Offcanvas
Offcanvas
Το Omnibus περιορίζει το reporting, όχι όμως τις απαιτήσεις τραπεζών, επενδυτών, ασφαλιστών και μεγάλων πελατών – τα δεδομένα που παραμένουν κρίσιμα για τη χρηματοδότηση, την ανθεκτικότητα και τη λήψη αποφάσεων.
Των Αντώνη Παρτζίλη και Εύας Σολομώντος, KPMG Κύπρου
Με το Omnibus πολλές επιχειρήσεις τίθενται εκτός του υποχρεωτικού πεδίου εφαρμογής της CSRD και της εταιρικής δέουσας επιμέλειας. Η μείωση του διοικητικού βάρους, όμως, δεν καταργεί τις ανάγκες πληροφόρησης που προκύπτουν μέσα από πιστωτικές αιτήσεις, διαγωνισμούς, ερωτηματολόγια προμηθευτών και ανανεώσεις ασφαλιστηρίων.
Στην Κύπρο όπου το ενεργειακό κόστος, η πίεση στους υδάτινους πόρους, οι ακραίες θερμοκρασίες και η έκθεση του τουρισμού, των ακινήτων και των εφοδιαστικών αλυσίδων μετατρέπουν τη βιωσιμότητα σε λειτουργικό και οικονομικό κίνδυνο, το ερώτημα γίνεται πιο συγκεκριμένο: ποια δεδομένα έχουν πραγματική αξία και πρέπει να συνεχίσουν να μετρώνται; Η KPMG Κύπρου αναλύει γιατί οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα περιορισμένο, αξιόπιστο και ελέγξιμο πλαίσιο πληροφόρησης, ακόμη και χωρίς την υποχρέωση πλήρους reporting.
Δεν εξαλείφονται οι κίνδυνοι
Το Omnibus άλλαξε ουσιαστικά το τοπίο της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας στην Ευρώπη. Για πολλές επιχειρήσεις, η υποχρέωση βάσει της CSRD περιορίζεται ή παύει να ισχύει. Αυτό, όμως, δεν εξαλείφει τους κινδύνους που βρίσκονται πίσω από τα δεδομένα που συλλέγονταν έως σήμερα για σκοπούς υποβολής εκθέσεων.
Η επιχειρηματική σημασία των θεμάτων βιωσιμότητας δεν εξαρτάται από την ορολογία ή τον αριθμό των δεικτών, αλλά από την ικανότητα μιας επιχείρησης να κατανοεί την έκθεσή της — από το ενεργειακό κόστος και τους ευάλωτους προμηθευτές έως τη λειψυδρία, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και τις απαιτήσεις χρηματοδότησης.
Η Ε.Ε. περιόρισε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της CSRD και της εταιρικής δέουσας επιμέλειας, με στόχο τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης και την επικέντρωση των πλήρων υποχρεώσεων στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Με το αναθεωρημένο πλαίσιο, το πεδίο εφαρμογής της CSRD περιορίζεται πλέον σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 εργαζόμενους και καθαρό ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των €450 εκατ. Παράλληλα, το πεδίο της υποχρεωτικής εταιρικής δέουσας επιμέλειας περιορίζεται σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 5.000 εργαζόμενους και καθαρό κύκλο εργασιών άνω του €1,5 δις..
Η αλλαγή αυτή μειώνει σημαντικά τις κανονιστικές υποχρεώσεις. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι επιχειρήσεις που τίθενται εκτός πεδίου εφαρμογής παύουν να αντιμετωπίζουν ανάγκες πληροφόρησης από τράπεζες, επενδυτές, πελάτες, ασφαλιστές και μεγάλους αγοραστές για οικονομικούς, εμπορικούς ή σκοπούς διαχείρισης κινδύνων.
Οι πληροφορίες θα συνεχίσουν να ζητούνται μέσω πιστωτικών αιτήσεων, διαγωνισμών, ερωτηματολογίων προμηθευτών και ανανεώσεων ασφαλιστηρίων. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο να αντικατασταθεί από πολλαπλά, ασυντόνιστα τραπεζικά, επενδυτικά και εμπορικά αιτήματα.
Από την υποχρέωση στη χρησιμότητα
Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να προσδιορίζουν ποια δεδομένα είναι χρήσιμα για τη λήψη αποφάσεων. Προτεραιότητα έχουν όσα επηρεάζουν τη στρατηγική, τις ταμειακές ροές, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την επιχειρησιακή συνέχεια και τη θέση τους στην αλυσίδα αξίας.
Για τις εταιρείες εκτός υποχρεωτικής CSRD, η απάντηση δεν είναι η πλήρης εγκατάλειψη των θεμάτων βιωσιμότητας, αλλά η διατήρηση ενός ελάχιστου επαρκούς πλαισίου: ενός περιορισμένου, αξιόπιστου και ελέγξιμου συνόλου πληροφοριών που καλύπτει πραγματικές εμπορικές και χρηματοοικονομικές ανάγκες. Αυτό απαιτεί πειθαρχημένη αξιολόγηση ουσιαστικότητας και λιτή αρχιτεκτονική δεδομένων — όχι εκατοντάδες δείκτες για μία μόνο έκθεση.
Για μια επιχείρηση που δεν υπάγεται πλέον στην CSRD, τέσσερις παράγοντες εξακολουθούν να καθιστούν χρήσιμη τη διατήρηση βασικών υποδομών και δεδομένων βιωσιμότητας:
- Πρόσβαση σε χρηματοδότηση: τράπεζες, επενδυτές και ασφαλιστές μπορεί να χρειάζονται στοιχεία για την ενεργειακή απόδοση, τη φυσική έκθεση, την ασφάλιση, τη διακυβέρνηση και την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.
- Αλυσίδα αξίας: πελάτες, προμηθευτές και διαδικασίες προμηθειών ή διαγωνισμών μπορούν να δημιουργούν στοχευμένες ανάγκες πληροφόρησης.
- Φυσική ανθεκτικότητα: ξηρασία, ακραίες θερμοκρασίες, πυρκαγιές και πλημμύρες επηρεάζουν εγκαταστάσεις, ανθρώπους, υποδομές, ασφάλιση και εφοδιαστικές αλυσίδες.
- Μετάβαση και ρύθμιση: το ενεργειακό κόστος, η τεχνολογία, η τιμολόγηση άνθρακα και οι κανονιστικές απαιτήσεις επηρεάζουν τις επενδυτικές επιλογές και την ανταγωνιστικότητα.
Η τραπεζική εποπτεία επιβεβαιώνει αυτή τη μετατόπιση. Η ΕΚΤ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους ως παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν υφιστάμενες κατηγορίες χρηματοοικονομικού κινδύνου, όπως ο πιστωτικός και ο λειτουργικός κίνδυνος. Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι στοιχεία σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, τη φυσική έκθεση, την ασφαλιστική κάλυψη έναντι φυσικών κινδύνων και την ανθεκτικότητα μπορούν να αποκτούν πρακτική σημασία και στη σχέση τους με τις τράπεζες.
Στην Κύπρο η βιωσιμότητα αποκτά συγκεκριμένο κόστος
Στην Κύπρο τα θέματα βιωσιμότητας συνδέονται άμεσα με το κόστος ενέργειας, την πίεση στους υδάτινους πόρους, τις ακραίες θερμοκρασίες και την έκθεση του τουρισμού, των ακινήτων και των αλυσίδων εφοδιασμού. Για ένα ξενοδοχείο, για παράδειγμα, η διαθεσιμότητα νερού, η κατανάλωση ενέργειας, η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και το κόστος ασφάλισης μπορεί να έχουν μεγαλύτερη άμεση σημασία για την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα από μια γενική δέσμευση net zero. Η ουσιαστικότητα εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο και τις ειδικές συνθήκες έκθεσης.
Παράλληλα, το CBAM εφαρμόζεται στο οριστικό του καθεστώς από την 1η Ιανουαρίου 2026. Για τις επηρεαζόμενες εισαγωγές, η διαχείριση των ενσωματωμένων εκπομπών δεν είναι πλέον μόνο θέμα συλλογής στοιχείων: συνδέεται με οικονομικές υποχρεώσεις, πιστοποιητικά άνθρακα και ετήσιες δηλώσεις. Ακόμη και εταιρείες που δεν υπάγονται στις βασικές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας χρειάζεται να εξετάσουν εάν επηρεάζονται εμπορικά ή λειτουργικά μέσω εισαγωγών, προμηθευτών ή πελατών που υπόκεινται στο CBAM.
Τι σημαίνει αυτό για τα ΔΣ
Για τα Διοικητικά Συμβούλια, ζητούμενο είναι ένα στοχευμένο και αναλογικό μοντέλο που διατηρεί τις πληροφορίες με πραγματική αξία για τη διοίκηση, χωρίς να αναπαράγει μια δυσανάλογη άσκηση υποβολής εκθέσεων.
Τα Διοικητικά Συμβούλια θα πρέπει να διατηρήσουν ένα αναλογικό σύνολο δεδομένων χρήσιμων για τη λήψη αποφάσεων: ενεργειακή κατανάλωση και κόστος, βασικές εκπομπές, έκθεση σε νερό και ακραία καιρικά φαινόμενα, απαιτήσεις πελατών, τραπεζών και ασφαλιστών, κρίσιμους κινδύνους εφοδιαστικής αλυσίδας και βασικούς δείκτες διακυβέρνησης. Η επιλογή τους πρέπει να αντανακλά τη χρηματοοικονομική ουσιαστικότητα, την έκθεση της αλυσίδας αξίας και την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.
Οι επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε συστήματα, δεδομένα και δεξιότητες μπορούν να αξιοποιηθούν ως υποδομή διοίκησης, εφόσον επικεντρωθούν στις ουσιώδεις πληροφορίες για το επιχειρηματικό μοντέλο.
Δεν χρειάζεται κάθε επιχείρηση να αναπτύξει εκτεταμένες διαδικασίες υποβολής εκθέσεων. Κάθε Διοικητικό Συμβούλιο, όμως, πρέπει να γνωρίζει ποιοι κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν το επιχειρηματικό μοντέλο και ποια δεδομένα απαιτούνται για τη διαχείρισή τους. Η ουσιαστική διαχείριση των θεμάτων βιωσιμότητας παραμένει σημαντική για την ανθεκτικότητα, τη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση σε κεφάλαιο. Η εταιρεία που σταματά να μετρά όταν παύει να υποχρεούται να δημοσιεύει δεν εξοικονομεί κατ’ ανάγκη κόστος·μπορεί απλώς να επιλέγει να διοικεί με λιγότερη πληροφόρηση.
Στοιχεία επικοινωνίας
Aντώνης Παρτζίλης
Διοικητικός Σύμβουλος, Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
Επικεφαλής Management Consulting
[email protected]
Εύα Σολομώντος
Senior Manager
Risk Consulting & KPMG Sustainability
KPMG Κύπρου
[email protected]