Offcanvas
Offcanvas
Από τις υποσχέσεις στην πραγματικότητα του λογαριασμού - Πρέπει να λέμε την αλήθεια στον καταναλωτή
Του Χριστάκη Χατζηλαού*
Το φυσικό αέριο, η ηλεκτρική διασύνδεση, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και η απελευθέρωση της αγοράς συνδέθηκαν με επανειλημμένες υποσχέσεις για φθηνότερο ηλεκτρισμό. Ο καταναλωτής, όμως, δεν μπορεί να πληρώνει με υποσχέσεις. Το ζητούμενο παραμένει η μείωση του λογαριασμού του.
Σήμερα, οι μπαταρίες προβάλλονται ως η νέα «μαγική» λύση. Πριν καλλιεργηθούν ξανά οι ίδιες προσδοκίες, χρειάζεται σαφής απάντηση: πώς και πόσο θα μειώσουν τον λογαριασμό; Και τι θα εμποδίσει το κόστος τους να μετατραπεί σε νέα επιβάρυνση αντί για ελάφρυνση;
Η αποθήκευση είναι αναγκαία για την ασφαλή και αποδοτικότερη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος. Δεν είναι, όμως, πανάκεια για την ακρίβεια. Η εγκατάσταση περισσότερης αποθηκευτικής χωρητικότητας δεν τεκμηριώνει από μόνη της ότι οι μπαταρίες θα λύσουν το πρόβλημα την επόμενη δεκαετία.
Οι μπαταρίες δεν παράγουν ηλεκτρισμό· αποθηκεύουν ενέργεια για να χρησιμοποιηθεί αργότερα. Εξυπηρετούν τόσο εμπορικούς σκοπούς όσο και την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος. Η χρησιμότητά τους, όμως, δεν εξασφαλίζει αυτομάτως φθηνότερο ηλεκτρισμό για τον καταναλωτή.
Η φθηνή φόρτιση δεν εγγυάται φθηνή πώληση
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος εξασφαλίζει το οικονομικό όφελος της αποθήκευσης και πόσο από αυτό φθάνει στο λογαριασμό. Αυτό εξαρτάται από τους κανόνες της αγοράς και τους όρους αγοράς και πώλησης της ενέργειας.
Στην χονδρική αγορά του «μοντέλου στόχος», η οριακή τιμή εκκαθάρισης αποτελεί κοινή τιμή αποζημίωσης της ενέργειας που γίνεται δεκτή. Με απλά λόγια, όταν χρειάζεται και ακριβή παραγωγή για να καλυφθεί η ζήτηση, αυτή μπορεί να καθορίζει την τιμή εκκαθάρισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συναλλαγή ηλεκτρισμού, ανεξαρτήτως αγοράς ή σύμβασης, γίνεται στην ίδια τιμή.
Έτσι, ακόμη και η ενέργεια μιας μπαταρίας που φόρτισε φθηνά μπορεί να πωλείται ακριβά. Το χαμηλό κόστος φόρτισης δεν εξασφαλίζει χαμηλή τιμή αγοράς για τον προμηθευτή ούτε χαμηλότερο λογαριασμό για τον καταναλωτή.
Η αποθήκευση μπορεί να περιορίσει την ανάγκη ακριβής παραγωγής και να μειώσει την τιμή εκκαθάρισης. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει υποχρεωτικά σε κάθε ώρα εκφόρτισης. Ακόμη και όταν ο προμηθευτής αγοράζει φθηνότερα, απομένει ένα δεύτερο ερώτημα: πόσο από το όφελος μεταφέρει στον πελάτη του; Η μείωση στη χονδρική και η μείωση στη λιανική δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ένα σκόπιμα εξωπραγματικό σενάριο
Για να εξετάσουμε την άμεση εξοικονόμηση από την εμπορική αξιοποίηση των μπαταριών, ας δεχθούμε ένα σκόπιμα υπεραισιόδοξο σενάριο: έως το 2035 η εγκατεστημένη αποθηκευτική χωρητικότητα φθάνει τις 8.000 μεγαβατώρες (MWh). Δεν πρόκειται για πρόβλεψη, αλλά για παραδοχή που ευνοεί το επιχείρημα υπέρ της αποθήκευσης.
Για τον υπολογισμό δεχόμαστε:
-Έναν κύκλο φόρτισης και εκφόρτισης ημερησίως.
-Διαθεσιμότητα 75%.
-Αξιοποίηση του 90% της χωρητικότητας.
-Συνολική απόδοση κύκλου 80%, εφαρμοζόμενη στην ενέργεια φόρτισης που υπολογίζουμε από την παραπάνω χωρητικότητα.
-Αποκλειστική διάθεση της υπολογιζόμενης ενέργειας για εμπορία.
-Πώληση στον προμηθευτή κατά 50% φθηνότερα από το κόστος της ενέργειας που αντικαθίσταται.
Οι δύο τελευταίες παραδοχές είναι σκόπιμα εξωπραγματικές: αποκλειστική εμπορική χρήση και σταθερή έκπτωση 50%. Δεν τις θεωρούμε αναμενόμενες. Τις χρησιμοποιούμε για να εξετάσουμε τι προκύπτει ακόμη και όταν ευνοήσουμε τόσο έντονα την αποθήκευση.
Η ετήσια παραδιδόμενη ενέργεια υπολογίζεται ως εξής:
8.000 MWh × 365 × 75% × 90% × 80% ≈ 1.577 γιγαβατώρες (GWh).
Δεν πρόκειται για νέα παραγωγή, αλλά για ενέργεια που μεταφέρεται χρονικά μέσω των μπαταριών. Αν υποθέσουμε ετήσια ζήτηση 7.000 GWh, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 22,5% της ζήτησης.
Ο υπολογισμός προϋποθέτει επίσης ότι υπάρχει η αναγκαία ισχύς φόρτισης και εκφόρτισης, καθώς και διαθέσιμη ενέργεια στις κατάλληλες ώρες. Η χωρητικότητα από μόνη της δεν αρκεί.
Τι σημαίνει το 7,9% στον λογαριασμό
Στο παράδειγμά μας, οι μπαταρίες καλύπτουν το 22,5% της ετήσιας ζήτησης. Υποθέτουμε ότι, χωρίς τις μπαταρίες, ο προμηθευτής θα αγόραζε αυτή την ποσότητα στην ίδια τιμή ανά κιλοβατώρα που πληρώνει κατά μέσο όρο για το σύνολο της ενέργειας. Αν με τις μπαταρίες την αγοράζει στη μισή τιμή, ενώ για την υπόλοιπη ενέργεια πληρώνει όσα και πριν, η συνολική δαπάνη αγοράς ενέργειας μειώνεται κατά:
22,5% × 50% ≈ 11,3%.
Αν δεχθούμε επίσης ότι κόστος παραγωγής αντιστοιχεί στο 70% του τελικού λογαριασμού, ότι η εξοικονόμηση μεταφέρεται ολόκληρη στον καταναλωτή και ότι οι υπόλοιπες χρεώσεις παραμένουν αμετάβλητες, η μείωση του λογαριασμού είναι:
22,5% × 50% × 70% ≈ 7,9%.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου παραδείγματος. Δεν αποτελεί πρόβλεψη ούτε γενικό ανώτατο όριο του συνολικού οφέλους της αποθήκευσης. Δεν υπολογίζει, για παράδειγμα, πιθανή μείωση της τιμής αγοράς της υπόλοιπης ενέργειας ή την αξία άλλων υπηρεσιών προς το σύστημα.
Δείχνει, όμως, κάτι ουσιώδες: ακόμη και η μεγάλη ποσότητα ενέργειας που περνά από τις μπαταρίες δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη ποσοστιαία μείωση του λογαριασμού.
Τι ψαλιδίζει τη συγκεκριμένη εξοικονόμηση
Πρώτον, λιγότερη ενέργεια για εμπορία. Στον βαθμό που η παροχή εφεδρειών ή άλλων υπηρεσιών περιορίζει την ενέργεια που διατίθεται για τη συγκεκριμένη εμπορική χρήση, μειώνεται και η αντίστοιχη εξοικονόμηση. Οι άλλες υπηρεσίες έχουν αξία, αλλά δεν μπορούν να προσμετρούνται σαν να παραμένει ταυτόχρονα ανεπηρέαστη η ίδια εμπορική αξιοποίηση.
Δεύτερον, η έκπτωση 50% δεν είναι εξασφαλισμένη. Η φθηνή φόρτιση δεν αρκεί· απαιτείται φθηνή πώληση προς τον προμηθευτή. Παράλληλα, η επένδυση, οι απώλειες, η συντήρηση και η φθορά των μπαταριών έχουν κόστος που πρέπει να καλυφθεί.
Τρίτον, το όφελος στη χονδρική δεν περνά κατ’ ανάγκην ολόκληρο στη λιανική. Αν μεταφέρεται μόνο ένα μέρος του, η εξοικονόμηση στον λογαριασμό περιορίζεται περαιτέρω.
Τέταρτον, ενδέχεται να προστεθούν χρεώσεις. Πρόσθετα κόστη αποθήκευσης που μεταφέρονται στον καταναλωτή μειώνουν το καθαρό όφελος. Ο έλεγχος πρέπει, βεβαίως, να αποφεύγει τη διπλή καταμέτρηση κόστους ήδη ενσωματωμένου στην τιμή πώλησης.
Δεν χρειάζεται να αντικαταστήσουμε το 7,9% με ένα άλλο αυθαίρετο ποσοστό. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι η μείωση δεν διασφαλίζεται. Αν οι πρόσθετες επιβαρύνσεις υπερβούν την εξοικονόμηση που φθάνει στη λιανική, ο λογαριασμός μπορεί ακόμη και να αυξηθεί.
Τρεις αναγκαίες παρεμβάσεις
Η αποθήκευση είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι πανάκεια. Η επιτυχία της δεν θα κριθεί μόνο από τις MWh που θα εγκατασταθούν, αλλά από την ασφάλεια του συστήματος και το καθαρό αποτέλεσμα για τον καταναλωτή. Απαιτούνται:
1. Αναθεώρηση του μοντέλου αγοράς. Επανεξέταση του σχεδιασμού, ώστε η φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ και η αξιοποίηση της αποθήκευσης να μεταφράζονται αποδεδειγμένα σε χαμηλότερο κόστος για τον καταναλωτή.
2. Αυστηροί ρυθμιστικοί κανόνες. Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να ελέγχει ποια κόστη μεταφέρονται στον καταναλωτή και να διασφαλίζει τη μεταφορά του οφέλους από τη χονδρική στη λιανική, με διαφάνεια και δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων.
3. Δεσμευτικός μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός. Η πολιτεία να συνδέσει την ανάπτυξη αποθήκευσης, δικτύων και παραγωγής με τεκμηριωμένες ανάγκες, χρονοδιαγράμματα, συνολικό κόστος και λογοδοσία.
Συμπέρασμα
Οι μπαταρίες, ακόμη και σε μεγάλη κλίμακα, δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως η «μαγική» λύση στην ακρίβεια του ηλεκτρισμού την επόμενη δεκαετία. Χωρίς αλλαγές στην αγορά, έλεγχο του συνολικού κόστους και διασφαλισμένη μεταφορά του οφέλους στον καταναλωτή, περισσότερη αποθήκευση δεν εξασφαλίζει χαμηλότερο λογαριασμό.
*Μηχανολόγος Μηχανικός και Σύμβουλος σε Θέματα Ηλεκτρικής Ενέργειας