπως αντικαταχρηστικές ρήτρες, σφράγιση επιχειρήσεων, προσβασιμότητα σε τραπεζικούς λογαριασμούς και έγγραφα σωρεία ετών ή η άρση του εταιρικού πέπλου — χωρίς παράλληλο αποτελεσματικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών, αυξάνεται ο κίνδυνος αβεβαιότητας και διοικητικής αυθαιρεσίας. Και αυτό, τελικά, δεν ενισχύει τη συμμόρφωση· την αποδυναμώνει.
Υφίσταται θεσμική ανισορροπία μεταξύ εξουσιών της διοίκησης και δικαιωμάτων του πολίτη;
Ναι. Η μεταρρύθμιση ενισχύει τις εξουσίες του Εφόρου Φορολογίας χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις προστασίας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νομοθεσία για τη βεβαίωση και είσπραξη φόρων: παραμένει κατακερματισμένη σε νομοθετήματα του 1962 και του 1978, με ανομοιογένεια στη γλώσσα και κυρίως, με ανεπαρκή σαφήνεια ως προς τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις προθεσμίες και τις συνέπειες συμμόρφωσης. Το ζήτημα δεν είναι φιλολογικό — είναι θεσμικό: πώς ο πολίτης θα κατανοήσει τι οφείλει να πράξει, πότε και ποια μέσα προστασίας διαθέτει.
Μια πράξη ή παράλειψη μπορεί να ενεργοποιήσει παράλληλες διαδικασίες και ευρείες εξουσίες του Εφόρου Φορολογίας, από τη λήψη άμεσων διοικητικών μέτρων όπως δέσμευση ακίνητης περιουσίας και τραπεζικών λογαριασμών μέχρι την επιβολή προστίμων και φορολογικών επιβαρύνσεων τέτοιας έκτασης ώστε ο φορολογούμενος να αδυνατεί ουσιαστικά να ανταποκριθεί. Το φαινόμενο αυτό δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με εσκεμμένη παράβαση, αλλά συχνά με την ασάφεια των υποχρεώσεων και την πολυπλοκότητα του πλαισίου συμμόρφωσης.
Παράλληλα, ο φορολογούμενος καλείται να συμμορφώνεται μέσω ψηφιακών συστημάτων ακόμη και όταν αυτά παρουσιάζουν δυσλειτουργίες, ενώ οι ποινές και τα χρονοδιαγράμματα εφαρμόζονται οριζόντια, σαν όλες οι επιχειρήσεις να διαθέτουν την ίδια οικονομική αντοχή και ρευστότητα. Αυτό δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας και αυξάνει σημαντικά το διοικητικό κόστος συμμόρφωσης, ιδίως για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Ποια μεταρρύθμιση θα ενίσχυε ουσιαστικά τη θεσμική ισορροπία;
Μια πραγματική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να στοχεύει σε απλοποίηση, σαφήνεια και συνοχή, όχι σε συσσώρευση αποσπασματικών τροποποιήσεων. Ειδικότερα απαιτούνται:
- νομοτεχνικός και γλωσσικός εκσυγχρονισμός σε ενιαίο νομοθετικό κείμενο,
- κωδικοποίηση ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εγκυκλίους,
- αναλογικότητα υποχρεώσεων και κυρώσεων,
- ανεξάρτητος μηχανισμός επίλυσης διαφορών,
- εκσυγχρονισμός της φορολογικής διοίκησης,
- μείωση του κόστους συμμόρφωσης.
Η θεσμική ισορροπία κρίνεται από τη λειτουργικότητα και προβλεψιμότητα του πλαισίου, όχι από τον όγκο των αλλαγών σε φορολογικά νομοσχέδια.
Μπορεί η έλλειψη εμπιστοσύνης να επηρεάσει τη φορολογική συμμόρφωση;
Ασφαλώς. Η φορολογική συμμόρφωση δεν είναι μόνο θέμα ελέγχων και κυρώσεων· είναι κυρίως θέμα εμπιστοσύνης. Όταν το σύστημα είναι περίπλοκο, ασαφές και δυσανάλογο, ο πολίτης αισθάνεται ότι κινείται σε ένα περιβάλλον «παγίδων» και όχι κανόνων. Αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη και ενισχύει τα κίνητρα παραοικονομίας.
Αντίθετα, ένα σαφές, δίκαιο και προβλέψιμο πλαίσιο ενισχύει την εθελούσια συμμόρφωση και στηρίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων εσόδων. Όταν το σύστημα είναι δίκαιο, οι πολίτες συμμορφώνονται όταν δεν είναι, απομακρύνονται από αυτό.